Translate

Γερμανική εισβολή στην Ελλάδα, 6 Απριλίου 1941

 
Η γερμανική εισβολή στην Ελλάδα ήταν η πολεμική επιχείρηση της Ναζιστικής Γερμανίας στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο κατά της Ελλάδας, που υπαγορεύτηκε, αφενός μεν από το Χαλύβδινο Σύμφωνο, μετά και την πλήρη αποτυχία που σημείωσε η μεγάλη ιταλική εαρινή επίθεση, του έτερου μέλους του Άξονα, και αφετέρου δε από την παρουσία βρετανικών στρατευμάτων στην Ελλάδα, που θα μπορούσαν έτσι να απειλήσουν τα μετόπισθεν στην επικείμενη επίθεση της Γερμανίας στην ΕΣΣΔ, γνωστή ως «Επιχείρηση Μπαρμπαρόσα».
Η επίθεση της Ναζιστικής Γερμανίας στην Ελλάδα

Η εισβολή αυτή εκτελέστηκε με δύο επιχειρήσεις, την Επιχείρηση Μαρίτα, που αφορούσε τις επιχειρήσεις στην ηπειρωτική Ελλάδα και την μετέπειτα Επιχείρηση Ερμής που αφορούσε την αεραπόβαση και κατάληψη της Κρήτης γνωστότερη ως μάχη της Κρήτης. Η Γερμανική επίθεση στην Ελλάδα θεωρείται τμήμα των ευρύτερων πολεμικών επιχειρήσεων στη Μεσόγειο και ειδικότερα της Βαλκανικής Εκστρατείας, ενώ επίσης -αλλά και για την Ελλάδα- συνέχεια και παραλληλία του Ελληνοϊταλικού Πολέμου που είχε ξεκινήσει στις 28 Οκτωβρίου 1940, καθώς και προηγούμενο της βουλγαρικής εισβολής και της τριπλής κατοχής που ακολούθησε.
Η γερμανική εισβολή ξεκίνησε στις 6 Απριλίου του 1941, με την επίθεση γερμανικών στρατευμάτων στην Ελλάδα μέσω Βουλγαρίας και Γιουγκοσλαβίας. Δύο γερμανικά σώματα στρατού επιτέθηκαν στις ελληνικές θέσεις στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη. Παρά την ηρωική αντίσταση των αμυνομένων η μάχη διήρκεσε μόλις τέσσερις μέρες, καθώς η γερμανική επίθεση μέσω Γιουγκοσλαβίας, η οποία έπεσε και παραδόθηκε άνευ όρων, υπερκέρασε τις θέσεις άμυνας και απειλούσε τα μετόπισθεν των ελληνικών στρατευμάτων. Στις 9 Απριλίου παραδόθηκαν τα ελληνικά στρατεύματα στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη με αρκετούς όμως να υπερασπίζονται μαχόμενοι τα οχυρα και μετά την απόφαση αυτή και εν τέλει τους Γερμανούς να εκφράζουν ανοιχτά τον θαυμασμό τους για την ανδρεία και μαχητικότητα των Ελλήνων.

Στις 9 Απριλίου ξεκίνησε η γερμανική προέλαση προς νότια, με ταυτόχρονη κίνηση δυνάμεων από την Έδεσσα και από την περιοχή της Φλώρινας. Στη γραμμή άμυνας στη Δυτική Μακεδονία, οι συνδυασμένες δυνάμεις της Ελλάδας και της Βρετανικής Κοινοπολιτείας δεν μπόρεσαν να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά τις κατά πολύ καλύτερα εξοπλισμένες και αριθμητικά υπέρτερες σαφώς Γερμανικές δυνάμεις. Το ρήγμα στην άμυνα που δημιουργήθηκε στην περιοχή της Κλεισούρας υποχρέωσε σε σύμπτυξη τις ελληνοβρετανικές δυνάμεις, αλλά στις 16 Απριλίου οι Γερμανοί κατάφεραν να παρεμβληθούν μεταξύ των ελληνικών και κοινοπολιτειακών δυνάμεων.

Η γρήγορη κίνηση των γερμανικών δυνάμεων στην ελληνική ενδοχώρα έθεσε σε κίνδυνο και τους Έλληνες που μάχονταν κατά των Ιταλών στην Αλβανία. Έτσι, ο αντιστράτηγος Γεώργιος Τσολάκογλου, στις 20 Απριλίου συνθηκολόγησε αυτοβούλως πρώτα με τους Γερμανούς, παρά τις αντίθετες διαταγές της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας και αργότερα με τους ηττημένους Ιταλούς. Η Γερμανική εκστρατεία στην ηπειρωτική Ελλάδα τελείωσε με καθολική γερμανική νίκη με την κατάληψη της Καλαμάτας στην Πελοπόννησο, μέσα σε είκοσι τέσσερις μέρες. Τόσο Γερμανοί όσο και Σύμμαχοι αξιωματούχοι εξέφρασαν το θαυμασμό τους για την ισχυρή και ηρωική αντίσταση που προέβαλαν οι Έλληνες στρατιώτες.

Στις 20 Μαΐου 1941 ξεκίνησε η Μάχη της Κρήτης. Επίλεκτα γερμανικά στρατεύματα επιτέθηκαν με αεραποβατική ενέργεια στο νησί το οποίο υπερασπίζονταν δυνάμεις της Ελλάδας και της Βρετανικής Κοινοπολιτείας. Οι σκληρές μάχες που έγιναν τις επόμενες δώδεκα μέρες ανέδειξαν νικητές τους Γερμανούς. Όμως το τίμημα της νίκης τους ήταν τόσο βαρύ, ώστε οι αλεξιπτωτιστές, μέχρι το τέλος του πολέμου να μην επαναλάβουν παρόμοια επιχείρηση σε τέτοια κλίμακα.

Αρκετοί ιστορικοί θεωρούν τη γερμανική εκστρατεία στην Ελλάδα αποφασιστική για την έκβαση του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, θεωρώντας ότι αποτέλεσε σοβαρή καθυστέρηση της εισβολής του Άξονα στη Σοβιετική Ένωση. Άλλοι θεωρούν ότι η εκστρατεία δεν είχε μεγάλη ή και καμιά επιρροή στην Επιχείρηση Μπαρμπαρόσα και χαρακτηρίζουν την Βρετανική βοήθεια στην Ελλάδα ως μάταιο εγχείρημα, «πολιτική και συναισθηματική απόφαση» ή ακόμα και ένα «σαφές στρατηγικό σφάλμα».

Προοίμιο
Ελληνοϊταλικός Πόλεμος
Με το ξέσπασμα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου ο πρωθυπουργός της Ελλάδας Ιωάννης Μεταξάς επεδίωξε να διατηρήσει πολιτική ουδετερότητας. Όμως η Ελλάδα βρισκόταν υπό διαρκώς αυξανόμενη πίεση από την Ιταλία, η οποία κορυφώθηκε με τον τορπιλισμό του Ελληνικού καταδρομικού πλοίου Έλλη από το Ιταλικό υποβρύχιο Delfino, στην Τήνο στις 15 Αυγούστου 1940. Ο Μουσολίνι ήταν ενοχλημένος με τον ηγέτη των Ναζί Αδόλφο Χίτλερ, καθώς δεν τον είχε συμβουλευτεί, όπως πράγματι προέβλεπε το «Χαλύβδινο Σύμφωνο», για την είσοδο γερμανικών στρατευμάτων στη Ρουμανία. Ο Ιταλός δικτάτορας επεδίωκε να καθιερώσει την ανεξαρτησία του με μια στρατιωτική επιτυχία αντίστοιχη των γερμανικών, επιτυγχάνοντας θριαμβευτική νίκη σε βάρος της Ελλάδας, χώρα την οποία θεωρούσε εύκολο αντίπαλο. Στις 15 Οκτωβρίου 1940 ο Μουσολίνι και οι σύμβουλοί του αποφάσισαν να επιτεθούν στην Ελλάδα. Τις πρώτες πρωινές ώρες της 28ης Οκτωβρίου ο Ιταλός πρέσβης στην Αθήνα Εμανουέλε Γκράτσι (Emanuele Grazzi) παρουσίασε στον Μεταξά τελεσίγραφο τρίωρης διάρκειας με το οποίο απαιτούσε ελεύθερη διέλευση των ιταλικών στρατευμάτων προκειμένου να καταλάβουν μη καθορισμένα στρατηγικά σημεία εντός της Ελληνικής επικράτειας. Ο Μεταξάς απέρριψε το τελεσίγραφο, όμως προτού ακόμα εκπνεύσει ιταλικά στρατεύματα εισέβαλαν στην Ελλάδα από την Αλβανία. Η κύρια ιταλική επίθεση πραγματοποιήθηκε στην οροσειρά της Πίνδου, κοντά στην πόλη των Ιωαννίνων και αρχικά σημείωσε σημαντική πρόοδο. Οι Ιταλοί στη συνέχεια πέρασαν τον ποταμό Θύαμι (Καλαμάς), όμως η επίθεση τους αναχαιτίστηκε από τις ελληνικές δυνάμεις και εκδιώχθηκαν πίσω στην Αλβανία. Μέσα σε τρεις εβδομάδες η ελληνική επικράτεια ήταν ελεύθερη από εισβολείς, ενώ σε εξέλιξη βρισκόταν και η επιτυχημένη ελληνική αντεπίθεση. Αρκετές πόλεις της Βορείου Ηπείρου και της νότιας Αλβανίας κατελήφθησαν από τις Ελληνικές δυνάμεις και ούτε η αλλαγή στη διοίκηση των ιταλικών δυνάμεων, ούτε η άφιξη σημαντικών ενισχύσεων κατόρθωσαν να αντιστρέψουν την κατάσταση υπέρ των Ελλήνων.
Η ιταλική εισβολή στην Ελλάδα το 1940
Ελληνική αντεπίθεση και εαρινή επίθεση
14 Νοεμβρίου 1940 - Μάρτιος 1941.



