Παρασκευή 15 Μαρτίου 2024

Κάστρο Χελμούτσι

Το Χλεμούτσι βρίσκεται στο χωριό Κάστρο του Δήμου Κυλλήνης, στο δυτικότερο ακρωτήριο της Πελοποννήσου. Καθώς είναι χτισμένο στην κορυφή ενός λόφου, δεσπόζει στην πεδιάδα της Ηλείας.
Το κάστρο ιδρύθηκε το 1220-1223 από τον ηγεμόνα Γοδεφρείδο Α΄ Βιλλεαρδουίνο και αποτέλεσε το ισχυρότερο φρούριο του φράγκικου πριγκηπάτου της Αχαΐας, που γνώρισε ιδιαίτερη ακμή κατά την εποχή των Βιλλεαρδουίνων. Για να μπορέσει να πραγματοποιήσει την κατασκευή του ο Γοδεφρείδος ήρθε σε σύγκρουση με τον καθολικό κλήρο της Αχαΐας και χρησιμοποίησε τις προσόδους για την οικοδόμησή του. Το νέο κάστρο ονομάστηκε από τους ιδρυτές του Clermont, στα ελληνικά κατά παραφθορά Χλεμούτσι, ενώ οι Ενετοί αργότερα το αποκαλούσας Castel Tornese επειδή θεωρήθηκε λανθασμένα πως εδώ βρισκόταν το φράγκικο νομισματοκοπείο των τορνεσίων.
Χτισμένο σε θέση στρατηγική, με εκτεταμένη θέα στον κάμπο της Ηλείας και στο Ιόνιο πέλαγος, προστάτευε την πρωτεύουσα του πριγκιπάτου Ανδραβίδα και το σημαντικό λιμάνι της Γλαρέντζας.
Η θέση του Χλεμουτσίου
Το Χλεμούτσι βρίσκεται πάνω σε ένα λόφο ύψους περίπου 220 μέτρων, σε μικρή απόσταση από τη θάλασσα (περίπου 2-2,5 χλμ), στο δυτικότερο ακρωτήριο της Πελοποννήσου με θέα στο Ιόνιο Πέλαγος, απέναντι από τη Ζάκυνθο, στην ίδια ευρύτερη περιοχή με το λιμάνι και το κάστρο της Γλαρέντζας (σε απόσταση 5-6 χλμ.) και την Ανδραβίδα (κάπου στα 12-13 χλμ), την πρωτεύουσα του Πριγκιπάτου της Αχαΐας.
Ιστορία του κάστρου
Κατασκευή
Η ιστορία της κατασκευής του Κάστρου σώζεται στο Χρονικό του Μορέως. Το κάστρο οικοδόμησε την περίοδο 1220 - 1223 ο δεύτερος πρίγκιπας της Αχαίας Γοδεφρείδος Α΄ Βιλλεαρδουίνος λόγω της εχθρότητας που είχε ξεσπάσει ανάμεσα στον ίδιο τον πρίγκιπα και τον Καθολικό κλήρο του πριγκιπάτου. Ο πρίγκιπας ζήτησε από τον κλήρο να του παραδώσει το 1/3 της περιουσίας του σαν αντάλλαγμα επειδή δεν του παρείχαν στρατιωτικές υπηρεσίες. Ο Γοδεφρείδος Α΄ Βιλλεαρδουίνος έκανε κατάσχεση της περιουσίας του και οικοδόμησε το κάστρο στο Χλεμούτσι. Ο κλήρος αρνήθηκε δηλώνοντας ότι υπακούει μόνο στον πάπα, διαμαρτυρήθηκε στον πάπα Ονώριο Γ΄ ο οποίος τον αφόρισε. Ο Γοδεφρείδος εξήγησε στον πάπα ότι χρησιμοποίησε τους φόρους για την κατασκευή του κάστρου, χάρις στο οποίο προστατευόταν η ύπαρξη του πριγκιπάτου και των Λατίνων, αλλιώς αν οι Ρωμαίοι έπαιρναν το Μοριά, δε θα σκότωναν μόνο τους στρατιώτες σαν και αυτόν, αλλά και τους Λατίνους κληρικούς. Ο πάπας τελικά συμφώνησε να άρει τον αφορισμό. Το κάστρο οικοδομήθηκε σε περιοχή που δεν υπήρχε αρχαίο κτίσμα, το Χλεμούτσι