Πέμπτη 11 Ιανουαρίου 2024

Το Σπήλαιο Περάματος Ιωαννίνων

Ένα τριώροφο παλάτι, με ασύγκριτες ομορφιές και θαυμαστά στολίδια, που συγκαταλέγεται ανάμεσα στα ομορφότερα των Βαλκανίων, φιλοτέχνησε η φύση στα σπλάχνα του λόφου Γκορίτσα, που στεφανώνει το γραφικό χωριό Πέραμα. Τα στολίδια που διάλεξε η φύση γι΄αυτό ήταν από τα πιο όμορφα και τα πλουσιότερα. Απαριθμεί 19 είδη σταλακτιτών και σταλαγμιτών, τη στιγμή που σε άλλα σπήλαια συναντώνται 6 -10 το πολύ είδη.

Τοποθεσία
Το Σπήλαιο Περάματος Ιωαννίνων, βρίσκεται στα Νότια κράσπεδα του λόφου Γκορίτσα, στο υψηλότερο σημείο του κέντρου του χωριού Πέραμα, δέκα μέτρα υψηλότερα από τη μέση στάθμη της λίμνης Παμβώτιδας και σε υψόμετρο 480 μέτρων. Τα πόδια του λούζει η λίμνη Παμβώτιδα Ιωαννίνων, που έγινε ξακουστή με το θρύλο της Κυρά - Φροσύνης και του Αλή Πασά.
Γεωγραφικά Στοιχεία
Η πεδινή έκταση του λεκανοπεδίου αναπτύσσεται γύρω από τη λίμνη Παμβώτιδα και περιβάλλεται από διαδοχικά βουνά και υψίπεδα. Τα ψηλότερα σημεία του βρίσκονται βορειοδυτικά, με το όρος Μιτσικέλι (υψ. 1811 μ.) να δεσπόζει, ενώ τα χαμηλότερα αναπτύσσονται ανατολικά και νότια.

Στο κέντρο, που βρίσκεται ανάμεσα στις νότιες πλαγιές του Μιτσικελίου, στους λόφους της πόλης και στο λόφο της Καστρίτσας, σχηματίζεται η λίμνη των Ιωαννίνων. Γύρω από το Μιτσικέλι, βρίσκονται ο Δρίσκος (υψ. 1278 μ.) με τις ανατολικές απολήξεις του να καταλήγουν στην κοιλάδα του Αράχθου, η Αετορράχη (υψ. 1078 μ.) που αναπτύσσεται μεταξύ του Αράχθου και των υψιπέδων του Αβγού, ο Προφήτης Ηλίας της Μανωλιάσσας (υψ. 1076 μ.), η Μεγάλη Τσούκα (υψ. 1173 μ.) πάνω από την Κοσμηρά, τα Μάρμαρα (υψ. 879 μ.), η Τσούκα (υψ. 781 μ.) και τα Πενταλώνια (υψ. 840 μ.).

Η λίμνη επικοινωνούσε παλιότερα, μέσω ενός φυσικού αύλακα, με τη λίμνη της Λαψίστας, στο βορειοδυτικό τμήμα του λεκανοπεδίου, η οποία και αποξηράνθηκε κατά τη δεκαετία του ’50, για να δημιουργηθεί ο κάμπος της Λαψίστας. Πολλοί ασβεστολιθικοί λόφοι διαμορφώνουν ένα ιδιαίτερο τοπίο, που συνδέεται με ιστορικές θέσεις, όπως Καστρίτσα, Μπιζάνι, Σπήλαιο Περάματος και Καστρί Γαρδικίου.

Γεωλογικά, η περιοχή ανήκει στην Ιόνιο ζώνη με τους ασβεστόλιθους να κυριαρχούν. Απαντώνται περιστασιακά ελάχιστες ζώνες φλύσχης. Κύριο υδάτινο στοιχείο της περιοχής είναι η λίμνη Παμβώτιδα, στην οποία απορρέουν αρκετά ρέματα του λεκανοπεδίου. Το κλίμα της περιοχής είναι αυτό του ήπιου μεσογειακού τύπου, με πάρα πολλές βροχές, συχνές ομίχλες και ξηρό καλοκαίρι. Στα ορεινά τμήματα της περιοχής το κλίμα γίνεται πιο τραχύ με αρκετές χιονοπτώσεις το χειμώνα.
Παλαιοί κάτοικοι των Ιωαννίνων, διηγούνται ότι η είσοδος του Σπηλαίου ήταν γνωστή πριν από το 1900 και ότι ο μπέης Χολιάσης Εφέντης την έκλεισε περί το 1907 για λόγους ασφαλείας. Από τότε όμως τίποτα δε θύμιζε την ύπαρξή του. Γνωστό έγινε κατά τον δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο (1940) από κατοίκους του χωριού οι οποίοι κρύβονταν στα κοιλώματα του λόφου Γκορίτσα, για να προφυλαχθούν από τους βομβαρδισμούς των αεροπλάνων.

Πώς ανακαλύφθηκε
Το εσωτερικό ωστόσο του Σπηλαίου παρέμεινε άγνωστο, από το φόβο ή και το δέος που προκαλούσε, γιατί έπρεπε να προχωρήσει κανείς έρποντας επί 100 περίπου μέτρα, για να φτάσει σε θαλάμους με ψηλές οροφές. Μετά τον πόλεμο, και συγκεκριμένα το έτος 1951, περνώντας από εκεί τυχαία ο γεωλόγος-σπηλαιολόγος, Ιωάννης Πετρόχειλος έμαθε για την ύπαρξή του.