Μετά από εβδομάδες άκαρπων χειμερινών συγκρούσεων, οι Ιταλοί εξαπέλυσαν ευρείας κλίμακας αντεπίθεση κατά μήκος ολόκληρου του μετώπου στις 9 Μαρτίου 1941 η οποία, παρά την ανωτερότητα των Ιταλικών ενόπλων δυνάμεων, απέτυχε. Έπειτα από μία εβδομάδα συγκρούσεων και απώλειες 12.000 ανδρών, ο Μουσολίνι ανακάλεσε την αντεπίθεση και εγκατέλειψε την Αλβανία δώδεκα μέρες αργότερα. Σύγχρονοι αναλυτές θεωρούν ότι η ιταλική εκστρατεία απέτυχε επειδή ο Μουσολίνι και οι στρατηγοί του διέθεσαν αρχικά πενιχρές δυνάμεις στην εκστρατεία -μία εκστρατευτική δύναμη 55.000 ανδρών (Οκτώβριος 1940) που έφτασε τους 585.000 (Μάιος 1941)-, απέτυχαν να αναγνωρίσουν το μέτωπο το φθινόπωρο και εξαπέλυσαν επίθεση χωρίς το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού και χωρίς τη βοήθεια των Βουλγάρων. Ακόμα και βασικές προφυλάξεις από ιταλικής πλευράς δεν είχαν ληφθεί, όπως η διάθεση χειμερινού ιματισμού στους στρατιώτες, ενώ δεν είχαν ληφθεί υπόψη οι συστάσεις της ιταλικής Επιτροπής Πολεμικής Παραγωγής, η οποία προειδοποιούσε ότι η Ιταλία δεν θα ήταν σε θέση να εμπλακεί σε ένα πλήρη χρόνο πολεμικών επιχειρήσεων τουλάχιστον μέχρι το 1949.

Κατά τη διάρκεια των εξάμηνων μαχών εναντίον της Ιταλίας, οι επιτυχίες του Ελληνικού στρατού οφείλονταν στην εξάλειψη εχθρικών θυλάκων. Παρόλα αυτά η Ελλάδα δεν διέθετε ικανή αμυντική βιομηχανία και η προμήθεια τόσο του εξοπλισμού όσο και των πυρομαχικών εξαρτιόταν από τα αποθέματα που αιχμαλώτιζαν οι Βρετανικές δυνάμεις από τους Ιταλούς στη Βόρεια Αφρική. Προκειμένου να τροφοδοτηθεί η μάχη της Αλβανίας η Ελληνική διοίκηση αναγκάστηκε να αποσύρει δυνάμεις από την Ανατολική Μακεδονία και τη Δυτική Θράκη. Η αναμονή μίας γερμανικής επίθεσης επίσπευσε την ανάγκη να αντιστραφεί αυτή η τακτική, καθώς οι διαθέσιμες δυνάμεις ήταν ανεπαρκείς να προβάλουν αντίσταση σε δύο μέτωπα. Η ελληνική διοίκηση αποφάσισε να διατηρήσει τη μεγάλη επιτυχία της στην Αλβανία, ανεξάρτητα από το πώς θα εξελισσόταν η κατάσταση λόγω γερμανικής επίθεσης από τα βουλγαρικά σύνορα.

Η απόφαση του Χίτλερ να επιτεθεί στην Ελλάδα
Είναι γεγονός πως μέχρι το καλοκαίρι του 1940 τα Βαλκάνια δεν συμπεριλαμβάνονταν στους στρατιωτικούς σχεδιασμούς του Χίτλερ, με δεδομένο ότι ήδη αποτελούσαν για τη Γερμανία μια πλούσια πηγή πρώτων υλών. Έτσι δεν συνηγορούσε κανένας λόγος διαφοροποίησης της υφιστάμενης κατάστασης.
Ο Χίτλερ παρενέβη στις 4 Νοεμβρίου του 1940, μετά από πληροφορίες που είχε για αποβίβαση βρετανικών δυνάμεων στην Ελλάδα. Ο Φύρερ διέταξε το επιτελείο του να προετοιμαστεί για εισβολή στη Βόρεια Ελλάδα μέσω της Ρουμανίας και της Βουλγαρίας. Τα σχέδιά του για την εκστρατεία κατάληψης της Βόρειας Ελλάδας εντάχθηκαν σε ένα ευρύτερο σχέδιο που είχε σκοπό την αποστέρηση των Βρετανών από τις μεσογειακές τους βάσεις ώστε να εξαλειφθεί η απειλή για τις ρουμανικές πετρελαιοπηγές αλλά και να δώσει έμμεση βοήθεια στους Ιταλούς, με τη δημιουργία αντιπερισπασμού στις ελληνικές δυνάμεις που μάχονταν στην Ήπειρο. Εκτός αυτών, μια βρετανική βάση στην Ελλάδα θα αποτελούσε διαρκή απειλή για το δεξιό άκρο της επικείμενης επιχείρησης στη Σοβιετική Ένωση, ενώ ξυπνούσαν μνήμες φθοράς και ήττας που οι γερμανικές δυνάμεις είχαν υποστεί στη συγκεκριμένη περιοχή στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στις 12 Νοεμβρίου η Γερμανική Ανώτατη Στρατιωτική Διοίκηση εξέδωσε την Οδηγία Νο. 18, στην οποία προγραμματίστηκαν ταυτόχρονες επιχειρήσεις εναντίον του Γιβραλτάρ και της Ελλάδας τον Ιανουάριο του 1941. Λίγες μέρες αργότερα ο Χίτλερ συνάντησε τον βασιλιά της Βουλγαρίας και προσπάθησε να τον πείσει να συμμετάσχουν βουλγαρικές δυνάμεις στην επίθεση κατά της Ελλάδας. Αν και ο Χίτλερ απέτυχε στον σκοπό του, τελικά κατάφερε να επιτραπεί η ελεύθερη διέλευση των γερμανικών στρατευμάτων από τη Βουλγαρία. Έτσι διέταξε, την 19η Νοεμβρίου, την Ανωτάτη Διοίκηση Στρατού να ετοιμάσει σχέδιο για ευρείας εκτάσεως επιχείρηση κατά της Ελλάδας μόνο με γερμανικές δυνάμεις. Η επιχείρηση αυτή έλαβε την κωδική ονομασία Μαρίτα.
Η απερίσκεπτη επίθεση του Μουσολίνι (αριστερά) εναντίον της Ελλάδας ήταν ένας από τους κυριότερους λόγους για την απόφαση του Χίτλερ (δεξιά) να σχεδιάσει την επιχείρηση Μαρίτα


Στις 5 Δεκεμβρίου, σε σύσκεψη που συγκάλεσε ο Χίτλερ με την ανώτατη στρατιωτική ηγεσία, συζητήθηκαν οι επιχειρήσεις Μαρίτα και Μπαρμπαρόσα. Ο Ανώτατος Διοικητής του Στρατού, φον Μπράουχιτς, εξέθεσε τα σχέδια της επιχείρησης Μαρίτα και υπολόγισε ότι η έναρξη της δεν θα ήταν πριν τις αρχές Μαρτίου, ενώ η διάρκειά της θα ήταν τρεις ως τέσσερις εβδομάδες. Αμέσως μετά μίλησε ο Χίτλερ και υποστήριξε ότι η επιχείρηση δεν μπορούσε να ξεκινήσει πριν από τις αρχές Μαρτίου και θα διαρκούσε ίσως μέχρι τέλος Απριλίου. Επομένως η γερμανική διοίκηση υπολόγιζε τη διάρκεια της επιχείρησης Μαρίτα το λιγότερο τέσσερις και το περισσότερο οκτώ εβδομάδες.
Ο Γκαμπιέ Πάρρυ, ο Μεταξάς, ο Γεώργιος Β΄, ο ντ' Άλμπιακ και ο Παπάγος σε σύσκεψη. Ο ιστορικός Χάιαμ αναφέρει για τον Μεταξά ότι: η Βρετανία ήταν τυχερή που βρισκόταν αυτός εκεί να αποκρούει σταθερά τις ανόητες προτάσεις, οι οποίες ετοιμάζονταν στο Λονδίνο και εκ καθήκοντος μεταβιβάζονταν από το Κάιρο (όπου είχαν την ελπίδα ότι θα απορρίπτονταν)

Όμως, τον Δεκέμβριο του 1940, τα γερμανικά σχέδια για τη Μεσόγειο ανατράπηκαν από την απόφαση του Ισπανού στρατηγού Φρανσίσκο Φράνκο να απορρίψει τα σχέδια για την επίθεση στο Γιβραλτάρ. Ως επακόλουθο, η γερμανική επίθεση στην Νότια Ευρώπη περιορίστηκε στην εκστρατεία εναντίον της Ελλάδας. Η Ανώτατη Στρατιωτική Διοίκηση εξέδωσε την Οδηγία Νο. 20 στις 13 Δεκεμβρίου 1940. Το έγγραφο περιέγραφε την εκστρατεία κατά της Ελλάδας με την κωδική ονομασία «Επιχείρηση Μαρίτα» και αφορούσε σχέδια για τη γερμανική κατοχή των βόρειων ακτών του Αιγαίου μέχρι τον Μάρτιο του 1941. Παράλληλα, περιείχε σχέδια για την κατάληψη ολόκληρης της ηπειρωτικής Ελλάδας, εφόσον αυτό κρίνονταν αναγκαίο. Η 12η Στρατιά έπρεπε να αναλάβει τη διεξαγωγή της επιχείρησης. Η Στρατιά αυτή αποτελούνταν από πέντε Γενικές Διοικήσεις και 18 Μεραρχίες.

