Παρασκευή 12 Ιανουαρίου 2024

Λίμνη Ορεστιάδα, Καστοριά

Λίμνη Ορεστιάδα, Καστοριά / Lake Orestiada, Kastoria 
Στη δυτική Μακεδονία και στο δυτικό τμήμα του Νομού Καστοριάς μια από της ομορφότερες λίμνες της χώρας μας, η λίμνη της Καστοριάς, απλώνεται γύρω από την ομώνυμη πόλη. Σε υψόμετρο 630 μέτρων, με νεφροειδές σχήμα που οφείλεται στην εισχώρηση της λοφώδους χερσονήσου, στον ισθμό της οποίας είναι κτισμένη η πόλη της Καστοριάς, η λίμνη αποτελεί κατάλοιπο παλιάς εκτεταμένης λίμνης με έκταση 164 τετρ. Χιλιομ. Και μέγιστο βάθος μεγαλύτερο από 50 μέτρα (Τεταρτογενές).
Η λίμνη Ορεστιάς, ή όπως είναι πασίγνωστη πια ως λίμνη της Καστοριάς, είναι καρστική τεκτονικής προέλευσης και υπολογίζεται ότι σχηματίστηκε πριν από 10.000.000 έτη (Μειόκαινο). Είναι ουσιαστικά ένα υπόλειμμα του παλαιού κόλπου της Θάλασσας, που άλλοτε εισχωρούσε βαθειά στη Μακεδονία, διαχωρίζοντας την από τη Θεσσαλία. Ο θαλάσσιος εκείνος κόλπος βρισκόταν στην ίδια Θέση με τη σημερινή λεκάνη του ποταμού Αλιάκμονος.
Η λεκάνη απορροής της λίμνης, έκτασης 253 Km2 οριοθετείται ως εξής: Βόρεια, από το όρος Βέρνο με ψηλότερη κορυφή το Βίτσι (2128 μέτρα) και τα υψώματα Σπυριδάκη, κορυφή Συκαβίτσας και Αγία Παρασκευή. Νότια, από τα υψώματα Πετρώδες, Μικρό Βουνό και Κορησός. Ανατολικά, από τα υψώματα Φαλακρό, Στενά Κλεισούρας και Πύργος. Δυτικά από τα υψώματα Κορυφή, Αγία Τριάδα, Καζάνι και Περτσέλη.

Υπάρχουν 9 ρέματα που καταλήγουν στην λίμνη της Καστοριάς. Το μεγαλύτερο είναι το ρέμα του Ξηροπόταμου που καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος του ανατολικού τμήματος της λεκάνης απορροής και εκβάλει στη λίμνη ανάμεσα στις κοινότητες Μαυροχωρίου και Πολυκάρπης του Δήμου Μακεδνών. Ακόμη, στο ανατολικό τμήμα υπάρχουν τα ρέματα Ίστακου και Φωτεινής. Στο δυτικό τμήμα υπάρχουν τα ρέματα Αποσκέπου και Φουντουκλή, ενώ στο βόρειο τμήμα τα ρέματα Μεταμόρφωσης, Τοιχιού, Αγίου Αθανασίου και Βυσσινιάς.
Η λίμνη τροφοδοτείται εκτός από τα ρέματα και το νερό της βροχής και από πολλές υπολίμνιες πηγές. Στο νότιο τμήμα μια διώρυγα (ρέμα Γκιόλι) συνδέει τη λίμνη με τον ποταμό Αλιάκμονα στον οποίον παροχετεύεται η περίσσεια των νερών της με χρήση ηλεκτρικού θυροφράγματος που πρόσφατα εκσυγχρόνισε ο δήμος Καστοριάς.

Σχεδόν κάθε χειμώνα για 1 εβδομάδα ως και 15-20 μέρες η λίμνη παγώνει και δίνει μια τελείως διαφορετική όψη στο τοπίο.

Τρέφει πολλά είδη ψαριών (σαζάνια, τσουκάνια, γουλιανούς, τσιρόνια, πλατύκες, κάφουρους), καθώς και αρκετά χέλια. Δέχεται η λίμνη τα νερά πολλών μικρών ποταμών, όπως τέτοιοι είναι ό Στάρας και ό Βυσσινιάς. Όταν όμως υψωθεί η στάθμη της, η λίμνη της Καστοριάς στέλνει τα νερά που ξεχειλίζουν προς τον Αλιάκμονα.

Στη δυτική πλευρά της λίμνης σχηματίζεται μια ογκώδης χερσόνησος. Στο λαιμό που συνδέει αυτή τη χερσόνησο με την όχθη, και προστατευμένη με ένα βυζαντινό τείχος των χρόνων του Ιουστινιανού, είναι κτισμένη αμφιθεατρικά η πόλη Καστοριά, μια πόλη ομολογουμένως γραφική, που χαρακτηρίζεται από τα πολλά αρχοντικά της και τις εξαίσιες βυζαντινές εκκλησίες της προικισμένη με συναρπαστικά τουριστικά ενδιαφέροντα.