Εξερευνήσεις
Εισχώρησε σε αυτό και θαύμαζε επί ατέλειωτες ώρες το έξοχο αριστούργημα της ελληνικής φύσης, το πρώτο σε μέγεθος και ομορφιά που συναντούσε στον τόπο μας. Οι εξερευνήσεις συνεχίστηκαν κατά τα έτη 1953-1956, οπότε και αποκαλύφθηκαν νέα διαμερίσματα. Μεγαλόπρεποι διάδρομοι, εκτεταμένοι θάλαμοι καθώς και ο πλούσιος και πρωτόφαντος στολισμός του παρέπεμπαν σε πολυτελές παλάτι, όπου μόνο χθόνιοι θεοί θα μπορούσαν να κατοικούν. Έτσι λοιπόν το Σπήλαιο Περάματος αφιερώθηκε στον Πλούτωνα και την Περσεφόνη.
Το σπήλαιο αποτελεί τμήμα κοίτης υπόγειου ποταμού, που διανοίχθηκε κατά την προτεταρτογενή εποχή, ηλικίας 1.500.000 χρόνων περίπου (Ιωάννης Πετρόχειλος). Η τουριστική διαδρομή του, έχει μήκος 1.100 μέτρα και η έκταση που καλύπτει είναι 14.800 m2, ενώ η υψομετρική του διαφορά από την είσοδο έως την έξοδο είναι 25 μέτρα περίπου. H θερμοκρασία του αέρα είναι 180 Κελσίου, ενώ η θερμοκρασία των υδάτων των μικρών λιμνών που σχηματίζονται εντός του Σπηλαίου είναι 140 Κελσίου. Η σκληρότητά τους είναι 180 Γαλλικών με P.H 5,5 και η υγρασία του Σπηλαίου αγγίζει το 100%.

Σπηλαιοθεραπεία
Τα τελευταία χρόνια μεγαλώνει το ενδιαφέρον σχετικά με το πρόβλημα αξιοποίησης των χώρων μέσα στα σπήλαια για τη διατήρηση της υγείας του ανθρώπινου οργανισμού. Ο άνθρωπος, πριν πολλών ετών, είχε γνωρίσει, ότι ορισμένοι υπόγειοι χώροι διαθέτουν φυσικό-χημικές ιδιότητες, που επιδρούν θεραπευτικά σε μία σειρά ασθένειες του ανθρώπινου οργανισμού.

Ερμηνεία Ευεργετικών Ιδιοτήτων
Αυτήν την στιγμή πλέον γνωρίζουμε ότι οι κυριότεροι παράγοντες είναι οι παρακάτω:

Η θερμότητα του αέρος και τα ρεύματα που δημιουργεί.
Οι αλλαγές και η σχετική υγρασία.
Η μη παρουσία όζοντος στους χώρους των σπηλαίων.
Το χαμηλό ή και μηδενικό περιεχόμενο μικροοργανισμών.
Σωματίδια ραδιενεργά (προϊόντα ραδίου και ακτίνες γάμα).
Η μη παρουσία σκόνης, ενώ υπάρχουν τα μικρά σταγονίδια υγρασίας.
Το όξινο περιβάλλον και η παρουσία ασβεστίου και μαγνησίου και μια σειρά άλλοι παράγοντες, φυσικοί, χημικοί των σπηλαίων επιδρούν θετικά στην Κλιματοθεραπεία.
Οι σύγχρονες επιστημονικές έρευνες σχετικές με την επίδραση του σπηλαιολογικού περιβάλλοντος στον άνθρωπο, ξεκάθαρα αποδεικνύουν ότι τα σπήλαια εύκολα μπορούν να μετατραπούν σε υπόγεια αναρρωτήρια, όπου θα θεραπεύονται ασθένειες και με την αυξημένη ικανότητα αναζωογόνησης του οργανισμού, όλοι οι παραπάνω παράγοντες επιδρούν θετικά στην υγεία, ανεβάζοντας την φυσική κατάσταση του ατόμου. Και βεβαίως οι παράγοντες αυτοί έχουν ακόμη πιο εξαιρετική σημασία, εφόσον η χρήση τους γίνεται σαν σύνολο. Δεν πρόκειται για τεχνητούς, αλλά για φυσικούς παράγοντες. Στο σπήλαιο υπάρχει μια ατμόσφαιρα με χαμηλή δυναμική, σε σύγκριση με την εξωτερική. Ουσιαστικά ο στατικός αερισμός δεν δημιουργεί αλλαγές όπως στην εξωτερική ατμόσφαιρα και τυχόν αρνητικές επιδράσεις στον οργανισμό.