πιθανότατα είναι Ελληνική μετάφραση του Κλερμόντ, άλλοι προτείνουν ότι το όνομα προήλθε από παλιότερη Σλάβικη τοποθεσία. Αποτελείται από το κυρίως κάστρο, που είναι ένα εξαγωνικό κτίσμα γύρω από μια εσωτερική αυλή, και από τον γύρω χώρο που προστατεύεται από τείχος, το οποίο έχει κατά διαστήματα πύργους. Τον 15ο αιώνα η Δημοκρατία της Βενετίας το αποκαλούσε εσφαλμένα "Κάστρο Τορνέζε" επειδή στην γειτονική Γλαρέντζα υπήρχε από τον 14ο αιώνα νομισματοκοπείο που έκοβε ασημένια νομίσματα τορνέζε. Το νέο κάστρο απείχε 13 χιλιόμετρα από την πρωτεύουσα του πριγκιπάτου Ανδραβίδα και 5 χιλιόμετρα από το μεγαλύτερο λιμάνι του πριγκιπάτου Γλαρέντζα. Οι τοποθεσίες αυτές μαζί με το Ποντικόκαστρο στο Κατάκολο Ηλείας λίγο πιο νότια αποτελούσαν την καρδιά του πριγκιπάτου και μπορούσε να ελέγξει την εύφορη πεδιάδα της Ηλείας. Δεν διακρίθηκε ωστόσο ποτέ στις πολεμικές επιχειρήσεις, έγινε βασικά φυλακή επιφανών αιχμαλώτων, οι Βυζαντινοί αιχμάλωτοι από την Μάχη του Μακρυπλαγίου όπως ο Αλέξιος Φιλής πέθαναν εκεί φυλακισμένοι.
Εξωτερικός θάλαμος
Η εξωτερική πύλη του φρουρίου βρίσκεται στη βορειοδυτική πλευρά του εξωτερικού θαλάμου, αρχικά μέσα σε μια μικρή εσοχή στον εξωτερικό αυλότοιχο, που προστατεύεται από λιμανάκι. Οι Τούρκοι αργότερα γέμισαν την εσοχή με ένα μικρότερο σύνολο τοίχων για να διατηρήσουν αδιάσπαστη την πρόσοψη του εξωτερικού τοίχου. Οι Οθωμανοί πρόσθεσαν επίσης πρόσθετα στηρίγματα στους συνδέσμους του τοίχου τους με τον αρχικό τοίχο. Αντίθετα, ο χώρος μεταξύ της αρχικής πύλης και της νέας οθωμανικής εισόδου έμεινε χωρίς στέγη και ανοιχτός προς τον ουρανό. Από την πύλη, ο εξωτερικός τοίχος συνεχίζει ανατολικά και μετά νότια, σε τρία διακριτά τμήματα τειχών, μέχρι το φυλάκιο. Ο τοίχος είναι κτισμένος από ασβεστολιθική τοιχοποιία, με ελάχιστες μαρτυρίες τούβλων ή κεραμιδιών, με ένα μικρό εσωτερικό στηθαίο και οθωμανικά κτισμένα τεφτέρια, τώρα σε μεγάλο βαθμό ερειπωμένα. Από την αρχή, τα κτίρια χτίζονταν ακουμπισμένα στον εξωτερικό τοίχο, όπως μαρτυρούν τα απομεινάρια των θεμελίων τους, οι πλευρικοί τοίχοι που ενώνονταν με την εσωτερική όψη του κουρτινότοιχου ή η παρουσία τζακιών και παραθύρων στον τοίχο. Ένα από αυτά τα κτίρια σώζεται σε μεγάλο βαθμό αμέσως δίπλα στην εξωτερική πύλη. Παράθυρα, τζάκια κ.