Στις 25 Μαρτίου η Γιουγκοσλαβία προσχώρησε στο Τριμερές Σύμφωνο του Άξονα, εξασφαλίζοντας την κυριαρχία και εδαφική ακεραιότητά της, αλλά και αποτρέποντας τη διέλευση των γερμανικών στρατευμάτων από το έδαφός της. Επιπλέον οι Γερμανοί υποσχέθηκαν την παραχώρηση της Θεσσαλονίκης στη Γιουγκοσλαβία, στο πλαίσιο της Νέας Τάξης στα Βαλκάνια. Κατά τη διάρκεια μίας έκτακτης σύσκεψης του επιτελείου του Χίτλερ μετά το αναπάντεχο πραξικόπημα ενάντια στην κυβέρνηση της Γιουγκοσλαβίας στις 27 Μαρτίου 1941, εκδόθηκαν διαταγές για μελλοντική επίθεση στη Γιουγκοσλαβία, μαζί με αλλαγές στα σχέδια της επίθεσης εναντίον της Ελλάδας. Τόσο η Ελλάδα όσο και η Γιουγκοσλαβία επρόκειτο να δεχθούν επίθεση στις 6 Απριλίου. Ο αποφασιστικός παράγοντας για την επίθεση στην Ελλάδα ήταν το πραξικόπημα στη Γιουγκοσλαβία στις 27 Μαρτίου, όταν ο στρατηγός Σίμοβιτς ανέτρεψε την κυβέρνηση που πιο πριν είχε υπογράψει συμφωνία με τις δυνάμεις του Άξονα. Σύμφωνα με τον Λίντελ Χαρτ η εκστρατεία κατά της Ελλάδας δεν υπήρξε η αιτία της αναβολής της εκστρατείας στη Ρωσία όπως συνήθως τονίζεται. Ο Χίτλερ είχε αποφασίσει τελικά την κατάληψη μόνο της Βόρειας Μακεδονίας για να ανακόψει τυχόν διείσδυση των Βρετανών προς της πετρελαιοπηγές της Ρουμανίας. Παράλληλα με τις στρατιωτικές προετοιμασίες, ξεκίνησαν κάποιες γερμανικές μεσολαβητικές προτάσεις για τη λήξη του ελληνοϊταλικού πολέμου. Αυτές οι επαφές γίνονταν ανεπίσημα, κυρίως μέσω διαφόρων μεσολαβητών, διπλωματών τρίτων δυνάμεων και μυστικών υπηρεσιών και όχι μέσω των διπλωματών Ελλάδας και Γερμανίας. Οι επαφές που έγιναν με γερμανική πρωτοβουλία είχαν ως στόχο τη συγκράτηση της προέλασης του Ελληνικού Στρατού στην Ήπειρο και το κέρδος πολύτιμου χρόνου για την προπαρασκευή της επιχείρησης Μαρίτα.

Η Βρετανική βοήθεια στην Ελλάδα
Η Βρετανία δεσμευόταν να βοηθήσει την Ελλάδα από τη διακήρυξη του 1939, η οποία ανέφερε ότι σε περίπτωση απειλής της ελληνικής ή ρουμανικής ανεξαρτησίας, «…η Βρετανική κυβέρνηση δεσμεύεται να παράσχει άμεσα στην Ελληνική ή Ρουμανική κυβέρνηση κάθε δυνατή βοήθεια». Η διακήρυξη αυτή δεν ήταν δέσμευση από καμιά συμμαχία μεταξύ των δύο χωρών για την εγγύηση της ελληνικής εδαφικής ακεραιότητας. Περισσότερο ήταν μια ηθική υποχρέωση για ενίσχυση της Ελλάδας σε περίπτωση επίθεσης από τρίτη δύναμη. Η πρώτη βρετανική προσπάθεια ήταν η ανάπτυξη μοιρών της RAF, υπό τη διοίκηση του Τζων ντ' Άλμπιακ (John d' Albiac), οι οποίες εστάλησαν τον Νοέμβριο του 1940.
Ο Ουίνστον Τσώρτσιλ πίστευε ότι ήταν σημαντικό για το Ηνωμένο Βασίλειο να λάβει κάθε πιθανό μέτρο για την υποστήριξη της Ελλάδας. Στις 8 Ιανουαρίου 1941 δήλωσε «δεν υπάρχει άλλη πορεία για μας από το διασφαλίσουμε ότι καταβάλαμε κάθε προσπάθεια να βοηθήσουμε τους Έλληνες που αποδείχθηκαν τόσο ικανοί»

Στις 17 Νοεμβρίου 1940 ο Μεταξάς πρότεινε στη Βρετανική κυβέρνηση την ανάληψη κοινής επιθετικής δράσης στα Βαλκάνια έχοντας τα ελληνικά προπύργια της Νότιας Αλβανίας ως βάση των επιχειρήσεων ώστε να λήξει νικηφόρα ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος και να αποτραπεί η γερμανική επέμβαση. Αυτό όμως απαιτούσε την παρουσία στην Ελλάδα ισχυρής βρετανικής στρατιωτικής δύναμης. Η Βρετανία ήταν επιφυλακτική απέναντι στην πρόταση του Μεταξά, καθώς η ανάπτυξη των απαιτούμενων στρατιωτικών δυνάμεων για την υποστήριξη του ελληνικού σχεδίου θα έθετε σε κίνδυνο τις στρατιωτικές επιχειρήσεις της Κοινοπολιτείας στη Μέση Ανατολή. Ο Μεταξάς σταθερά απέρριπτε τις βρετανικές προτάσεις για αποστολή ανεπαρκών δυνάμεων από τον φόβο ότι αυτές, χωρίς να προσφέρουν σοβαρή ενίσχυση, απλώς θα προκαλούσαν τους Γερμανούς. Εκείνη την εποχή οι Βρετανοί ήταν ευχαριστημένοι με την κατάσταση που επικρατούσε στην Ελλάδα. Ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος δέσμευε ένα μεγάλο μέρος των ιταλικών δυνάμεων που ήταν χρήσιμες στο μέτωπο της Βόρειας Αφρικής, ενώ η πιθανή εμπλοκή των Γερμανών στα Βαλκάνια θα κατακερμάτιζε τα γερμανικά στρατεύματα και θα ελάττωνε τον κίνδυνο απόβασης τους στην Αγγλία.

Κατά τη διάρκεια συσκέψεων των βρετανικών και ελληνικών στρατιωτικών και πολιτικών αρχηγών στην Αθήνα, από τις 13 ως 16 Ιανουαρίου 1941, ο στρατηγός Αλέξανδρος Παπάγος, επικεφαλής του Ελληνικού Στρατού, ζήτησε από τους Βρετανούς εννέα πλήρως εξοπλισμένες μεραρχίες και την αντίστοιχη αεροπορική υποστήριξη. Οι Βρετανοί απάντησαν ότι λόγω των υποχρεώσεών τους στο μέτωπο της Βορείου Αφρικής μπορούσαν να διαθέσουν άμεσα μία μικρή, συμβολική, δύναμη μικρότερη της μεραρχίας. Ο Βρετανός Αρχιστράτηγος Μέσης Ανατολής, Στρατηγός Άρτσιμπαλντ Ουέιβελ, ανέφερε στον Παπάγο ότι είχε εντολή από το Λονδίνο να προσπαθήσει να πείσει τους Έλληνες να δεχθούν τη βοήθεια που τους δίνονταν. Η προσφορά αυτή απορρίφθηκε από τους Έλληνες οι οποίοι φοβήθηκαν πως η άφιξη μίας τέτοιας μικρής στρατιωτικής δύναμης θα επίσπευδε τη γερμανική επίθεση χωρίς να παράσχει σημαντική βοήθεια. Ο Ουέιβελ ένιωθε ανακουφισμένος που απορρίφθηκε η βοήθεια γιατί σε διαφορετική περίπτωση θα ήταν υποχρεωμένος να σταματήσει την προέλασή του στο Τομπρούκ. Βρετανική βοήθεια θα ζητούνταν αν και εφόσον τα γερμανικά στρατεύματα διέσχιζαν τον Δούναβη, από τη Ρουμανία προς τη Βουλγαρία.

Ο Τσώρτσιλ επέμεινε στη φιλοδοξία του για τη δημιουργία Βαλκανικού Μετώπου με τη συμμετοχή της Γιουγκοσλαβίας, της Ελλάδας και της Τουρκίας και διέταξε τον Άντονι Ήντεν (Anthony Eden) και τον Σερ Τζων Ντιλ (Sir John Dill) να αρχίσουν εκ νέου οι διαπραγματεύσεις με την Ελληνική κυβέρνηση. Στις 22 Φεβρουαρίου 1941 πραγματοποιήθηκε συνάντηση στην Αθήνα μεταξύ του Ήντεν και της ελληνικής ηγεσίας, παρόντων του Βασιλιά Γεωργίου, του πρωθυπουργού Αλέξανδρου Κορυζή, που διαδέχθηκε τον Μεταξά ο οποίος είχε πεθάνει στις 29 Ιανουαρίου. Στη τοποθέτησή του ο Κορυζής ρώτησε τον αριθμό και τη σύνθεση των στρατευμάτων που θα μπορούσαν να στείλουν οι Βρετανοί για να ενισχύσουν τους Έλληνες εναντίον της γερμανικής εισβολής και επισήμανε ότι ακόμη και μόνη της η Ελλάδα θα πολεμούσε για τη Μακεδονία. Στη συνέχεια μίλησε ο Ήντεν και υποστήριξε ότι το σύνολο των στρατιωτών που προορίζονταν για την Ελλάδα έφτανε τους 100.000 άνδρες. Αποτέλεσμα της συνάντησης ήταν η απόφαση για την αποστολή της εκστρατευτικής δύναμης της Βρετανικής Κοινοπολιτείας.
Ο Αντιστράτηγος Σερ Τόμας Μπλάμεϊ, διοικητής του 1ου Αυστραλιανού Σώματος, ο Αντιστράτηγος Σερ Χένρι Μέτλαντ Ουίλσον, γενικός διοικητής του Βρετανικού Εκστρατευτικού Σώματος (Δύναμη W) και ο Υποστράτηγος Μπέρναρντ Φρέιμπεργκ, διοικητής της 2ης Νεοζηλανδικής Μεραρχίας το 1941 στην Ελλάδα