Στο περιβάλλον του σπηλαίου υπάρχει υψηλή περιεκτικότητα CO2 (Διοξ. Άνθρακα), απ’ ότι στην εξωτερική ατμόσφαιρα. Αυτή η περιεκτικότητα CO2 διεγείρει τα αναπνευστικά κέντρα και ωθεί σε βαρύτερες αναπνοές και αυτό συντελεί ώστε ο ασθενής να εισπνέει μεγαλύτερες ποσότητες θεραπευτικών στοιχείων που υπάρχουν μέσα στο σπήλαιο. Σημαντικός θεραπευτικός παράγοντας είναι και τα μόρια-σωματίδια φορτισμένα με αρνητικό ηλεκτρισμό (γεννιούνται με την επίδραση της Βαλλοηλεκτρικής του Lenard). Τα σωματίδια αυτά κυκλοφορούν στο περιβάλλον του σπηλαίου και κατά την επαφή με τις βλέννες του ανθρώπινου οργανισμού, συγκρούονται με το θετικό ηλεκτρισμό των πυρήνων στις μεμβράνες. Η υψηλή συγκέντρωση ασβεστούχων Ιονιδίων (Ιόντα) (Calsium) επηρεάζουν θετικά την σταθερότητα των κυττάρων του οργανισμού. Και στις δύο παραπάνω περιπτώσεις γίνεται σημαντική θεραπεία των αλλεργικών ασθενειών όπως είναι το Άσθμα.

Το υψηλό περιεχόμενο Μg (magnesium) είναι και αυτό που φέρνει ευεργετικά αποτελέσματα. Στα φαινόμενα που μέχρι στιγμής ανεπαρκώς έχουν ερευνηθεί και στα οποία δίνεται σημαντική σημασία ανήκει και η σταθερότητα του ηλεκτρικού πόλου, διότι ο πετρώδης όγκος επιδρά σαν κλουβί του Faraday, μη επιτρέποντας αστάθειες ηλεκτρομαγνητικές της εξωτερικής ατμόσφαιρας. Σχετικά λίγο γνωστή είναι και η σημασία της ραδιενέργειας που ανακαλύφθηκε, αν και σε ελάχιστες δόσεις, στα περισσότερα σπήλαια.

Τη σημασία της έχει και η αδύνατη Gama, τυπική σε πολλούς χώρους των σπηλαίων. Το υγρό περιβάλλον στους χώρους των σπηλαίων έχει όξινη αντίδραση, γεγονός που από πλευράς Μικροβιολογικής σημαίνει ότι οι χώροι των σπηλαίων είναι απολύτως ακατάλληλοι για πολλαπλασιασμό – ανάπτυξη βακτηριδίων.

Το σύνολο των παραπάνω παραγόντων φαίνεται εξαντλητικό. Οι μελέτες που έγιναν (κλινικά), απέδειξαν ότι αυτοί οι παράγοντες επιδρούν στην αναζωογόνηση του ανθρώπινου οργανισμού. Στο ερευνητικό κέντρο Τρεσίν του Όλομουτς Μοραβίας όπου συνεργάζονται ειδικοί της πανεπιστημιακής κλινικής και η Έδρα Ιατρικής του Πανεπιστημίου, οι μελέτες απέδειξαν, ότι οι παράγοντες αυτοί έχουν και επιδρούν θεραπευτικά, βοηθούν στην άμυνα του οργανισμού.

Η σπηλαιοθεραπεία μπορεί να χρησιμοποιηθεί στις παρακάτω περιπτώσεις:

Στην θεραπεία χρόνιων βρογχοασθενειών του αναπνευστικού συστήματος – Άσθμα.
Αναζωογόνηση ανθρώπινων οργανισμών εκτεθειμένες στις εκπομπές ρύπανσης, καυσαερίων και άλλων επιζήμιων παραγόντων από πυκνή βιομηχανική περιοχή και νέφος που δημιουργείται στις μεγαλουπόλεις.
Στη σταθεροποίηση της φυσικής κατάστασης των οργανισμών με χρόνιες παθήσεις, μείωση των προβλημάτων κατά 60-70%.
Στη θεραπεία δερματολογικών ασθενειών που προέρχονται από μολύνσεις, αλλεργικής μορφής.
Η μέθοδος μέτρησης των Σπηλαιοθεραπευτικών παραγόντων επεξεργάσθηκε από τη Διεθνή Επιτροπή της ΟΥΝΕΣΚΟ ( ΙΠ8 ) και δεν διαφέρει από τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται στην κλιματολογία και στην έρευνα καθαρότητας της ατμόσφαιρας, ραδιομέτρησης και σε παρόμοιες έρευνες. Στην Τσεχία υπάρχουν εμπειρίες 30 ετών, ενώ η σπηλαιοθεραπεία χρησιμοποιείται και στις παρακάτω χώρες: Ουγγαρία, Ρωσία, Αυστρία, Γερμανία, Ιταλία, Πολωνία, Γαλλία, Ρουμανία. Η σπηλαιοθεραπεία εφαρμόζεται σε παιδιά ηλικίας 5 έως 15 ετών. Η διάρκεια της θεραπείας είναι 21 ημέρες για 4 ώρες ημερησίως. Η θεραπεία αυτή γίνεται σε ορυχεία και σε αλατορυχεία.
Αρχαιοζωολογία-Παλαιοντολογία
Ύστερα από βιοσπηλαιολογικές έρευνες που πραγματοποιήθηκαν από το Σουηδό καθηγητή κ. Κ. Lindberg διαπιστώθηκε ότι στο Σπήλαιο διαβιούν τα έντομα των παρακάτω γενεών:

Oligichetes
Arpacticide (Maraenobiotus Brucei Carpatvicus Chapuis) Aselides
Isopodes Terrestres
Amphipodes
Diplopodes Collemboles
Arachnides Acariens
Καθώς και νύμφες από διάφορα έντομα.
Στο Σπήλαιο Περάματος, βρέθηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα από τον Ιωάννη Πετρόχειλο ένα νέο είδος δολιχόποδων και μελετήθηκε από το Γάλλο Βιοσπηλαιολόγο Chappuis που ονόμασε «Dolichopod Petrochilozi» προς τιμήν αυτού που το ανακάλυψε.