λπ. επιδεικνύουν μια ομοιομορφία ύφους που δείχνει την κατασκευή τους ταυτόχρονα με το ίδιο το φρούριο. Στο σημείο όπου ο εξωτερικός τοίχος ενώνεται με το φυλάκιο, βρίσκεται μια μικρή αφίσα, καθώς και μια σκάλα που οδηγεί στο chemin de ronde του εξωτερικού τοίχου. Στην άλλη πλευρά της πύλης, το κουρτινότοιχο συνεχίζεται σε δύο εκτάσεις νοτιοδυτικά και νότια, με έναν πύργο —πιθανότατα οθωμανική προσθήκη— στη συμβολή τους, πριν στρίψει απότομα προς τα ανατολικά. Οι Τούρκοι έχτισαν έναν προμαχώνα με εδάφη πίσω από αυτή τη νοτιοδυτική γωνία ως πλατφόρμα πυροβολικού. Υπάρχουν μαρτυρίες για κτίρια που χτίστηκαν γειτονικά με το παραπέτασμα κατά μήκος του δυτικού τοίχου. Ο νότιος τοίχος παρουσιάζει στοιχεία μεταγενέστερων, πιθανώς τουρκικών, επισκευών, με σπασμένα κεραμίδια να εναλλάσσονται με πέτρινες στρώσεις. Σε αυτή την έκταση, τα κανόνια του Ιμπραήμ Πασά επηρέασαν το ρήγμα του τείχους το 1825. Σχεδόν στα μισά του δρόμου μεταξύ της νοτιοδυτικής γωνίας και του φύλακα, ο τοίχος στρέφεται απότομα προς τα μέσα για περίπου 5 μέτρα (16 πόδια) γύρω από έναν οθωμανικά χτισμένο πύργο πριν συνεχίσει ανατολικά και μετά βορειοανατολικά για να ενωθεί με το φύλακα. Μια άλλη αφίσα βρίσκεται περίπου 10 μέτρα (33 πόδια) από τη συμβολή των δύο τοίχων.

Διατήρηση
Το φυλάκιο έχει ακανόνιστο εξαγωνικό σχήμα, με μήκος περίπου 90 μέτρα (300 πόδια) από ανατολή προς δύση και γ. 60 μέτρα (200 πόδια) από νότο προς βορρά, με τους έξι τοίχους του να περικλείουν μια εσωτερική αυλή 61 επί 31 μέτρων (200 πόδια × 102 πόδια). Οι τοίχοι του συγκρατούν μια σειρά από διώροφες αίθουσες, που σχηματίζουν έναν δακτύλιο δωματίων γύρω από την κεντρική αυλή. Ο κάτω όροφος, που χωρίζεται από τον επάνω με ξύλινα δάπεδα -τώρα κυρίως κατέρρευσε με μόνο τις κόγχες για τη στήριξη των δοκών που μαρτυρούν την ύπαρξή τους- έχει τόξα που ανοίγουν στην αυλή. Ο επάνω όροφος διαθέτει μεγάλες στοές με ωοειδείς θόλους βαρελιών "από άψογο poros ashlar" (Andrews), που υποστηρίζονται από πλευρικούς τοίχους από ασβεστολιθικούς λίθους και από εγκάρσια τόξα κάθε 7-10 μέτρα (23-33 πόδια). Αυτά έχουν καταρρεύσει εκτός από τις παραστάδες, τοποθετημένες στον τοίχο και πάνω από βυζαντινού τύπου λοξότμητες επιθέσεις.
Οι γκαλερί έχουν ως επί το πλείστον ένα ομοιόμορφο στιλ - κοινό στη γαλλική αρχιτεκτονική του 12ου αιώνα - με διπλά τοξωτά παράθυρα που βρίσκονται μέσα σε μια θολωτή κοιλότητα στους τοίχους, με συμπόσια και στις δύο πλευρές. Οι στοές διαθέτουν επίσης κόγχες και τζάκια παρόμοια με εκείνα του εξωτερικού παραπετάσματος και των σχετικών κτιρίων, ενισχύοντας τη «στιλιστική ομοιομορφία» (Andrews) του κάστρου. Το Χλεμούτσι ήταν κατάλληλο για πριγκιπική κατοικία: οι αίθουσές του, διατεταγμένες γύρω από την εσωτερική αυλή, ήταν ευρύχωρες, άνετες και καλά φωτισμένες, δροσερές το καλοκαίρι και εφοδιασμένες με πολλά τζάκια για τους χειμερινούς μήνες.

