Translate

Θωμάς Θωμόπουλος (1873 - 1937)

Ο Θωμάς Θωμόπουλος ήταν γλύπτης, ζωγράφος και ακαδημαϊκός. Γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1873. Εγκαταστάθηκε στην Αθήνα το 1877 και μετά τις εγκύκλιες σπουδές του παρακολούθησε μαθήματα στη Σχολή των Τεχνών με δάσκαλο τον Γεώργιο Βρούτο στη γλυπτική και τον Νικηφόρο Λύτρα στη ζωγραφική. 

Το 1897 κέρδισε το Θωμαΐδειο και το Χρυσοβέργειο βραβείο, καθώς και υποτροφία για σπουδές στο εξωτερικό. Τότε πήγε στο Μόναχο, όπου σπούδασε στην Ακαδημία των Καλών Τεχνών και αργότερα συνέχισε στη Φλωρεντία, στη Νάπολη και στη Ρώμη. Το 1900 επέστρεψε στην Αθήνα και άνοιξε δικό του εργαστήριο. 

Την ίδια χρονιά διαδέχτηκε τον Γ. Μπονάνο στην έδρα της γλυπτικής της Σχολής Καλών Τεχνών, όπου και παρέμεινε μέχρι το θάνατό του. Η εργασία του Θωμόπουλου είναι επηρεασμένη από τα γερμανικά και ιταλικά ρεύματα. 

Το Ιανουάριο του 1912 διορίστηκε καθηγητής στο Σχολείο των Τεχνών και διατήρησε αυτή τη θέση ως το θάνατό του. Ιδιαίτερα σημαντική υπήρξε η συμβολή του στη διάσωση του έργου του Γιαννούλη Χαλεπά, καθώς το 1922, ως επικεφαλής συνεργείου του Υπουργείου Παιδείας, πήγε στην Τήνο και μετέφερε σε γύψο τα έργα της τελευταίας περιόδου του τήνιου γλύπτη. Το 1930 εξελέγη τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.

Η εκθεσιακή του δραστηριότητα περιλαμβάνει ατομικές και ομαδικές εκθέσεις, ανάμεσα στις οποίες περιλαμβάνονται εκθέσεις του Παρνασσού και της Ελληνικής Καλλιτεχνικής Εταιρίας, καθώς και η Μπιενάλε της Βενετίας το 1934, ενώ έργα του παρουσιάστηκαν τιμητικά στην Πανελλήνια Έκθεση του 1948.

Στη μαθητεία του κοντά στον Γεώργιο Βρούτο οφείλονται τα κλασικιστικά στοιχεία του έργου του, ενώ ήδη από τις πρώτες του δημιουργίες, με την προτίμησή του στα μυθολογικά και αλληγορικά θέματα, γίνονται φανερές νεοϊδεαλιστικές και συμβολιστικές τάσεις με τις οποίες είχε έλθει σε επαφή κατά τη διάρκεια των σπουδών του στο Μόναχο. Ωστόσο ο Θωμόπουλος δεν περιορίζεται σ’ αυτές, καθώς το σύνολο της καλλιτεχνικής του δημιουργίας χαρακτηρίζεται από εκλεκτικιστική διάθεση. Έτσι διακρίνονται και ρομαντικά στοιχεία, όπως η επιδίωξη της απόδοσης του πάθους ή η ρευστοποίηση των περιγραμμάτων που έχει την αφετηρία της στον Ροντέν, καθώς και ρεαλιστικά, κυρίως στις προτομές του. Η μεγαλύτερη καινοτομία του υπήρξαν τα έγχρωμα γλυπτά, τα οποία εισήγαγε περίπου από το 1900.