Τα σπήλαια είναι κενοί χώροι μέσα στα πετρώματα, έχουν είσοδο που επιτρέπει την επικοινωνία με την επιφάνεια και διαστάσεις τέτοιες ώστε να είναι δυνατή η είσοδος του ανθρώπου. Κάθε σπήλαιο μπορεί να είναι συνολικά ή κατά ένα μέρος γεμάτο με ιζήματα, δηλαδή με υλικά που μεταφέρονται εκεί κυρίως από τη διάβρωση των πετρωμάτων, από νερό ή πάγο. Όταν τα σπήλαια παρουσιάζονται με πολύπλοκη ανάπτυξη –όπως για παράδειγμα ένας συνδυασμός από κατακόρυφα φρέατα και οριζόντιους θαλάμους- συνιστούν τα συστήματα σπηλαίων.

Η Σπηλαιογένεση
Η ερμηνεία του τρόπου δημιουργίας και εξέλιξης των σπηλαίων και των συστημάτων σπηλαίων είναι η σπηλαιογένεση, η οποία όμως περιλαμβάνει και τις φάσεις όπου η κίνηση του νερού γίνεται σε πολύ στενούς αγωγούς που δεν μπορούν λόγω μεγέθους να θεωρηθούν σπήλαια λόγω του παραπάνω ορισμού, καθώς και τις φάσεις όπου τα σπήλαια αρχίζουν να καταρρέουν και να καταστρέφονται.

Συνοπτική Παρουσίαση Δημιουργίας των Σπηλαίων
Η μορφή και το μέγεθος των σπηλαίων ποικίλλει πάρα πολύ εξαιτίας ενός μεγάλου αριθμού παραγόντων που συνδέονται με τη δομή και τη σύσταση του πετρώματος, τη γεωμετρία των ρωγμών που παρουσιάζει, το ανάγλυφο της περιοχής στην οποία βρίσκεται, τις υδρολογικές συνθήκες και πολλά άλλα στοιχεία μικρότερης σημασίας Τα περισσότερα σπήλαια που έχουν ανακαλυφθεί εντοπίζονται σε πετρώματα όπως ο ασβεστόλιθος, το μάρμαρο, ο δολομίτης και γενικά στα λεγόμενα ανθρακικά πετρώματα. Η αιτία για το γεγονός αυτό εντοπίζεται στη σύσταση των πετρωμάτων αυτών, η οποία επιτρέπει τη διάλυση από το νερό της βροχής, όταν αυτό δεσμεύσει από την ατμόσφαιρα και το έδαφος διοξείδιο του άνθρακα, δηλαδή την καρστική διάβρωση.

Το αποτέλεσμα αυτής της αντίδρασης είναι η δημιουργία ασθενούς ανθρακικού οξέος, ικανού να διαλύσει τα ανθρακικά πετρώματα. Το αποσταγμένο νερό σε συνήθη θερμοκρασία διαλύει 16mg/lt CaCO³, ενώ όταν είναι εμπλουτισμένο σε CO² κατά την αντίδραση: CO²+Η²Ο ↔ Η²CO³, αυξάνεται η διαλυτική του ικανότητα. Παράγοντες που επιδρούν στην καρστική διάβρωση είναι η κατάλληλη τεκτονική κατασκευή της περιοχής, η κλίση της επιφάνειας του εδάφους, οι κλιματολογικές συνθήκες και η χημική σύσταση των ασβεστόλιθων. Έτσι με την παρουσία του ανθρακικού οξέος στο νερό ο ασβεστόλιθος (ανθρακικό ασβέστιο) μετατρέπεται σε όξινο δισανθρακικό ασβέστιο κατά την αντίδραση: Η²CO³ + CaCO³ ↔Ca(HCO³)²

Η αντίδραση μετατοπίζεται, σε περίπτωση περίσσειας CO² προς τα προϊόντα ή όταν υπάρχει έλλειψη, προς τα αντιδρώντα, οπότε έχουμε διάλυση ή καθίζηση CaCO³ ανάλογα με την περίπτωση. Είναι πολύ σημαντικό, το ότι σε μικρό όγκο όλα αυτά τα πετρώματα είναι πρακτικά αδιαπέραστα από το νερό, όμως στο συνολικό τους όγκο, λόγω των πολλών ρωγμών που παρουσιάζουν (οι ρωγμές αυτές μπορεί να είναι διακλάσεις, ρωγμώσεις ή ρήγματα, όπως περιγράφονται στη γεωλογία), τελικά επιτρέπουν τη διέλευση του νερού. Με τον τρόπο αυτό το νερό διευρύνει τις αρχικά μικρές ρωγμές έως ότου δημιουργήσει μεγάλους χώρους και δαιδαλώδη συστήματα υπόγειων διαδρόμων, δηλαδή τα σπήλαια.