Υφιστάμενο νομικό καθεστώς.
Η λίμνη και η ευρύτερη περιοχή της αποτελεί επίσης ένα πολύ σημαντικό φυσικό οικοσύστημα με ποικίλους και σπάνιους επιμέρους οικότοπους, που υποστηρίζουν μεγάλη βιοποικιλότητα στην οποία περιλαμβάνονται πολλά σπάνια και απειλούμενα είδη.

Άλλωστε πέρα από τον ιδιαίτερα μεγάλο αριθμό ειδών πουλιών που φιλοξενεί, είναι η μοναδική φυσική λίμνη της Ελλάδας, στην οποία υπάρχουν σημαντικής έκτασης παρόχθια δάση υδρόφιλων δένδρων, που συνιστούν ένα από τους σπανιότερους οικότοπους της Ευρώπης.

Η λίμνη της Καστοριάς έχει χαρακτηρισθεί ως τόπος ιδιαίτερου κάλλους από το Υπουργείο Πολιτισμού (1974) και έχει ενταχθεί στο Ευρωπαϊκό Δίκτυο "Φύση 2000" καταχωρημένη με τον κωδικό GR 1310001.

Σε όλη την έκτασή της απαγορεύεται το κυνήγι και η Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρία την έχει συμπεριλάβει στον κατάλογο των Σημαντικών Περιοχών για τα Πουλιά της Ελλάδας.

Υπάρχουν ίχνη μόνιμης ανθρώπινης εγκατάστασης στην περιοχή από την νεολιθική εποχή. Στις όχθες της λίμνης κοντά στο χωριό Δισπηλιό έχει ανασκαφεί προϊστορικός λιμναίος οικισμός της 6ης χιλιετίας π.Χ. Από την Ρωμαϊκή εποχή κατά τον Τίτο Λίβιο (αρχές 1ου αι.) ήταν χτισμένη στις εσωτερικές όχθες της η πόλη Κέλετρον που μετανομάσθηκε επί Βυζαντινής Αυτοκρατορίας σε Καστοριά. Πέρα από την Καστοριά στις όχθες της λίμνης βρίσκονται ακόμα οι οικισμοί Δισπηλιό, Κρεπενή και Μαυροχώρι.
Ιστορία
Ανθρώπινη εγκατάσταση
Για πρώτη φορά αναφέρεται από τον ιστορικό Προκόπιο στα μέσα του 6ου αιώνα μ.Χ., σύμφωνα με τον οποίο η λίμνη Καστοριά έδωσε το όνομά της στην πόλη που ιδρύθηκε από τον Ιουστινιανό (περί κτισμάτων ΙV,3 15-25 σελ. 273, εκδόσεις Βόννης: "Πόλις δε ήν επί Θεσσαλίας, Διοκλητιανούπολις όνομα, ευδαίμων μεν το παλαιόν γεγενημένη, προϊόντος δε του χρόνου βαρβάρων οι επιπεσόντων καταλυθείσα και οικητόρων έρημος γεγονυία επί μακρότατον λίμνη δε τις αυτή εκ γειτόνων τυγχάνει ούσα η Καστορία ωνόμασαι και νήσος κατά το μέσον της λίμνης τοις ύδασι περιβέβληται......διο δη ο βασιλεύς ούτος ( ο Ιουστινιανός δηλ.) τον Διοκλητιανουπόλεως υπεριδών χώρον άτε που διαφανώς ευέφοδον όντα και πεπονθότα πολλώ πρότυερον άπερ ερρήθη, πόλιν εν τη νήσω οχυρωτάτην αδείματο και το όνομα ως το εικός αφήκε τη πόλει".

Το όνομα της πόλης αποδίδεται από κάποιους ερευνητές στους κάστορες, τα μικρά γουνοφόρα ζώα που λέγεται ότι ζούσαν σε παλαιότερες εποχές στη λίμνη. Η άποψη όμως αυτή δεν φαίνεται ικανοποιητική αφού το συγκεκριμένο είδος είναι ζώο της Αμερικανικής ηπείρου και δεν απαντάται στον Ευρωπαϊκό χώρο. Άλλες απόψεις αναφέρουν ότι το όνομα προέρχεται από τη λέξη Κάστρο (λατινικά Castrum), ή από το μυθικό ήρωα Κάστορα που λατρεύονταν στην περιοχή και οι απόψεις αυτές όμως σύμφωνα με τον Χ. Μακρή (2000) δεν αιτιολογούνται επαρκώς.