Στις 3 Απριλίου, στη διάρκεια συνάντησης μεταξύ των Βρετανών, των Γιουγκοσλάβων και των Ελλήνων, οι Γιουγκοσλάβοι υποσχέθηκαν να αποκλείσουν την κοιλάδα του Στρυμόνα σε περίπτωση γερμανικής επίθεσης στο έδαφός τους. Στη διάρκεια της συνάντησης ο Παπάγος επεσήμανε τη σημασία μίας κοινής ελληνο-γιουγκοσλαβικής επίθεσης εναντίον των Ιταλών όταν οι Γερμανοί θα επιτίθονταν στις δύο χώρες. Μέχρι τις 24 Απριλίου περισσότεροι από 62.000 στρατιώτες από την Κοινοπολιτεία (Βρετανοί, Αυστραλοί, Νεοζηλανδοί, Παλαιστίνιοι και Κύπριοι) στάλθηκαν στην Ελλάδα, σχηματίζοντας το Βρετανικό Εκστρατευτικό Σώμα (ΒΕΣ) ή «Δύναμη W», από τον διοικητή τους Αντιστράτηγο Σερ Χένρι Μέτλαντ Ουίλσον.(Sir Henry Maitland Wilson). Από αυτούς τους στρατιώτες, όμως, μόνο οι μισοί ήταν σε μάχιμες μονάδες.

Στρατιωτικές προετοιμασίες
Τοπογραφία
Προκειμένου να εισέλθει στη Βόρεια Ελλάδα ο Γερμανικός Στρατός ήταν υποχρεωμένος να διασχίσει την οροσειρά της Ροδόπης, η οποία διαθέτει λίγες κοιλάδες και περάσματα ικανά να επιτρέψουν την κίνηση μεγάλων στρατιωτικών μονάδων. Δύο περάσματα εντοπίστηκαν δυτικά του Κιουστεντίλ (Kyustendil) και ένα κατά μήκος των συνόρων Γιουγκοσλαβίας – Βουλγαρίας, μέσω της κοιλάδας του Στρυμόνα προς τα νότια. Ελληνικές συνοριακές οχυρώσεις προσαρμοσμένες στο ανάγλυφο και ισχυρά αμυντικά συστήματα κάλυπταν τους λίγους διαθέσιμους δρόμους. Οι ποταμοί Στρυμόνας και Νέστος διέσχιζαν την οροσειρά κατά μήκος των Ελληνοβουλγαρικών συνόρων και αμφότερες οι κοιλάδες προστατεύονταν από ισχυρά οχυρά, τμήματα της ευρύτερης Γραμμής Μεταξά. Αυτό το σύστημα από τσιμεντένια πολυβολεία και οχυρώσεις κατασκευάστηκε κατά μήκος των βουλγαρικών συνόρων στα τέλη της δεκαετίας του 1930 και βασιζόταν σε παρόμοιες αρχές με αυτές που εφαρμόστηκαν στη Γραμμή Μαζινό. Η ισχύς της γραμμής ήταν η δύσκολη πρόσβαση που προσέφερε το ανάγλυφο του εδάφους προς τις οχυρωματικές θέσεις.

Στρατηγικοί παράγοντες
Το ορεινό έδαφος της Ελλάδας βοηθούσε στη χάραξη μίας αμυντικής στρατηγικής και οι μεγάλοι ορεινοί όγκοι της Ροδόπης, της Ηπείρου, της Πίνδου και του Ολύμπου προσέφεραν πολλές πιθανότητες να σταματήσουν έναν εισβολέα. Όμως απαιτούνταν επαρκής αεροπορική κάλυψη ώστε να αποτρέψει τις αμυνόμενες επίγειες δυνάμεις από το να παγιδευτούν στα πολλά στενώματα. Αν και μία επιτιθέμενη δύναμη από την Αλβανία μπορούσε εύκολα να αναχαιτιστεί από σχετικά μικρό αριθμό στρατευμάτων τοποθετημένων ψηλά στην οροσειρά της Πίνδου, το νοτιοανατολικό τμήμα της χώρας ήταν δύσκολο να προστατευθεί από μία επίθεση από τον Βορρά.

Οι βρετανικές ενισχύσεις μαζί με τις ελληνικές δυνάμεις ήταν ανεπαρκείς για την άμυνα της Ανατολικής Μακεδονίας και της Δυτικής Θράκης. Στην πρώτη τοποθεσία το ασθενές σημείο ήταν το τμήμα του Μπέλες όπου η οχύρωση δεν είχε ολοκληρωθεί. Μια εχθρική ενέργεια από την κοιλάδα Στρούμνιτσα προς τη Θεσσαλονίκη, δηλαδή στο τμήμα Μπέλες, θα μπορούσε να υπερκεράσει ολόκληρη την οχυρωμένη τοποθεσία και να αποκόψη από την υπόλοιπη Ελλάδα όλες τις δυνάμεις που μάχονταν στην Α. Μακεδονία και τη Δ. Θράκη. Επομένως η εκκένωση της Γραμμής Μεταξά και η μεταφορά της άμυνας στην τοποθεσία Καϊμακτσαλάν-Βέρμιο-Αλιάκμονας (τοποθεσία Βερμίου) ήταν από στρατιωτική άποψη η πλέον ενδεδειγμένη. Όμως η εγκατάλειψη μεγάλου μέρους της Μακεδονίας- συμπεριλαμβανόμενης και της Θεσσαλονίκης- εκτός του ότι θα είχε σοβαρό ηθικό και ψυχολογικό αντίκτυπο στον ελληνικό πληθυσμό της περιοχής, συνδέονταν άμεσα με τη στάση της Γιουγκοσλαβίας.

Στις 22 Φεβρουάριου ο Παπάγος δέχτηκε την εκκένωση των ελληνικών στρατευμάτων από την περιοχή ανατολικά του Αξιού ποταμού και τη μεταφορά τους στην τοποθεσία Βερμίου, στην οποία θα τάσσονταν και οι βρετανικές δυνάμεις, εφόσον όμως χανόταν κάθε ελπίδα συμμαχίας με τη Γιουγκοσλαβία για την αντιμετώπιση της γερμανικής επίθεσης. Τα γερμανικά στρατεύματα συγκεντρώνονταν στη Ρουμανία και στις 2 Μαρτίου άρχισαν να κινούνται εντός της Βουλγαρίας. Καθώς η στάση της Γιουγκοσλαβίας δεν είχε αποσαφηνιστεί και οι Γερμανοί βρίσκονταν στη Βουλγαρία, ο Έλληνας Αρχιστράτηγος έκρινε ότι η εκκένωση ανατολικά του Αξιού ήταν άκαιρη και ασύμφορη.

Οι Βρετανοί ηγέτες περιέγραψαν τη συμπεριφορά του Παπάγου ως «αφιλόξενη και ηττοπαθή» και για να τον παρακάμψουν έπρεπε να ζητήσουν τη βοήθεια του βασιλιά Γεωργίου Β΄, ο οποίος ήταν «ήρεμος, αποφασιστικός και ήσυχος». Ο Ντίλ υποστήριζε ότι το σχέδιο του Παπάγου παρέβλεπε το γεγονός ότι τα ελληνικά στρατεύματα και το πυροβολικό ήταν ικανά να προσφέρουν μικρή μόνο αντίσταση. Οι Βρετανοί θεωρούσαν ότι η ελληνική αντιπαλότητα με τη Βουλγαρία, γεγονός που οδήγησε στη δημιουργία της Γραμμής Μεταξά, καθώς και οι παραδοσιακά καλές σχέσεις με τους Γιουγκοσλάβους, άφηναν τα βορειοδυτικά σύνορα αφύλακτα σε μεγάλο βαθμό. Ο Γεώργιος Β΄ και ο πρωθυπουργός Κορυζής φοβούμενοι μία αρνητική αντίδραση των Βρετανών στην περίπτωση ασυμφωνίας, πίεσαν τον Παπάγο να βρεθεί μία λύση. Ο Παπάγος συμφώνησε αναγκαστικά να διχοτομηθούν οι διαθέσιμες δυνάμεις του με τρεις μεραρχίες και μία ταξιαρχία στη Γραμμή Μεταξά και τρεις μεραρχίες στην τοποθεσία Βερμίου.

Στις 4 Μαρτίου ο Ντιλ και ο Παπάγος συμφώνησαν στο σχέδιο άμυνας και στις 7 Μαρτίου το σχέδιο επικυρώθηκε από τη Βρετανική κυβέρνηση. Τη διοίκηση θα αναλάμβανε ο Παπάγος και οι ελληνικές και βρετανικές διοικήσεις θα αναλάμβαναν παρενοχλητικές ενέργειες στο βορειοανατολικό τμήμα της χώρας. Έτσι οι Βρετανοί μετακίνησαν τα στρατεύματά τους και κατέλαβαν μία θέση περίπου σαράντα χιλιόμετρα δυτικά του Αξιού, κατά μήκος της τοποθεσίας Βερμίου. Ο κύριος σκοπός κατάληψης αυτής της θέσης ήταν να αποτρέψουν την πρόσβαση στους Γερμανούς προς την Κεντρική Ελλάδα. Όμως η πιθανή διέλευση γερμανικών στρατευμάτων από το έδαφος της Γιουγκοσλαβίας έκανε την παραπάνω τοποθεσία ακατάλληλη για άμυνα καθώς μια γερμανική ενέργεια στον άξονα Μοναστήρι- Φλώρινα θα απειλούσε όχι μόνο τα νώτα της τοποθεσίας Βερμίου αλλά και τα νώτα των Ελλήνων στρατιωτών που μάχονταν στην Αλβανία.