Η διαδικασία αυτή είναι συνεχής μέχρι γεωλογικές ανακατατάξεις να δημιουργήσουν νέες συνθήκες. Στις νέες συνθήκες το σύστημα σπηλαίων μίας περιοχής μπορεί να αποκτήσει μία νέα δομή ή να περάσει σε μία κατάσταση όπου η περαιτέρω διεύρυνσή του σχεδόν να σταματήσει και ο χώρος του να αρχίσει να γεμίζει με αποθέσεις, κυρίως ασβεστίτη, που συνθέτουν το διάκοσμο διάκοσμό του. Με τον όρο διάκοσμος γίνεται αναφορά στα ονομαζόμενα σπηλαιοθέματα, από τα οποία τα πιο κοινά είναι οι σταλακτίτες, οι σταλαγμίτες, οι κολώνες κ.α.

Η δημιουργία αυτών των αποθέσεων οφείλεται σε αντιστροφή της διαδικασίας διάλυσης του πετρώματος λόγω του ότι οι φυσικές και χημικές συνθήκες έχουν μεταβληθεί. Ως συνέπεια αυτής της αλλαγής, όταν το νερό φτάσει μέσω των ρωγμών στο χώρο του σπηλαίου αποθέτει την ποσότητα ανθρακικού ασβεστίου (το οποίο προέρχεται από τη διάλυση του ασβεστολιθικού πετρώματος) που μεταφέρει υπό διάλυση.

Κάθε μία σταγόνα μεταφέρει πολύ μικρή ποσότητα διαλυμένου ανθρακικού ασβεστίου και «χτίζει» σιγά σιγά ένα σπηλαιόθεμα. Εάν τύχει η απόθεση να συμβεί στην οροφή διαμορφώνει σταλακτίτες ή κουρτίνες σε επιφάνειες με κλίση. Όταν η σταγόνα καταλήξει στο δάπεδο, δημιουργεί σταλαγμίτες, ενώ όταν αποθέτει στα τοιχώματα και μικρές λίμνες, μπορεί να σχηματίσει μία πολύ μεγάλη ποικιλία σπηλαιοθεμάτων. Η διαδικασία αυτή είναι πολύ αργή και μπορεί να διαρκέσει χιλιάδες χρόνια.
Τα σπηλαιοθέματα αποτελούνται κυρίως από ασβεστίτη (CaCO³). Ο ασβεστίτης προκύπτει από την διάλυση του ασβεστόλιθου, πάνω από τα σπήλαια, εξαιτίας όξινου νερού που στάζει από την εδαφική ζώνη. Όταν φτάνει στο εσωτερικό του σπηλαίου, αυτό το νερό αποθέτει τον ασβεστίτη που «κρατάει», σχηματίζοντας ένα σταλακτίτη ή ένα άλλο σπηλαιόθεμα. Είναι γνωστό πως φτιάχνεται το αλάτι που κρυσταλλώνεται από την εξάτμιση του νερού αφήνοντας την άλμη.

Κρυστάλλωση Ασβεστίτη
Από τη στιγμή που ο αέρας στη σπηλιά είναι γεμάτος υδρατμούς, το νερό που μπαίνει στο σπήλαιο δεν μπορεί να εξατμιστεί. Αυτό που κάνει τον διαλυμένο ασβεστίτη (CaCO³) να κρυσταλλωθεί είναι μια τελείως διαφορετική διαδικασία, η απώλεια-διαφυγή του αερίου διοξειδίου του άνθρακα (CO²) από τις σταγόνες του νερού.

Η Σπουδαιότητα του CO2
Στην εδαφική ζώνη, όπου άφθονα υπολείμματα φυτών αποσυντίθενται γρήγορα, το περιεχόμενο σε CO² του αέρα του εδάφους μπορεί να υπερβεί 300 φορές την αναλογία επί της εκατό της εξωτερικής ατμόσφαιρας. Αυτό το CO² συνδυάζεται με το νερό του εδάφους για να παραχθεί ανθρακικό οξύ, το οποίο ρέοντας διαλύει τον ασβεστόλιθο και διαμέσου των ασυνεχειών του εισέρχεται στο σπήλαιο. Όταν το νερό έρχεται σ’ επαφή με τον αέρα του σπηλαίου, ο οποίος γενικώς έχει μια μερική πίεση CO² πολύ χαμηλότερη από αυτήν του αέρα του εδάφους, το CO² διαφεύγει από το νερό. Όταν το CO² διαφύγει, δημιουργείται μια χημική αλλαγή , η οποία εκφράζεται με την ακόλουθη αντίδραση: Ca + 2HCO³ →CO²↑ + CaCO³ + H²O. Αυτή η διαδικασία είναι η αντίστροφη από αυτή της διάλυσης του ασβεστόλιθου.

Το ότι η απώλεια του CO² και σπανιότερα από την εξάτμιση του νερού, είναι ο κύριος τρόπος με τον οποίο τα ασβεστιτικά σπηλαιοθέματα σχηματίζονται, αποδεικνύεται από τη χημική τους σύνθεση. Οι σταλακτίτες είναι σχεδόν καθαρός ασβεστίτης, παρόλο που το νερό απ’ το οποίο σχηματίζονται μπορεί να περιέχει μεγάλη ποσότητα από αλλά συστατικά σε διάλυση.