Ιστορία πριν την ίδρυση

Η περιοχή κατοικείται από την προϊστορική εποχή, αφού στη νότια όχθη της λίμνης στα όρια της κοινότητας Δισπηλιού έχει ανακαλυφθεί Νεολιθικός Λιμναίος Οικισμός που χρονολογείται από το 5500 π.Χ. Η περιοχή αυτή σύμφωνα με τον Γ. Χουρμουζιάδη (1996) κατοικήθηκε συνεχώς από την μέση νεολιθική εποχή ως την πρώιμη χαλκοκρατία (5500-3500 π.Χ.).

Ο Ευρύτερος γεωγραφικός χώρος πάντως ταυτίζεται με τη γνωστή από την αρχαιότητα (Ορεστία, Ορεστιάδα) και οφείλει το όνομά του στα "όρη", την ορεινή δηλ. διαμόρφωση του τοπίου. Σύμφωνα με την ευρύτερη μυθολογική παράδοση το όνομα οφείλεται στον Ορέστη το γιο του Αγαμέμνονα, ο οποίος καταδιωκόμενος από τις ερινύες μετά το φόνο της μητέρας του Κλυταιμήστρας ήρθε και εγκαταστάθηκε στην περιοχή και έκτισε την πόλη του Άργους Ορεστικού.

Από τους περισσότερους μελετητές η πόλη της Καστοριάς ταυτίζεται με το Αρχαίο Κέλετρο, πόλη που μνημονεύεται από τον Ρωμαίο ιστορικό Τίτο Λίβιο (198 μ.Χ.) Το Κέλετρο κτίστηκε περί το 840 π.Χ. και καταστράφηκε από επιδρομές βαρβάρων κατά τον 4ο ή 5ο αιώνα μ.Χ.
Ιστορία μετά την ίδρυση
Η Καστοριά με το όνομά της εμφανίζεται στις ιστορικές πηγές από τον Προκόπιο όπως προαναφέρθηκε και δηλώνεται η οχύρωσή της από τον Ιουστινιανό (550 μ.Χ.). Από το 6ο ως τον 10ο αιώνα, από ιστορικής πλευράς επικρατεί πλήρης σιωπή. Η Καστοριά μ' αυτό το όνομα δεν αναφέρεται σε καμιά ιστορική πηγή. Εικάζεται, όμως, ότι στην προφορική παράδοση επικράτησε το όνομα "Κάστρον" λόγω της καλής οχύρωσής της. Μνημεία αυτής της περιόδου δεν σώζονται εξαιτίας της καταστροφής τους. Κατά την διάρκεια του 10ου αιώνα η Καστοριά γνώρισε τις επιδρομές των Βουλγάρων. Επί βασιλείας Πέτρου (927-969) κατελήφθη για πρώτη φορά και ελευθερώθηκε το 948 μ.Χ. από τον Ρωμανό τον Β' με την βοήθεια των Πετσενέγων. Γύρω στα 990 μ.Χ. επί βασιλείας Σαμουήλ, έχουμε μια δεύτερη κατάληψη της Καστοριάς και απελευθέρωσή της το 1018 από τον Βασίλειο Β' τον Βουλγαροκτόνο. Η Άννα Κομνηνή αναφέρει στην Αλεξιάδα την κατάληψη της πόλης από τους Νορμανδούς το 1083 και την ανακατάληψή της για χάρη του Βυζαντίου από τον Αλέξιο Α' τον Κομνηνό (1081-1118) και τον στρατηγό του Γεώργιο Παλαιολόγο. Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους (1204) φαίνεται ότι για μικρό χρονικό διάστημα η Καστοριά περνά υπό την Κυριαρχία των Βουλγάρων. Γρήγορα όμως οι Δεσπότες της Ηπείρου ανάκτησαν την Καστοριά και τοποθέτησαν διοικητή τον στρατηγό Γκλαβά ο οποίος το 1251 αποφάσισε να συνταχθεί με τον αυτοκράτορα της Νίκαιας Ιωάννη Γ' Βάτατζη. Τη Βυζαντινή διοίκηση στην πόλη επαναφέρει ο Μιχαήλ Η' ο Παλαιολόγος (1259). Από τον Ιωάννη Κατακουζηνό μαθαίνουμε ότι από το 1355 η Καστοριά καταλαμβάνεται από το σέρβο τσάρο Στέφανο Ντουσάν και έκτοτε χάνεται για το Βυζάντιο. Το 1386 η Καστοριά καταλαμβάνεται από τους Τούρκους. Το 1439 από τους Αλβανούς και πάλι μετά από τους Τούρκους.

Η απελευθέρωση της πόλης από τους Έλληνες γίνεται στις 11/11/1912.