Η είσοδος του θησαυρού βρισκόταν σε ένα πρωτοποριακό σώμα στη βόρεια πλευρά, με ένα θολωτό πέρασμα ανάμεσα σε δύο πύλες που οδηγούσαν από την εξωτερική αυλή στα εσωτερικά δωμάτια του θησαυρού. Το ίδιο το φυλάκιο διαθέτει μόλις δύο στρογγυλούς πύργους διαμέτρου 5 μέτρων με τετράγωνες βάσεις, που βρίσκονται και οι δύο στη δυτική πλευρά και εντός του εξωτερικού θαλάμου. Το νοτιότερο από τα δύο είναι σχεδόν ολοκληρωτικά ερειπωμένο, πιθανότατα ως αποτέλεσμα της καταστροφής του Ιμπραήμ Πασά. Οι πιο εκτεθειμένες ανατολικές και νότιες πλευρές δεν είχαν πύργους. Σύμφωνα με τον ιστορικό Kevin Andrews, αυτό συμβαίνει ίσως επειδή κρίθηκαν ότι προστατεύονται επαρκώς από το απότομο έδαφος.

Η οροφή του θησαυρού φαίνεται να ήταν αρχικά κεκλιμένη ή σε σχήμα αέτωμα, με ένα chemin de ronde και στηθαίο στην εξωτερική του όψη, αλλά αργότερα ξαναχτίστηκε με τον εξωτερικό τοίχο ανυψωμένο και την οροφή να αντικατασταθεί από τη σημερινή βεράντα που μοιάζει με πλατφόρμα. Η πρόσβαση στην ταράτσα γίνεται μέσω μιας σκάλας από την αυλή, αμέσως δίπλα στην κύρια είσοδο του θησαυρού, και από μια σπειροειδή σκάλα, που έχει πλέον καταρρεύσει, στη δυτική γωνία. Το εσωτερικό στηθαίο της νέας στέγης σώζεται, αλλά ελάχιστα ίχνη από το εξωτερικό στηθαίο σώζονται, εκτός από μερικά βαρέλια της οθωμανικής εποχής. Δεν φαίνεται να έχει γίνει καμία πρόβλεψη για την εγκατάσταση όπλων εδώ.

Αρχιτεκτονική και σημασία
Αν κρίνουμε από τη σχετική ομοιομορφία κατασκευής, το κάστρο του Χλεμούτσι φαίνεται να χτίστηκε μέσα σε λίγα χρόνια, γ. 1220–23. Τα περισσότερα από τα αρχιτεκτονικά στοιχεία που βρέθηκαν στο κάστρο είναι χαρακτηριστικά της γαλλικής αρχιτεκτονικής του 12ου αιώνα. όπως γράφει ο K. Andrews, «χωρίς καθαρά γοτθικά χαρακτηριστικά, φαίνεται να είναι περισσότερο μια μετάβαση από το ρωμανικό». Μερικά αυτοφυή βυζαντινά στοιχεία είναι επίσης εμφανή, όπως στους επιβλητικούς λίθους ή στη χρήση τοπικού υλικού.

Το Χλεμούτσι παραμένει «ένα από τα σημαντικότερα και καλύτερα διατηρημένα κάστρα της Ελλάδας» (Α. Ράλλη), και διατηρεί ανέπαφο τον φράγκικο χαρακτήρα του. Μετά τη Φραγκοκρατία και την πτώση της στρατιωτικής της σημασίας, οι κατακτητές έκαναν ελάχιστες προσθήκες ή τροποποιήσεις. η βυζαντινή κυριαρχία δεν άφησε ίχνη, και μόνο οι Οθωμανοί έκαναν κάποιες μικρές επισκευές και τροποποιήσεις για το πυροβολικό.