Εξαιτίας της απώλειας του υπάρχει μόνο απόθεση ανθρακικού ασβεστίου, ενώ τα αλλά συστατικά δεν αποτίθενται όπως θα συνέβαινε στη περίπτωση της εξάτμισης Όταν το όξινο νερό του εδάφους ξεκινά το ταξίδι του μέσα στη σπηλιά, αμέσως αρχίζει και να διαλύει τον ασβεστόλιθο στα τοιχώματα, ρέοντας μέσα από τα ραγίσματα. Αυτό συμβαίνει καθ’ όλη τη διάρκεια της ροής του από την οροφή του σπηλαίου προς τα κάτω. Κινείται όμως τόσο γρήγορα που όταν εισέρχεται στη σπηλιά έχει ήδη ανθρακικό ασβέστιο για να αποθέσει. Το παραπάνω γίνεται γνωστό από το ότι ενώ η απόθεση μπορεί να γίνεται στο εξωτερικό των σπηλαιοθεμάτων, το νερό που παγιδεύεται μέσα σ’ αυτά διανοίγει κοιλότητες.

Τα απολιθώματα είναι αντικείμενο της επιστήμης της Παλαιοντολογίας, η οποία μελετά τους οργανισμούς που έζησαν στις γεωλογικές περιόδους του παρελθόντος. Τα συμπεράσματα που εξάγει η Παλαιοντολογία αφορούν είτε την εξέλιξη των διαφόρων οργανισμών, είτε χρονολογικά στοιχεία. Η Παλαιοντολογία στα σπήλαια μπορεί να αφορά δύο περιπτώσεις απολιθωμάτων.

Περιπτώσεις Απολιθωμάτων
Η πρώτη έχει να κάνει με ασπόνδυλους οργανισμούς μέσα στο ασβεστολιθικό πέτρωμα, τα οποία είναι ιδιαίτερα σημαντικά διότι μπορούν να δώσουν στοιχεία για την ηλικία του πετρώματος στο οποίο σχηματίστηκε το σπήλαιο. Όμως η περισσότερο γνωστή πλευρά της Παλαιοντολογίας των σπηλαίων αφορά την ανεύρεση απολιθωμένων οστών ζώων της προϊστορικής εποχής.

Χρονολόγηση & Σημαντικότητα Απολιθωμάτων
Η χρονολόγηση με τα παλαιοντολογικά δεδομένα είναι η λεγόμενη βιοχρονολογία, είναι έμμεση χρονολόγηση και βασίζεται στην εξέλιξη των ειδών και στο συνεχή χαρακτήρα που έχει αυτή. Η παλαιοντολογία μπορεί να χρονολογήσει τόσο σε επίπεδο είδους, με βάση τα μορφολογικά ή μετρικά εξελικτικά χαρακτηριστικά κάποιου ζώου, όσο και σε επίπεδο συνόλου ζώων, με βάση τη συνύπαρξη χαρακτηριστικών ζώων, που βρίσκονται σε κάποιους γεωλογικούς ορίζοντες στα ιζήματα. Η δεύτερη είναι εφικτή λόγω του ότι κατά τη διάρκεια της ιστορίας της ζωής, κάποια ζώα εξαφανίζονται, ενώ εμφανίζονται νέα. Αυτά τα γεγονότα οριοθετούν εποχές και η χρονολόγηση γίνεται με συσχετισμούς και συγκρίσεις.

Τα σπήλαια αποτελούν φυσικά αρχεία πληροφοριών του παρελθόντος, χρήσιμα τόσο στους αρχαιολόγους, όσο και στους παλαιοντολόγους, καθώς στο εσωτερικό τους επικρατούν ιδανικές συνθήκες απολίθωσης. Ωστόσο, απολιθώματα δε βρίσκονται σε όλα τα σπήλαια, αντιθέτως η εύρεσή τους είναι σπάνια και γι’ αυτό έχουν μεγάλη σημασία.

Το σπήλαιο του Περάματος είναι σημαντικό για τον ελληνικό χώρο, εφόσον έχουν βρεθεί απολιθώματα από την εξαφανισμένη σπηλαία άρκτο (Ursus spelaeus). Η Α. Πετροχείλου αναφέρει : «σ’ αυτό (το σπήλαιο Περάματος) βρήκα για πρώτη φορά στην Ελλάδα το 1956 δόντι σπηλαίας άρκτου». Η εύρεσή των απολιθωμάτων αναφέρθηκε το 1957 από τον Ι. Πετρόχειλο, στο Διεθνές Συνέδριο I.N.Q.U.A. στη Μαδρίτη. Αργότερα, το 1979, μελετήθηκαν απολιθώματα του σπηλαίου Περάματος, από τους Καθηγητές του Πανεπιστημίου Αθηνών Ν. Συμεωνίδη και Γ. Θεοδώρου.

Στο υλικό της μελέτης των παραπάνω περιλαμβάνονται οστά του μετακρανιακού σκελετού, απολελυμένοι οδόντες ή οδόντες σε τμήμα της άνω γνάθου, δηλ. σε θέση. Το υλικό είναι πολύ χαρακτηριστικό για τον προσδιορισμό της σπηλαίας άρκτου με βάση μορφολογικά και μετρικά χαρακτηριστικά. Τα απολιθώματα αυτά ανήκουν στην περίοδο του Άνω Πλειστοκαίνου όπου έζησε και εξαπλώθηκε αυτό το ζώο.