Η γερμανική στρατηγική βασιζόταν στην τακτική του αστραπιαίου πολέμου (blitzkrieg), η οποία είχε αποδειχθεί επιτυχημένη κατά τη διάρκεια των εισβολών στη δυτική Ευρώπη και επιβεβαίωσε την αποτελεσματικότητά της κατά την εισβολή στη Γιουγκοσλαβία. Η γερμανική διοίκηση σχεδίαζε να συνδυάσει την επίθεση των πεζοπόρων στρατευμάτων και των τεθωρακισμένων με υποστήριξη από αέρος και να πραγματοποιήσει μία γρήγορη προέλαση στο εσωτερικό. Μετά την κατάληψη της Θεσσαλονίκης η Αθήνα και το λιμάνι του Πειραιά θα αποτελούσαν τους επόμενους κύριους στόχους. Με την πτώση του Πειραιά και του ισθμού της Κορίνθου σε γερμανικά χέρια, η υποχώρηση και εκκένωση των βρετανικών και ελληνικών δυνάμεων θα θέτονταν σε κίνδυνο.

Αμυντικές και επιθετικές δυνάμεις
Η Πέμπτη Γιουγκοσλαβική Στρατιά έφερε την ευθύνη άμυνας του νοτιοανατολικού συνόρου μεταξύ της Κρίβα Παλάνκα (Kriva Palanka) και της Ελληνικής μεθορίου, στην κοιλάδα του Αξιού έως το Κιλκίς. Κατά το χρόνο της γερμανικής επίθεσης τα γιουγκοσλαβικά στρατεύματα δεν ήταν πλήρως κινητοποιημένα και υστερούσαν σε σύγχρονο οπλισμό προκειμένου να είναι αποτελεσματικά. Μετά την είσοδο των γερμανικών δυνάμεων στη Βουλγαρία η πλειοψηφία των ελληνικών στρατευμάτων αποσύρθηκε από τη Δυτική Θράκη.

Οι ελληνικές και βρετανικές δυνάμεις που θα αντιμετώπιζαν την γερμανική επίθεση ήταν οι εξής:

Στην Ανατολική Μακεδονία ήταν το Τμήμα Στρατιάς Ανατολικής Μακεδονίας (ΤΣΑΜ) υπό τον Αντιστράτηγο Κωνσταντίνο Μπακόπουλο, αποτελούμενο από τις XVIII, XIV, VII Μεραρχίες Πεζικού, την XIX Μηχανοκίνητη Μεραρχία, την Ταξιαρχία Νέστου, το Απόσπασμα Κρουσίων και ένα ενισχυμένο τάγμα Πεζικού.
Στη Δυτική Θράκη ήταν αναπτυγμένη η Ταξιαρχία Έβρου, η οποία υπάγονταν στο ΤΣΑΜ.
Στην τοποθεσία Βερμίου βρισκόταν το Ελληνοβρετανικό Συγκρότημα W υπό τον Αντιστράτηγο Ουίλσον, αποτελούμενο από:
- το Τμήμα Στρατιάς Κεντρικής Μακεδονίας (ΤΣΚΜ) υπό τον Αντιστράτηγο Ιωάννη Κωτούλα (αντικαταστάθηκε στις 8/4/41 από το Υποστράτηγο Χρήστο Καράσσο) με τις 20ή, ΧΙΙ Μεραρχίες Πεζικού και το X Συνοριακό Συγκρότημα (τρεις λόχοι).
- Το Βρετανικό Εκστρατευτικό Σώμα (ΒΕΣ) υπό τον Αντιστράτηγο Ουίλσον το οποίο διέθετε το 1ο Αυστραλιανό Σώμα Στρατού (6η Αυστραλιανή και 2η Νεοζηλανδική Μεραρχίες) και την 1η Βρετανική Τεθωρακισμένη Ταξιαρχία.
Η Βρετανική Βασιλική Αεροπορία (RAF) είχε πέντε σμήνη βομβαρδισμού και τρία σμήνη μονοκινητήριων καταδιωκτικών, συνολικά 99 αεροσκάφη, όμως μόνο τα 80 ήταν αξιόμαχα. Η Ελληνική Βασιλική Αεροπορία (EBA) διέθετε 44 καταδιωκτικά, 46 βομβαρδιστικά και μερικά αναγνωριστικά.
Οι ελληνικές μονάδες στην Ανατολική Μακεδονία και στη Δυτική Θράκη αριθμούσαν 65.110 άνδρες, εκ των οποίων μόνο οι μισοί ήταν σε μάχιμες μονάδες. Επιπλέον ο διαθέσιμος οπλισμός ήταν ανεπαρκής και απαρχαιωμένος. Τα αντιαεροπορικά και αντιαρματικά πυροβόλα, όπως και τα διαθέσιμα βλήματα, ήταν λιγότερα από τα προβλεπόμενα, καθώς είχαν σταλθεί στο Αλβανικό μέτωπο. Επίσης τα πυρομαχικά για τα ελαφρά όπλα ήταν στο ένα τρίτο από τα προβλεπόμενα. Οι αξιωματικοί ήταν κατά το μεγαλύτερο ποσοστό έφεδροι, ενώ υπήρχε έλλειψη σε επιτελικούς αξιωματικούς. Η δύναμη του κάθε τάγματος δεν ξεπερνούσε τους 500 άνδρες και πολλοί λόχοι διοικούνταν από ανθυπολοχαγούς που μόλις είχαν αποφοιτήσει από τις Σχολές τους ή ήταν έφεδροι. Τα μεταφορικά μέσα είχαν περιορισθεί στο ελάχιστο ενώ τα υλικά διαβιβάσεων ήταν ανεπαρκέστατα. Εξαίρεση ήταν η επαρκής επάνδρωση των οχυρών της Γραμμής Μεταξά σε έμψυχο δυναμικό, όπως και το εσωτερικό και εξωτερικό δίκτυο διαβιβάσεων αυτών των οχυρών. Σε πολύ χαμηλό επίπεδο μαχητικής ικανότητας ήταν και οι ελληνικές δυνάμεις στο Βέρμιο, που δεν πρέπει να ξεπερνούσαν τους 15.000 μαχητές. Όμως, παρά αυτές τις αδυναμίες το ηθικό των ανδρών, και ιδιαίτερα αυτών που ήταν στα οχυρά και στις μονάδες προκαλύψεως, ήταν σε υψηλό επίπεδο. Οι υπόλοιπες ελληνικές δυνάμεις που αποτελούνταν από δεκατέσσερις μεραρχίες πεζικού, τη Μεραρχία Ιππικού  και την 21η Ταξιαρχία βρισκόταν στην Αλβανία.