Έπαιξε σημαντικό ρόλο (μαζί με άλλους καλλιτέχνες) στην καλλιτεχνική αναγνώριση αλλά και τη ζωή του Γιαννούλη Χαλεπά στα μέσα της δεκαετίας του 1920.
Δημιούργησε πολλές προτομές του Θ. Δεληγιάννη, του Εμμ. Ξάνθου, του Διον. Σολωμού στον Εθνικό Κήπο, του Παπαδιαμάντη, ανδριάντες όπως του Χ. Τρικούπη, το μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη και άλλα ταφικά μνημεία. Παρουσίασε τα γλυπτά του στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Πέθανε στην Αθήνα το 1937.

Έργα
Φιλοτέχνησε πολλές προτομές και ανδριάντες. Γνωστά έργα του Θωμόπουλου βρίσκονται σε κεντρικότατα σημεία της Αθήνας αλλά και σε άλλα μέρη της Ελλάδας:

Προτομή του Διονυσίου Σολωμού στον Εθνικό Κήπο (1924)
Προτομή του Εμμανουήλ Ξάνθου, στην πλατεία Κολωνακίου
Ανδριάντας του Χαριλάου Τρικούπη μπροστά στην Παλαιά Βουλή.
Είχε συνεργαστεί αρχικά για το μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη στη Βουλή των Ελλήνων με τον Μανώλη Λαζαρίδη το οποίο τελικά ανατέθηκε και φιλοτεχνήθηκε από το γλύπτη Φωκίωνα Ρώκ.
Το άγαλμα της Ελευθερίας στον Προφήτη Ηλία Χανίων.

Πίνακες & Γλυπτά
Τα μάτια της ψυχής - Θωμόπουλος Θωμάς
    Τα μάτια της ψυχής, 1900

Ιπποκένταυρος - Θωμόπουλος Θωμάς
Θωμόπουλος Θωμάς (1873 - 1937)Ιπποκένταυρος, 1901

Αυτοθυσία - Θωμόπουλος Θωμάς
Θωμόπουλος Θωμάς (1873 - 1937)Αυτοθυσία, 1901

Περασμένα μεγαλεία, Ελαιογραφία σε μουσαμά, 80 x 115 εκ., Ιδιωτική Συλλογή.

Και πολλά άλλα όπως "|Ο Πύργος του Λέανδρου στην Κωνσταντινούπολη, Ελαιογραφία σε μουσαμά, 19 x 36 εκ., Ιδιωτική Συλλογή", η  το άγαλμα του Διονύσιου Σολωμόυ, Αθήνα - Εθνικός Κήπος. κτλπ.

Σύμφωνα με τον Ηλία Μυκονιάτη, ο Θωμόπουλος επιχειρεί με τα γλυπτά του να προβάλει ιδέες και σύμβολα για τη δημιουργία μιας εθνικής τέχνης, αλλά τεχνοτροπικά δεν καταφέρνει να υπερβεί τον γενικό κανόνα του κλασικισμού σε ακαδημαϊκό ιδίωμα και, μάλιστα, με σκληρά στοιχεία, που φτάνουν να απαξιωθούν από αισθητική άποψη (ενδεικτικά, Περικλής Γιαννόπουλος, Ελληνική Γραμμή, 1903). Στην ίδια κατεύθυνση, η Ευθυμία Μαυρομιχάλη, επισημαίνει ότι, αν και στην αρθρογραφία του ο γλύπτης ασκεί κριτική στον ακαδημαϊσμό και οραματίζεται μια νέα εθνική τέχνη, εμπνευσμένη από τη σύγχρονη πραγματικότητα, το έργο του δεν συνάδει με τις προθέσεις του, με αποτέλεσμα να παρουσιάζεται αντιφατικός.

Γενικότερα, η γλυπτική του Θωμόπουλου αντιπροσωπεύει την κορύφωση της μεταβατικής περιόδου από τον ακαδημαϊκό κλασικισμό και ιδεαλισμό στον ακαδημαϊκό ρεαλισμό, με επιρροές από τον συμβολισμό και τον ρομαντισμό.