Η σπηλαία άρκτος είναι από τις μεγαλύτερες αρκούδες που έζησαν, με βάρος που μπορεί να έφτανε το μισό τόννο, με ύψος μεγαλύτερο από 2,5 μέτρα σε όρθια στάση, μεγάλο κρανίο με αναθολωμένο μέτωπο και γενικά εύρωστο σκελετό . Η αρκούδα αυτή είναι ένα πολύ χαρακτηριστικό ζώο της περιόδου του Άνω Πλειστοκαίνου (10.000-100.000 χρόνια) για το χώρο της Ευρώπης και της Ελλάδας.

Σε αυτήν την περίοδο οι συνθήκες ήταν διαφορετικές με την εμφάνιση επαναλαμβανόμενων παγετωδών περιόδων. Για τα ζώα αυτά τα σπήλαια αποτέλεσαν συχνά χώρο διαβίωσης, χειμερινής νάρκης, γένεσης των μικρών και έτσι σχεδόν πάντα εντοπίζονται υπολείμματά τους μεταξύ των απολιθωμάτων που βρίσκονται σε αυτά. Σε κάποιες περιπτώσεις μάλιστα βρίσκονται απολιθώματα μόνο από σπηλαία άρκτο, όπως συμβαίνει και στο σπήλαιο του Περάματος.

Η περιοχή των Ιωαννίνων, υπήρξε πολύ διαφορετική στο γεωλογικό παρελθόν. Τα πετρώματα που σήμερα την αποτελούν δημιουργήθηκαν εκατομμύρια χρόνια πριν, όταν αντί για ξηρά τα Ιωάννινα ήταν μέρος ενός ωκεανού που χώριζε την Αφρική από την Ευρασία. Αυτό συνέβη κατά τη διάρκεια του Μεσοζωικού αιώνα (εκ.χρ.), όταν σε άλλα μέρη του κόσμου κυριαρχούσαν οι δεινόσαυροι και άλλοι χερσαίοι και θαλάσσιοι οργανισμοί, πολύ διαφορετικοί από τους σημερινούς. Καθ’ όλη, λοιπόν, τη διάρκεια που η περιοχή είναι ωκεάνια, δέχτηκε στον πυθμένα της τεράστια πάχη ιζημάτων –αποθέσεις, οι οποίες αποτέθηκαν οριζόντια, καταλαμβάνοντας εξ’ ολοκλήρου την έκτασή του. Άλλοτε αυτό γινόταν σε συνθήκες πιο ρηχής θάλασσας και άλλοτε σε βαθύτερης. 

Γεωλογικό Παρελθόν
Προς το τέλος αυτού του αιώνα, στην περίοδο που ονομάζεται Σενόνιο (περίπου 70 με 80 εκ. χρ. πριν), στον πυθμένα συνέχισαν να αποτίθενται ανθρακικά υλικά, κυρίως σκελετικά υπολείμματα θαλάσσιων οργανισμών, τα οποία με το πέρασμα του γεωλογικού χρόνου, επρόκειτο να μετατραπούν στο σκληρό και συμπαγές ασβεστολιθικό πέτρωμα του λόφου Γκόριτσα του Περάματος.

Γεωλογικές Μεταβολές
Για να γίνει όμως αυτό, έπρεπε να συμβούν μεγάλες γεωλογικές μεταβολές, ώστε ο ωκεανός να μετατραπεί σε ξηρά. Για να αναδυθούν τα πετρώματα απαραίτητη ήταν η συμπίεση τους, που σήμαινε και το κλείσιμο της ωκεάνιας λεκάνης ανάμεσα στην Αφρική και Ευρασία. Αυτό έγινε εξαιτίας της προσέγγισης της μιας ηπείρου στην άλλη, δηλ. της σύγκλισής τους.

Οι αλλαγές αυτές συνέβησαν κατά τη γεωλογική περίοδο του Ολιγοκαίνου-Κάτω Μειοκαίνου (περίπου 35-15 εκ. χρ. πριν), που συμπίεσαν τα κάποτε οριζόντια σχηματισμένα πετρώματα και τα πτύχωσαν ώστε να αναδυθούν. Από τα γεγονότα αυτά και μετά η γεωλογική ιστορία της περιοχής αρχίζει να είναι πιο καθοριστική για τη σημερινή εικόνα που παρουσιάζει. Ακολούθησε, στο τέλος της μειοκαινικής περιόδου (περίπου 5 εκ. χρ. πριν) η αρχική διαμόρφωση του λεκανοπεδίου των Ιωαννίνων.

Τότε, το πρόσφορο σε διάλυση ασβεστολιθικό πέτρωμα, που αποτελούσε τη λεκάνη άρχισε να διαβρώνεται από το νερό της βροχής -μία διαδικασία που λέγεται καρστική διάβρωση- με αποτέλεσμα να διευρύνεται και να βαθαίνει. Τα ρέματα και οι χείμαρροι των παρακείμενων ορεινών όγκων εισέρρεαν στην λεκάνη, μεταφέροντας ιζήματα από τη διάβρωση των πετρωμάτων που διέσχιζαν. Τα υλικά αυτά αποτέθηκαν στον πυθμένα της λεκάνης, «θωρακίζοντας» τον. Έτσι κατά το πλειόκαινικη περίοδο (5-2 εκ. χρ. πριν) το νερό συγκεντρώνεται στην λεκάνη, αδυνατώντας να διαφύγει στο εσωτερικό των πετρωμάτων και σχηματίζει μία μεγάλη λίμνη.