Ελληνικές Δυνάμεις
Στρατός Ξηράς - Αρχιστράτηγος, Αντιστράτηγος Αλέξανδρος Παπάγος
Τμήμα Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας Αντιστράτηγος Γεώργιος Τσολάκογλου
IX Μεραρχία Πεζικού (Υποστράτηγος Χρήστος Ζυγούρης)
27ο Σύνταγμα Πεζικού (Συνταγματάρχης Ηλίας Μπομπορίδης)
32ο Σύνταγμα Πεζικού (Συν/ρχης Γεώργιος Χατζηαναγνώστου)
53ο Σύνταγμα Πεζικού (Συν/ρχης Μιχαήλ Πρίντζος)
ΙΧ Σύνταγμα Ορειβατικού Πυροβολικού (Συν/ρχης Κων/νος Δελαγραμμάτικας)
X Μεραρχία Πεζικού (Υποστράτηγος Παναγιώτης Γαζής) 
35ο Σύνταγμα Πεζικού (Έφεδρος Συν/ρχης Εμμανουήλ Μαρινάκης)
65ο Σύνταγμα Πεζικού (Αντ/ρχης Νικόλαος Τζαναβάρας)
68ο Σύνταγμα Πεζικού (Συν/ρχης Βασίλειος Παναγιωτόπουλος)
XIII Μεραρχία Πεζικού (Υποστράτηγος Σωτήριος Μουτούσης)
18ο Σύνταγμα Πεζικού (Συν/ρχης Σπυρίδων Σακελαρόπουλος)
22ο Σύνταγμα Πεζικού (Συν/ρχης Νικόλαος Λαμπρόπουλος))
ΧΙΙΙ Σύνταγμα Ορειβατικού Πυροβολικού (Αντ/ρχης Ιωάννης Τούτουτζας)
XVI Μεραρχία Πεζικού (Υποστράτηγος Αγαμέμνων Μεταξάς)
1ο Σύνταγμα Πεζικού (Αντ/ρχης Αγησίλαος Σινιώρης)
20ό Σύνταγμα Πεζικού (Συν/ρχης Κων/νος Ανδρεάδης) 
21η Ταξιαρχία Πεζικού (Συν/ρχης Χρήστος Δέδες) 
Μεραρχία Ιππικού (Υποστράτηγος Γεώργιος Στανωτάς)
Τμήμα Στρατιάς Κεντρικής Μακεδονίας Αντιστράτηγος Ιωάννης Κωτούλας μέχρι 8/4/1941, Υποστράτηγος Χρήστος Καράσσος
XII Μεραρχία Πεζικού (Συν/ρχης Γεώργιος Καραμπάτος)
82ο Σύνταγμα Πεζικού (Αντ/ρχης Βασίλειος Δημητρακαρέας)
84ο Σύνταγμα Πεζικού (Έφ. Αντ/ρχης Γεώργιος Ρογκόπουλος)
86ο Σύνταγμα Πεζικού (Αντ/ρχης Θεόδωρος Γεωργανόπουλος)
87ο Σύνταγμα Πεζικού (Αντ/ρχης Γεώργιος Ρήγος)
20ή Μεραρχία Πεζικού (Υποστρ. Χρήστος Καράσσος μέχρι 8/4/1941, Συν/ρχης Μιλτιάδης Παπακωνσταντίνου)
35ο Σύνταγμα Πεζικού (Έφ. Συν/ρχης Εμμανουήλ Μαρινάκης)
80ό Σύνταγμα Πεζικού (Αντ/ρχης Βασίλειος Ματζουράνης)
Σύνταγμα Δωδεκανησίων (Έφ. Αντ/ρχης Ιωάννης Νικολάου)
Χ Συνοριακός Τομέας (Έφ. Συν/ρχης Αριστοτέλης Σέργος)
20ό Σύνταγμα Ορειβατικού Πυροβολικού (Αντ/ρχης Χρίστ. Δεληβογιατζής)
Τμήμα Στρατιάς Ηπείρου Αντιστράτηγος Ιωάννης Πιτσίκας μέχρι 20/4/1941, Αντιστράτηγος Γεώργιος Τσολάκογλου
A΄ Σώμα Στρατού (Αντιστρ. Παναγιώτης Δεμέστιχας)
ΙΙ Μεραρχία Πεζικού (Υποστρ. Γεώργιος Λάβδας)
3ο Σύνταγμα Πεζικού (Αντ/ρχης Ιωάννης Λειβαράς)
34ο Σύνταγμα Πεζικού (Συντ/ρχης Αλέξανδρος Τσιγκούνης)
36ο Σύνταγμα Πεζικού (Αντ/ρχης Ιωάννης Δημοκωστούλας)
39ο Σύνταγμα Ευζώνων (Έφ. Αντ/ρχης Παυσανίας Κατσώτας)
II Σύνταγμα Ορειβατικού Πυροβολικού (Αντ/ρχης Δημήτριος Λειβαδίτης)
ΙΙI Μεραρχία Πεζικού (Συν/ρχης Κων/νος Γεωργαντάς)
6ο Σύνταγμα Πεζικού (Σύν/ρχης Ιωάννης Θεοδώρου)
12ο Σύνταγμα Πεζικού (Συν/ρχης Σταύρος Χριστοδουλίδης)
24ο Σύνταγμα Πεζικού (Αντ/ρχης Κων/νος Ευαγγελίου)
40ό Σύνταγμα Ευζώνων (Συν/ρχης Βασίλειος Πετρόπουλος)
ΙΙΙ Σύνταγμα Ορ. Πυροβολικού (Αντ/ρχης Γεώργιος Φιντικάκης)
VIII Μεραρχία Πεζικού (Υποστρ. Χαράλαμπος Κατσιμήτρος)
10ο Σύνταγμα Πεζικού (Έφ. Συν/ρχης Δημήτριος Πολύζος)
15ο Σύνταγμα Πεζικού (Αντ/ρχης Γεώργιος Κυριαζής)
42ο Σύνταγμα Ευζώνων (Αντ/ρχης Γεώργιος Παπαγεωργίου)
VΙΙΙ Σύν. Ορειβατικού Πυροβολικού (Αντ/ρχης Αθαν. Σταμόπουλος)
Α΄ Σύνταγμα Πεδινού Πυροβολικού (Αντ/ρχης Δημήτριος Ραζής)
Α΄ Σύνταγμα Βαρέως Πυροβολικού (Αντ/ρχης Κων. Ιατρού)
Σύνταγμα Οβιδοβόλων Σκόντα 150 (Αντ/ρχης Γεώργιος Στερεός)
Σ. Σύνταγμα Ορειβατικού Πυροβολικού (Αντ/ρχης Παν. Κερασοβίτης)
Α΄ Τάγμα Μηχανικού (Αντ/ρχης Αναστάσιος Κοντόσης)
Σ΄ Τάγμα Μηχανικού (Λοχ. Λέων Κούτσουκας)
Β΄ Σώμα Στρατού (Υποστράτηγος Γεώργιος Μπάκος)
I Μεραρχία Πεζικού (Υποστρ. Βασίλειος Βραχνός)
4ο Σύνταγμα Πεζικού (Συν/ρχης Θεμιστοκλής Κετσέας)
5ο Σύνταγμα Πεζικού (Συν/ρχης Νικόλαος Γεωργούλας)
16ο Σύνταγμα Πεζικού (Συν/ρχης Χρήστος Ιωάννου)
Ι Σύνταγμα Ορειβατικού Πυροβολικού (Αντ/ρχης Μιχ. Σπυρόπουλος)
ΙV Μεραρχία Πεζικού (Συν/ρχης Κλεάνθης Μπουλαλάς)
8ο Σύνταγμα Πεζικού (Αντ/ρχης Παναγιώτης Μπασακίδης)
9ο Σύνταγμα Πεζικού (Συν/ρχης Βενετσάνος Κετσέας)
11ο Σύνταγμα Πεζικού (Συν/ρχης Γεώργιος Παρασκευόπουλος)
IV Σύνταγμα Ορ. Πυροβολικού (Συν/ρχης Ιωάννης Χριστοβασίλης)
V Μεραρχία Πεζικού (Υποστράτηγος Γεώργιος Παπαστεργίου μέχρι 15/4/1941, Συντ/ρχης Διονύσιος Παπαδόγκωνας)
14ο Σύνταγμα Πεζικού (Συντ/ρχης Νικόλαος Σπένδος)
43ο Σύνταγμα Πεζικού (Συντ/ρχης Νικόλαος Παπανικολάου)
44ο Σύνταγμα Σύνταγμα Πέζικού (Αντ/ρχης Παναγιώτης Γούλας)
V Σύνταγμα Ορ. Πυροβολικού (Αντ/ρχης Δούκας Μαρινόπουλος)
VI Μεραρχία Πεζικού (Υποστράτηγος Νικόλαος Μάρκου)
19ο Σύνταγμα Πεζικού (Συνταγματάρχης Παναγιώτης Μπαλής)
21ο Σύνταγμα Πεζικού (Αντ/ρχης Ευάγγελος Τσιόδουλος)
70ό Σύνταγμα Πεζικού (Αντ/ρχης Λουκάς Κίτσος)
72ο Σύνταγμα Πεζικού (Αντ/ρχης Σταύρος Μαρκίδης)
25ο Σύνταγμα Πεζικού (Συν/ρχης Γεώργιος Μαρούκης)
VIα Συνοριακός Τομεύς (Ταγματάρχης Νικόλαος Εξαρχάκος) (Υπήχθη στην XVIII Μεραρχία και μετατράπηκε σε τάγμα)
VIβ Συνοριακός Τομεύς (Υπήχθη στο Συγκρότημα Σιδηροκάστρου της XIV Μεραρχίας)
VI Σύνταγμα Ορ. Πυροβολικού (Συν/ρχης Πέτρος Νομικός)
XI Μεραρχία Πεζικού (Συν/ρχης Ιππικού Σωκράτης Δημάρατος)
50ό Σύνταγμα Πεζικού (Συν/ρχης Ιωάννης Παπαπέτρου)
66ο Σύνταγμα Πεζικού ή Απόσπασμα Γιαννακόπουλου (Αντ/ρχης Μιχαήλ Σγουρός μέχρι 13/4/ 1941. Εφ. Αντ/ρχης Νικόλαος Κουρκουλάκος)
13ο Σύνταγμα Πεζικού (Συν/ρχης Βασίλειος Καμπάνης)
XI Συνοριακός Τομεύς (Ταγ. Ρήγας Παναγόπουλος)
ΧΙ Σύνταγμα Ορ. Πυροβολικού
XV Μεραρχία Πεζικού (Συν/ρχης Παναγιώτης Σπηλιωτόπουλος)
28ο Σύνταγμα Πεζικού (Αντ/ρχης Νικόλαος Παπαδόπουλος)
90ό Σύνταγμα Πεζικού (Συν/ρχης Χρήστος Γερακίνης)
ΧV Σύνταγμα Ορ. Πυροβολικού (Αντ/ρχης Βασίλειος Αβδελλάς)
XVII Μεραρχία Πεζικού (Υποστρ. Αναστάσιος Ρουσσόπουλος)
31ο Σύνταγμα Πεζικού (Συν/ρχης Γεώργιος Χατζηγεωργίου)
67ο Σύνταγμα Πεζικού (Συν/ρχης Ιωάννης Μουστεράκης μέχρι 9/4/1941. Αντ/ρχης Δημήτριος Μπαλαφούτης)
XVII Σύνταγμα Ορ. Πυροβολικού (Ταγματάρχης Αθανάσιος Δασκαρόλης)
Β΄ Σύνταγμα Πεδ. Πυροβολικού (Αντ/ρχης Αναστ. Καλφιώτης)
Β΄ Σύνταγμα Βαρ. Πυροβολικού (Συν/ρχης Ευθύμιος Βλαχάβας)
Γ΄ Σύνταγμα Βαρ. Πυροβολικού (Συν/ρχης Κωνσ. Αποστολόπουλος)
Β΄ Σύνταγμα Α/Α Πυροβολικού
Β΄ Ομάς Αναγνωρίσεως (Αντ/ρχης Φιλοποίμην Κόκκινος)
Β΄ Τάγμα Μηχανικού (Λοχαγός Γεώργιος Παπαθεοδώρου)
Γ΄ Σώμα Στρατού (Αντιστράτηγος Γεώργιος Τσολάκογλου)