Θρύλοι και παραδόσεις
Ένα περίεργο φαινόμενο της λίμνης
Ένα περίεργο φαινόμενον της λίμνης, όπως μας το περιγράφει ο Παναγιώτης Παπαναούμ στην αυτοβιογραφία του το 1851:
«Και άλλο τι περίεργον συμβαίνει τακτικώς κατ΄ έτος και μήνα Αύγουστον εν Καστορία, το γνωστόν υπό το όνομα: «αρρώστησε το νερό». Η λίμνη της πατρίδος μου σχετικώς προς την ανώμαλον θέσιν της πόλεως διαιρείται εις δύο, εις Δολτζινήν (μεσημβρινήν δηλ. νοτιοδυτική) και Αποζερενήν (Αρκτικήν δηλ. βορειοανατολική). Αρχομένου του μηνός Αυγούστου μέχρι της 15 αυτού, ήτοι της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, αι εξ επαγγέλματος λευκάστριαι διακόπτουσι τας εργασίας των όπως αι Δρυμάδες, λέγουσαι δε ότι αι δρύμαι της λίμνης κόπτουσι τα πανιά των».

«Το αληθές είναι, ότι αρρωστά το νερόν της λίμνης κατά πρώτον ως επί το πλείστον εις το αρκτικόν μέρος αυτής επί 8 (οκτώ) ολοκλήρους ημέρας και ακολούθως μέχρι της 15ης Αυγούστου εις το μεσημβρινόν. Συμβαίνει δε η ασθένεια του ύδατος, ως αποκαλεί το φαινόμενον τούτο η κοινή των πολιτών φράσις, κατά τον εφεξής τρόπον: Αίφνης η θερμοκρασία του ύδατος ψυχρούται επί τοσούτον, ώστε και η χρήσις των λουτρών της λίμνης υπό πολλών διακόπτεται, το ύδωρ μελανούται και οι ιχθύες μέχρι δύο λίτρων περίπου βάρους νήχονται (κολυμπούν, επιπλέουν) επί της επιφανείας του ύδατος ως μέθυσοι και συλλαμβάνονται υπό των κατοίκων δια της χειρός. Όλως το αυτό φαινόμενο παρουσιάζεται μετά 8 ημέρας εις το αντίθετον μέρος της λίμνης, το μεσημβρινόν, και διαρκεί μέχρι της 15ης Αυγούστου. Ουδεμία μέχρι τούδε, ως πληροφορούμαι, εγένετο απόπειρα περί ανακαλύψεως της καθ΄αυτό αιτίας του φαινομένου, εικάζω όμως ότι αύτη προέρχεται εκ πηγών σιδηρούχων ευρισκομένων εν τω πυθμένι της λίμνης. Ό,τι δε αποκαθιστά σκοτεινόν το φαινόμενον είναι η περιοδική αυτού κατά μήνα Αύγουστον εμφάνισις. Πιθανόν με τον χρόνον να γίνη η ανακάλυψις του εν λόγω φαινομένου υπό επισήμων ανδρών».

Το τζαμί Χασάν - Κατή
«...Το τζαμί τούτο», έγραφε ο Γυμνασιάρχης και λαογράφος Παντελής Τσαμίσης «έλαβε τό όνομα εκ του Χασάν Καδή, που μνημονεύεται και από τον Evliya Çelebi (Εβλιγιά Τσελεμπή), όστις εξερχόμενος εξ Ανασελίτσης (σημ. Νεαπόλεως) αρχάς του 19ου αιώνος, εποχήν καθ΄ ην η λίμνη ήτο παγωμένη και από την σκάλαν με το άλογο οι Παζαριώται ίσια δια Μαύροβο πήγαιναν ημέρα Δευτέρα και τα βόδια από τα τσιφλίκια έμπαιναν μέσα από το μεράν της λίμνης και τραβούσαν τους φορτωμένους αραμπάδες.
Τοιαύτην εποχήν ερχόμενος εξ Αργυροκάστρου και ο Χασάν Καδής [Τούρκος δικαστής] διήλθε την κατ΄ αυτό χιονισμένην πεδιάδα και μαθών κατόπιν τα της παγωμένης λίμνης ευχαρίστησεν τον θεό επί τη διασώσει του και έκτισε το τζαμί όπερ έλαβεν έκτοτε το όνομά του. Αποθανών ετάφη προ του τζαμιού όπου τακτικώς προσηύχοντο οι γέροντες Τούρκοι»

Έλκηθρα
Τους χειμώνες κατά τους οποίους πάγωνε η λίμνη, οι κάτοικοι για την επικοινωνία με τα χωριά γύρω από τη λίμνη χρησιμοποιούσαν αυτοσχέδια έλκηθρα που τα ονόμαζαν σάνιες, οι οποίες για τους ασθενέστερους οικονομικά ήταν ακριβό είδος. Τα αυτοσχέδια πέδιλα στις σάνιες ήταν κόκαλα ποδιών μουλαριού ή δυο χοντρά μπουκάλια μπύρας και χοντρά υφάσματα για να γλιστράει πάνω στον πάγο.