Από την περίοδο αυτή και έπειτα η έκταση της λίμνης προοδευτικά μειώνεται, οι διαδικασίες διάβρωσης διαμορφώνουν τα γειτονικά βουνά και λόφους, τα υπόγεια νερά διαμορφώνουν σπήλαια και κάθε ένα γεωλογικό γεγονός διαμορφώνει τελικά τη σημερινή εικόνα της περιοχής.

Στη διαμόρφωση αυτή επιπρόσθετος παράγοντας υπήρξε, ενδεχομένως, η παρουσία παγετώνων και των αντίστοιχων περιόδων κατά τη διάρκεια του Πλειστοκαίνου. Περίπου αυτήν τη γεωλογική περίοδο στο τέλος του Πλειοκαίνου ή και την αρχή του Πλειστοκαίνου (1.8 εκ. χρ. πριν) δημιουργήθηκε το σπήλαιο του Περάματος, δηλαδή στο πολύ πρόσφατο γεωλογικό παρελθόν.


Σπηλαία Άρκτος – Ursus etruscus. Οι προγονικές μορφές της άρκτου εμφανίζονται για πρώτη φορά πριν από περίπου 20 εκ. χρόνια (το γένος Ursavus), ακολουθεί το είδος Ursus etruscus, το οποίο έδωσε στο ένα εκατομμύριο χρόνια 2 κύριους κλάδους: τον «αρκτοειδή» κλάδο με τη σημερινή καφετιά αρκούδα (Ursus arctos) και το «σπηλαιοειδή» κλάδο με την Ursus deningeri αρχικά έως τις 100 χιλιάδες χρόνια και τέλος με τη σπηλαία άρκτο (Ursus spelaeus) μέχρι τις 10 χιλιάδες χρόνια, δηλαδή μέχρι το τέλος της τελευταίας παγετώδους περιόδου, της βούρμιας. Με την εξαφάνισή της ο κλάδος αυτός της εξέλιξης διακόπηκε και σήμερα δεν υπάρχει κάποιο είδος αρκούδας που να θεωρείται απόγονός της.

Αρκούδα των σπηλαίων
Η σπηλαία άρκτος, παρότι ήταν ζώο μεγαλύτερης σωματικής μάζας από τη σημερινή καφετιά αρκούδα, είχε διατροφικές συνήθειες με έκδηλη φυτοφαγική τάση, όπως φαίνεται από τη διαμόρφωση της οδοντοστοιχίας της. Ίσως αυτή η διαφορά να ήταν καθοριστική για την εξαφάνισή της.

Τέλος, ίσως και ο προϊστορικός άνθρωπος έπαιξε σημαντικό ρόλο για την εξαφάνισή της. Μία νέα ανασκαφική παλαιοντολογική έρευνα στο σπήλαιο, ακολούθησε, κατά το 1992-93, τα αποτελέσματα της οποίας ανακοινώθηκαν το 1994 στο 5ο Διεθνές Συνέδριο (Αθήνα-Κρήτη) με θέμα «Ανάπτυξη, εξέλιξη και Περιβάλλον Σπηλαίων» και δημοσιεύτηκαν στο Δελτίο της Ελληνικής Σπηλαιολογικής Εταιρείας.

Η μελέτη αυτή, από τους Καθηγητές Π. Παυλάκη, A. Fistani και Ν. Συμεωνίδη, έδωσε νέα στοιχεία για την παλαιοντολογία του σπηλαίου του Περάματος. Προσδιόρισε, πέρα από την σπηλαία άρκτο, την παρουσία της αλεπούς (Vulpes vulpes) και του αίγαγρου (Capra ibex).

Σημαντικό στοιχείο, επίσης, είναι ότι το νέο υλικό της άρκτου, διαφοροποιείται από αυτό που είχε μελετηθεί στο παρελθόν, επειδή παρουσιάζει περισσότερο πρωτόγονους χαρακτήρες και φανερώνει μία αρχαϊκή Ursus spelaeus, η οποία εναλλακτικά, μπορεί να θεωρηθεί μία εξελιγμένη Ursus deningeri.

Η παρουσία μίας άρκτου φυλογενετικά προγενέστερης της σπηλαίας, υποδεικνύει πλούσια πανίδα για μακρά χρονική περίοδο, η οποία μπορεί να πλησιάζει το Κάτω Μέσο Πλειστόκαινο και συμπληρώνει τις προηγούμενες απόψεις.

Εκτός όμως από το μέρος εκείνο του Σπηλαίου, που είναι προσβάσιμο στους επισκέπτες, υπάρχει και το ανεξερεύνητο Σπήλαιο, το λεγόμενο «Άγνωστο Σπήλαιο». Υπέροχοι φυσικοί σχηματισμοί από σταλακτίτες και σταλαγμίτες, συνθέτουν ένα ειδυλλιακό σκηνικό απείρου κάλλους.