Στις 28 Μαρτίου οι ελληνικές δυνάμεις στην Κεντρική Μακεδονία, οι XII και 20ή Μεραρχίες Πεζικού, τοποθετήθηκαν υπό τη διοίκηση του Στρατηγού Ουίλσον, ο οποίος κατέστησε το αρχηγείο του βορειοδυτικά της Λάρισας. Η νεοζηλανδική μεραρχία έλαβε θέση βόρεια του όρους Όλυμπος ενώ η αυστραλιανή μεραρχία απέκλεισε την κοιλάδα του Αλιάκμονα μέχρι την οροσειρά του Βέρμιου. Η Βρετανική Βασιλική Αεροπορία συνέχισε να επιχειρεί από αεροδρόμια στην κεντρική και νότια Ελλάδα, όμως λίγα αεροσκάφη μπορούσαν να αποσταλούν στο θέατρο των επιχειρήσεων. Οι βρετανικές δυνάμεις βρίσκονταν σχεδόν σε πλήρη κινητοποίηση όμως ο εξοπλισμός τους ήταν περισσότερο κατάλληλος για πολεμικές επιχειρήσεις στην έρημο παρά στους απότομους ορεινούς δρόμους της Ελλάδας. Υπήρχε έλλειψη σε άρματα μάχης και αντιαεροπορικά όπλα και η γραμμές επικοινωνίας κατά μήκος της Μεσογείου ήταν ευάλωτες, καθώς κάθε νηοπομπή έπρεπε να πλεύσει κοντά από νησιά που τελούσαν υπό εχθρική κατοχή, παρά το γεγονός ότι το Βρετανικό Ναυτικό κυριαρχούσε στο Αιγαίο, Τα εφοδιαστικά αυτά προβλήματα επιτείνονταν από την περιορισμένη διαθεσιμότητα πλοίων και την περιορισμένη χωρητικότητα των ελληνικών λιμανιών.

Η Γερμανική 12η Στρατιά, υπό τη διοίκηση του Στρατάρχη Βίλχελμ Λιστ (Wilhelm List), ήταν επιφορτισμένη με την εκτέλεση της Επιχείρησης Μαρίτα. Οι δυνάμεις που διέθεσε αυτή η Στρατιά για την εκστρατεία εναντίον της Ελλάδας ήταν:

Το XVIII (18o) Ορεινό Σώμα Στρατού (XVIII Gebirgskorps) υπό τον Αντιστράτηγο Φραντς Μπέμε (Franz Böhme), αποτελούμενο από τη 2η Μεραρχία Πάντσερ (Τεθωρακισμένη Μεραρχία), τις 5η και 6η Ορεινές Μεραρχίες, το 125ο Ανεξάρτητο Ενισχυμένο Σύνταγμα Πεζικού, και την 72η Μεραρχία Πεζικού.
Το XXX (30ό) Σώμα Στρατού, υπό τον Αντιστράτηγο Ότο Χάρτμαν (Otto Hartmann) αποτελούμενο από τις 164η και 50ή Μεραρχίες Πεζικού.
Το XL (40ό) Σώμα Πάντσερ (Τεθωρακισμένο Σώμα Στρατού), υπό τον Αντιστράτηγο Γκέοργκ Στούμμε (Georg Stumme), αποτελούμενο από την 9η Μεραρχία Πάντσερ (Τεθωρακισμένη Μεραρχία), την 73η Μεραρχία Πεζικού και το Μηχανοκίνητo Σύνταγμα (Leibstandarte SS Adolf Hitler) (αργότερα προστέθηκε και η 5η Μεραρχία Πάντσερ).
Ως εφεδρεία υπήρχε μια Μεραρχία Πεζικού στην περιοχή της Φιλιππούπολης.
Το VIII Αεροπορικό Σώμα υπό τον Βόλφραμ φον Ρίχτχοφεν με περίπου 490 αεροσκάφη.
Οι γερμανικές μονάδες, που αποτελούνταν από περίπου 180.000 άνδρες, ήταν άριστα εξοπλισμένες και οργανωμένες. Μετά τις νίκες της Βέρμαχτ στην Πολωνία και στη Γαλλία, το ηθικό τους ήταν υψηλό. Το σύνολο του Μηχανικού, Πυροβολικού, Αντιαεροπορικών και άλλων μέσων της Στρατιάς διατέθηκαν για την εκστρατεία κατά της Ελλάδας. Οι τεθωρακισμένες μονάδες, παρά την πρόσφατη μείωση των διατιθέμενων αρμάτων από 258 κατά μέσο όρο σε 150 ή και λιγότερα ανά μεραρχία, είχαν καλύτερης ποιότητας άρματα αλλά και καλύτερο επίπεδο διοίκησης έναντι των αντιπάλων τους. Συνολικά ο αριθμός των αρμάτων μάχης που διέθεσε η 12η Στρατιά ήταν 501.

Στις αεροπορικές δυνάμεις μπορούσαν να συνδράμουν, μετά τη μεταπολίτευση στη Γιουγκοσλαβίας, ο 4ος Αεροπορικός Στόλος ανεβάζοντας τον αριθμό των διατιθέμενων αεροσκαφών εναντίον της Ελλάδας και της Γιουγκοσλαβίας σε 1.000, κάνοντας απόλυτη τη γερμανική αεροπορική υπεροχή.

Το γερμανικό σχέδιο επίθεσης και η συγκέντρωση
Το γερμανικό σχέδιο επίθεσης διαμορφώθηκε βάσει της εμπειρίας που απέκτησε ο γερμανικός στρατός στη Μάχη της Γαλλίας. Η στρατηγική του βασιζόταν στη δημιουργία ενός αντιπερισπασμού στο Αλβανικό μέτωπο, αποδυναμώνοντας τις δυνάμεις του Ελληνικού Στρατού από την άμυνα των γιουγκοσλαβικών και βουλγαρικών συνόρων. Χρησιμοποιώντας την τακτική της προώθησης τεθωρακισμένων σχηματισμών προς τα περισσότερο αδύναμα τμήματα της αμυντικής γραμμής, η διείσδυση προς την εχθρική περιοχή θα ήταν ευκολότερη και θα ακολουθούσαν οι δυνάμεις του πεζικού. Μόλις το αδύναμο αμυντικό σύστημα της Νότιας Γιουγκοσλαβίας κατέρρεε από την επέλαση των γερμανικών τεθωρακισμένων μονάδων, η Γραμμή Μεταξά θα υπερκεράσονταν από τις ταχύτερα κινούμενες δυνάμεις που θα προήλαυναν προς το νότο από τη Γιουγκοσλαβία. Η κατοχή του Μοναστηριού και της κοιλάδας του Αξιού, που οδηγούσε προς τη Θεσσαλονίκη, κρίνονταν απαραίτητη για μία τέτοια στρατηγική.

Το πραξικόπημα στη Γιουγκοσλαβία οδήγησε σε ξαφνική αλλαγή του σχεδίου επίθεσης και έφερε τη Δωδέκατη Στρατιά αντιμέτωπη με μία σειρά δύσκολων προβλημάτων. Σύμφωνα με την Οδηγία Νο. 25 της 28ης Μαρτίου, η 12η Στρατιά έπρεπε να ανασυγκροτήσει τις δυνάμεις της με τέτοιο τρόπο ώστε μία ταχυκίνητη δύναμη να μπορεί να επιτεθεί προς το Βελιγράδι μέσω της Νις. Με μόνο εννέα μέρες από την ημέρα της επίθεσης κάθε ώρα ήταν σημαντική και κάθε νέα συγκέντρωση των στρατευμάτων χρειαζόταν χρόνο για να οργανωθεί. Το βράδυ της 5ης Απριλίου είχαν συγκεντρωθεί όλες οι επιθετικές δυνάμεις που προορίζονταν να επιτεθούν στη Νότια Γιουγκοσλαβία και στην Ελλάδα.

Το ελληνικό σχέδιο άμυνας
Στην Ανατολική Μακεδονία το ΤΣΑΜ είχε ως αποστολή να αμυνθεί στην οχυρωμένη τοποθεσία Μπέλες-Νέστος ποταμός. Όταν εξαντλούνταν κάθε προσπάθεια άμυνας στην παραπάνω τοποθεσία οι ελληνικές δυνάμεις έπρεπε να συμπτυχθούν, ανάλογα με τις συνθήκες, αρχικά προς τη Θεσσαλονίκη και στην συνέχεια προς τα δυτικά του Αξιού ή προς την Καβάλα και την Αμφίπολη Σερρών με σκοπό να μεταφερθούν δια θαλάσσης σε άλλα μέρη για τη συνέχιση του αγώνα. Η αποστολή του Συγκροτήματος Κρουσίων ήταν να καταλάβει την τοποθεσία Κρουσίων και να απαγορεύσει την εχθρική προέλαση προς τη Θεσσαλονίκη σε περίπτωση διάρρηξης της τοποθεσία Μπέλες.

Στη Δυτική Θράκη η Ταξιαρχία Έβρου έπρεπε να αμυνθεί κατά μήκος των βουλγαρικών συνόρων, ανατολικά της λίμνης Βιστωνίδας, και να επιδιώξει την εξασφάλιση του προγεφυρώματος Πυθίου. Αν δεν μπορούσε να διατηρήσει το προγεφύρωμα θα έπρεπε να συμπτυχθεί προς το τουρκικό έδαφος.

Η αποστολή του Ελληνοβρετανικού Συγκροτήματος W ήταν να απαγορεύσει την εχθρική προσπάθεια προέλασης δυτικά και νότια της τοποθεσίας Καιμακτσαλάν-Βέρμιο-ποταμός Αλιάκμων.