Οι διάδοχοι των Βελλεαρδουίνων
Όταν πέθανε ο πρίγκιπας Γουλιέλμος Β΄ Βιλλεαρδουίνος (1278) τον πριγκιπικό τίτλο κληρονόμησε σύμφωνα με την Συνθήκη του Βιτέρμπο (1267) ο Βασιλιάς της Νεαπόλεως Κάρολος ο Ανδεγαυός. Το Χλεμούσι ωστόσο κληρονόμησε η σύζυγος του Γουλιέλμου Β΄ Άννα Αγγελίνα της Ηπείρου που κράτησε επιπλέον την κληρονομική βαρονία της Καλαμάτας στην Μεσσηνία. Ο νέος της σύζυγος Νικόλαος Β΄ του Σαιντ-Ομέρ που ήταν άρχοντας του ημίσεως των Θηβών κληρονόμησε τα πιο εύφορα εδάφη στην Πελοπόννησο, αυτό ανησύχησε τον Κάρολο. Με νέα Συνθήκη (25 Σεπτεμβρίου 1281) παραχωρήθηκαν στο Χλεμούτσι και στην Καλαμάτα το ήμισυ των εδαφών του θανόντος Λεονάρδου του Βερολί με κτήματα στην Ηλεία, την Μεσσηνία και την Ιταλία. Στις αρχές της δεκαετίας του 1290 ο Θωμάς Κομνηνός Δούκας γιος και διάδοχος του Δεσπότη της Ηπείρου Νικηφόρου Α΄ Κομνηνού Δούκα κρατήθηκε αιχμάλωτος στο κάστρο ως τιμωρία για την συμπεριφορά του πατέρα του. Οι Ανδεγαυοί βασιλείς της Νεαπόλεως απέκτησαν υπό τον έλεγχο τους το πριγκιπάτο (1278). Η μοναδική επιζήσασα κόρη του Γουλιέλμου Β΄ Μαργαρίτα Βιλλεαρδουίνου διεκδίκησε την κληρονομιά του πατέρα της, απέκτησε ένα τμήμα από αυτή το Χλεμούσι και την Καλαμάτα που κατείχε η μητέρα της (1311). Τον Φεβρουάριο του 1314 πάντρεψε την μοναδική της κόρη Ισαβέλλα ντε Σαμπράν με τον Ισπανό πρίγκιπα Φερδινάνδο της Μαγιόρκας στον οποίο έδωσε και τα δικαιώματα διαδοχής. Ο Ανδεγαβός βάιλος της Αχαΐας εξοργίστηκε για την πράξη αυτή, συνέλαβε την Μαργαρίτα και την φυλάκισε στο Χλεμούσι όπου πέθανε τον Μάρτιο του 1315. Ο Φερδινάνδος της Μαγιόρκας στρατοπέδευσε τον Ιούνιο του 1315 στην Γλαρέντζα για να διεκδικήσει την κληρονομιά του από τον Ανδεγαυό κυρίαρχο Λουδοβίκο της Βουργουνδίας, κατέλαβε το μεγαλύτερο τμήμα της Ηλείας αλλά τον Ιούλιο του 1316 έπεσε στην Μάχη της Μανωλάδας. Τα στρατεύματα του Φερδινάνδου από την Μαγιόρκα αναγκάστηκαν μετά από αυτό να παραδόσουν τις κατακτήσεις του Φερδινάνδου στην Ηλεία και να επιστρέψουν στην πατρίδα τους. Ο Κάρολος Α΄ Τόκκος κατέλαβε το Χλεμούσι και την Γλαρέντζα και προσπάθησε να επεκτείνει την εξουσία του στον Μωριά εις βάρος του τελευταίου Γενοβέζου πρίγκιπα της Αχαΐας Κεντυρίων Β΄ Ζαχαρία.

Βυζαντινή και Οθωμανική κατάσταση
Μετά την ήττα από την Βυζαντινή αυτοκρατορία στην Μάχη των Εχινάδων (1427) ο Κάρολος Τόκκος αναγκάστηκε να παραδώσει σχεδόν όλο το πριγκιπάτο του στο Δεσποτάτο του Μορέως που κυβερνούσε ο μετέπειτα τελευταίος αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ΙΑ΄ Παλαιολόγος. Η παραχώρηση έγινε υπό την μορφή κληρονομιάς αφού ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος παντρεύτηκε στον πρώτο του γάμο την κόρη του Καρόλου Τόκκου Θεοδώρα Τόκκο. Με έδρα το Χλεμούτσι ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος κατέλαβε και τις τελευταίες περιοχές της Πελοποννήσου που είχαν απομείνει στους Λατίνους όπως η πόλη της Πάτρας (1428 - 1430). Το κάστρο παρέμεινε σε Βυζαντινά χέρια μέχρι την εποχή που έπεσε ολόκληρη η Πελοπόννησος στην Οθωμανική αυτοκρατορία (1460). Ο νόθος γιος του Κεντυρίων Β΄ Ιωάννης Ασάν Ζαχαρίας ήταν φυλακισμένος στο Χλεμούσι, δραπέτευσε και προχώρησε σε αποτυχημένη εξέγερση εναντίον των Παλαιολόγων που κυβερνούσαν το Δεσποτάτο του Μωρέως (1453). Το κάστρο έχασε την στρατηγική του σημασία όταν κατέλαβε το Δεσποτάτο η Οθωμανική αυτοκρατορία. Το κατέλαβαν ωστόσο οι Βενετοί όταν ξέσπασε ο Α΄ Βενετοτουρκικός Πόλεμος και δέχθηκε επίθεση από το Κυρίαρχο Στρατιωτικό Τάγμα της Μάλτας (1620). Όταν έληξε ο ΣΤ΄ Βενετοτουρκικός Πόλεμος και ακολούθησε η τελευταία κυριαρχία της Βενετίας στην Πελοπόννησο (1687 - 1715) ήταν διοικητική έδρα, εκείνη την εποχή ωστόσο ήταν μικρότερο και αραιοκατοικημένο. Ο Ενετός προβλεπτής Φραντσέσκο Γκριμάνι πρότεινε να το κατεδαφίσουν επειδή δεν μπορούσαν να το υπερασπιστούν και να οικοδομήσουν ξανά την παραλιακή Γλαρέντζα (1701). Όταν έληξε ο Ζ΄ Βενετοτουρκικός Πόλεμος και ο Μωριάς πέρασε ξανά στους Οθωμανούς (1715) ερημώθηκε ολοκληρωτικά.. Όταν ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση του 1821 ο Ιμπραήμ Πασάς της Αιγύπτου κατεδάφισε τα τείχη του για να μην μπορούν να τα χρησιμοποιήσουν οι Έλληνες επαναστάτες (1825).
Νεότερα χρόνια
Το κάστρο κατέχει σήμερα η 6η Εφορία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, είναι ορατό και προβάσιμο με αυτοκίνητο από την γειτονική Κυλλήνη Ηλείας. Ως εργασίες συντήρησης του κάστρου, αναφέρονται μικρής κλίμακας επισκευές κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Οι ιδιαίτερα περιορισμένες επεμβάσεις είχαν σαν αποτέλεσμα τη διατήρηση των αρχιτεκτονικών στοιχείων του 13ου αι., ώστε το κάστρο να είναι σήμερα ένα σημαντικό δείγμα κατασκευών της εποχής της Φραγκοκρατίας. Στην δεκαετία του 1970 επαναφέρεται εν μέρει η πύλη εισόδου στον εσωτερικό 39 περίβολο καθώς και τα ανοίγματα της αίθουσας Α1-Α2. Συγχρόνως επισκευάστηκε μερικώς και ο θόλος της αίθουσας Α4 προκειμένου να μην καταρρεύσουν οι τοίχοι που βρίσκονται στο πλάι. Με τη χρηματοδότηση του Γ' Κ.Π.Σ. (ΠΕΠ Δυτ. Ελλάδος και πρόγραμμα ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ) συνεχίστηκαν, από το 2000 και ολοκληρώθηκαν, το 2009, οι εργασίες που αφορούσαν στη διαμόρφωση και στον εξοπλισμό των αιθουσών Α5, Ν, Α1I1 ως μουσειακών χώρων, στη στερέωση-αποκατάσταση της εισόδου και των πυλών του εσωτερικού περιβόλου, στη διαμόρφωση του αύλειου χώρου του μουσείου και στη χάραξη διαδρομών επισκεπτών, καθώς και στη μετατροπή της αίθουσας Α6 σε αρχαιολογική αποθήκη, χώρο μελέτης και εργαστήριο συντήρησης. Το 2008 ολοκληρώθηκε η μόνιμη έκθεση στο χώρο του κάστρου, ενώ τα έργα για την Αίθουσα Α1 πραγματοποιήθηκαν από το 2012-2013, ενώ το 2013-2014 έγιναν έργα συντήρησης.

Ιστορία - Χρονολόγιο
1220-1315 Βιλλεαρδουίνοι
1315 Καταλανοί ?? (πιθανόν μόνο για ένα χρόνο ή λιγότερο)
1315-13?0 Φράγκοι ?? (προς ανεύρεση από την ιστορία του πριγκιπάτου)
13?0-13?? Κάρολος Α’ Τόκκος
1427 Κωσταντίνος Παλαιολόγος (προίκα, με το γάμο του με τη Θεοδώρα, ανεψιά του Καρόλου Α΄ Τόκκου)
1460-1687 Πρώτη περίοδος Τουρκοκρατίας
1687-1715 Βενετοκρατία
1715-1821 Δεύτερη περίοδος Τουρκοκρατίας
1825 Βομβαρδισμός από τον Ιμπραήμ