Γερμανική εισβολή
Η επίθεση στην Ανατολική Μακεδονία και τη Δυτική Θράκη
Στις 05:30 το πρωί της 6ης Απριλίου ο Γερμανός πρεσβευτής στην Ελλάδα,πρίγκιπας Βίκτωρ Έρμπαχ (Viktor zu Erbach-Schönberg), επέδωσε στον πρωθυπουργό Αλέξανδρο Κορυζή διακοίνωση, στην οποία αναφέρονταν οι λόγοι της γερμανικής επίθεσης. Η διακοίνωση έλεγε πως η κυβέρνηση του Ράιχ έδωσε διαταγή στα στρατεύματά της να εκδιώξουν τις Βρετανικές Ένοπλες Δυνάμεις από το ελληνικό έδαφος. Κάθε αντίσταση στις Γερμανικές Ένοπλες Δυνάμεις θα συντρίβεται αδιακρίτως. Ο Κορυζής απάντησε στον Γερμανό πρεσβευτή ότι η Ελλάδα θα αντισταθεί στη γερμανική επίθεση και δεν θα υποταχθεί αμαχητί. Νωρίτερα, στις 05:15, τα γερμανικά στρατεύματα εισέβαλαν στο ελληνικό και γιουγκοσλαβικό έδαφος ταυτόχρονα.

Το XVIII Ορεινό Σώμα του Γερμανικού Στρατού επιτέθηκε κατά του δυτικού τμήματος της γραμμής Μεταξά, στο Μπέλες, ενώ ανατολικότερα στο υψίπεδο Νευροκοπίου και στη Δ. Θράκη έλαβε χώρα η επίθεση του XXX Σώματος του Γερμανικού Στρατού. Η ελληνική οχύρωση, το υψηλό ηθικό των Ελλήνων στρατιωτών και η υποτίμηση των παραγόντων αυτών από τη γερμανική ηγεσία αντιστάθμισαν την υλική υπεροχή των Γερμανών.

Η Γραμμή Μεταξά, μήκους περίπου 215 χλμ, υπερασπιζόταν από τo Τμήμα Στρατιάς Ανατολικής Μακεδονίας (ΤΣΑΜ). Η γραμμή εκτείνεται κατά μήκος του ποταμού Νέστου προς τα ανατολικά και των βουλγαρικών συνόρων ως το όρος Μπέλες κοντά στα σύνορα με τη Γιουγκοσλαβία. Για την υπεράσπισή της έπρεπε να υπάρχουν άνω των 200.000 ανδρών, όμως η έλλειψη προσωπικού είχε ως αποτέλεσμα την αραιή διάταξη των αμυντικών γραμμών.

Αντιαρματικό κώλυμα μπροστά από το Οχυρό Παρταλούσκα της Γραμμής Μεταξά. Οι Έλληνες στρατιώτες που επάνδρωσαν τα οχυρά της Γραμμής Μεταξά επέδειξαν χαλύβδινα νεύρα και καλή πειθαρχία, παρά τα ισχυρά και συνεχή πυρά που δέχτηκαν. Ούτε και οι επιδρομές των αεροσκαφών κάθετης εφόρμησης, Ju 87 Stuka, επηρέασαν αυτούς τους άνδρες, που εκτελούσαν πυρά και κατά τη διάρκεια των βομβαρδισμών, κάτι που δεν συνέβη στις προηγούμενες γερμανικές εκστρατείες στην Πολωνία και στη Γαλλία. Εάν εξουδετερώνονταν οι υπερασπιστές κάποιας οχυρής θέσης αμέσως αντικαθιστώνταν με νέους. Ιδιαίτερα ενοχλητική για τους υπερασπιστές των οχυρών ήταν η έλλειψη αέρα από τη φραγή των φατνωμάτων, αεραγωγών και ανοιγμάτων, όπως και η χρήση καπνογόνων και εμπρηστικών υλών.

6 Απριλίου: Η επίθεση
Η γερμανική επίθεση εκδηλώθηκε με σφοδρότητα στο Μπέλες όπου η 6η Ορεινή Μεραρχία κινήθηκε μέσα από τους ορεινούς όγκους στο δυτικό τμήμα του όρους, στο οποίο τμήμα δεν υπήρχαν μόνιμες οχυρώσεις παρά μόνο ολιγάριθμες ελληνικές δυνάμεις κατανεμημένες σε διάσπαρτα πολυβολεία. Παρά τη σθεναρή αντίσταση οι γερμανικές δυνάμεις διέσπασαν δύο αμυντικές τοποθεσίες και υπερέβησαν το όρος Μπέλες, με αποτέλεσμα στο τέλος της μέρας να έχουν φθάσει στη Ροδόπολη και να καταλάβουν τον σιδηροδρομικό σταθμό. Η επιτυχία αυτή των Γερμανών δημιούργησε κίνδυνο για την τοποθεσία Μπέλες- Νέστος και ανάγκασε τον διοικητή του ΤΣΑΜ να διατάξει τη σύμπτυξη της XVIII Μεραρχίας (Υποστράτηγος Λ. Στεργιόπουλος) στην τοποθεσία Στρυμόνα - λίμνη Κερκίνη και την XIX Μηχανοκίνητη Μεραρχία (Υποστράτηγος Ν. Λιούμπας) να αμυνθεί έναντι της 6ης Ορεινής Μεραρχίας στα δυτικά του Μπέλες, από τη λίμνη Δοϊράνη έως τη λίμνη Κερκίνη.
Βομβαρδισμός Ελληνικών θέσεων από το Γερμανικό πυροβολικό

Με την υποστήριξη 165 πυροβόλων διαφόρων διαμετρημάτων και από μεγάλο αριθμό αεροπλάνων, η γερμανική 5η Ορεινή Μεραρχία επιτέθηκε στο ανατολικό Μπέλες, από το Ρουπέσκο έως το Οχυρό Καρατάς. Στον τομέα αυτό, που υπεράσπιζε η XVIII Μεραρχία, οι Γερμανοί κατάφεραν, έπειτα από σκληρούς αγώνες και σφοδρό βομβαρδισμό, να επικαθήσουν στη επιφάνεια των οχυρών Ιστίμπεη και Κελκαγιά. Οι επιτιθέμενοι εκτόξευσαν χειροβομβίδες και καπνογόνα αέρια στο εσωτερικό των οχυρών και προσπάθησαν να φράσσουν τα φατνώματα ώστε να αναγκάσουν τους υπερασπιστές τους να παραδοθούν. Παρά την εκτέλεση πυρών του ελληνικού πυροβολικού πάνω στα οχυρά εναντίον των ευρισκομένων στην επιφάνεια τους Γερμανών και τις ηρωικές αντεπιθέσεις εφεδρικών τμημάτων των οχυρών η κατάσταση δεν βελτιώθηκε για τους αμυνόμενους.

Ανατολικότερα, στη στενωπό του Ρούπελ, που υπεράσπιζε το Συγκρότημα Σιδηροκάστρου της XIV Μεραρχίας (Υποστράτηγος Κων/νος Παπακωνσταντίνου), επιτέθηκε το 125ο Σύνταγμα Πεζικού, το οποίο είχε χρησιμοποιηθεί στις επιχειρήσεις στη Γραμμή Μαζινό στη Γαλλία. Το Σύνταγμα αυτό, ενισχυμένο με ένα τάγμα της 5ης Ορεινής και με την υποστήριξη πυροβολικού, αεροπλάνων Στούκας (τα οποία είχαν σειρήνες, που χρησιμοποιούσαν κατά τις καταδύσεις τους για να κλονίζουν το ηθικό των αντιπάλων) και άλλων μονάδων επιτέθηκε με σφοδρότητα στο οχυρό Ρούπελ, αλλά αποκρούστηκε αποτελεσματικά από τα εύστοχα αμυντικά πυρά. Το ηθικό των ελληνικών δυνάμεων συνέχισε να είναι ακμαίο παρά τους συνεχείς βομβαρδισμούς, οι οποίοι προκάλεσαν ελάχιστες ζημιές στα οχυρά. Ενώ όμως οι μετωπικές επιθέσεις των γερμανικών δυνάμεων αποκρούστηκαν, ένας λόχος κατόρθωσε να διεισδύσει στα νώτα της τοποθεσίας και κατάφερε να οργανωθεί στο ύψωμα Γκολιάμα και να καταλάβει το χωριό Κλειδί.
Αντιαρματικό κώλυμα μπροστά από το Οχυρό Παρταλούσκα της Γραμμής Μεταξά. Οι Έλληνες στρατιώτες που επάνδρωσαν τα οχυρά της Γραμμής Μεταξά επέδειξαν χαλύβδινα νεύρα και καλή πειθαρχία, παρά τα ισχυρά και συνεχή πυρά που δέχτηκαν. Ούτε και οι επιδρομές των αεροσκαφών κάθετης εφόρμησης, Ju 87 Stuka, επηρέασαν αυτούς τους άνδρες, που εκτελούσαν πυρά και κατά τη διάρκεια των βομβαρδισμών, κάτι που δεν συνέβη στις προηγούμενες γερμανικές εκστρατείες στην Πολωνία και στη Γαλλία. Εάν εξουδετερώνονταν οι υπερασπιστές κάποιας οχυρής θέσης αμέσως αντικαθιστώνταν με νέους. Ιδιαίτερα ενοχλητική για τους υπερασπιστές των οχυρών ήταν η έλλειψη αέρα από τη φραγή των φατνωμάτων, αεραγωγών και ανοιγμάτων, όπως και η χρήση καπνογόνων και εμπρηστικών υλών

Στο οροπέδιο του Κάτω Νευροκοπίου η 72η γερμανική Μεραρχία σχημάτισε δύο αιχμές με σκοπό να κατευθυνθούν προς Δράμα και Σέρρες. Την άριστα προετοιμασμένη για άμυνα περιοχή υπεράσπιζαν οι δυνάμεις του Συγκροτήματος Καραντάγ της XIV Μεραρχίας και η VII Μεραρχία (Υποστράτηγος Χρήστος Ζωιόπουλος). Οι γερμανικές δυνάμεις πεζικού υποστηρίζονταν από πυροβόλα εφόδου και πυροβολικό, αλλά δεν είχαν αεροπορική κάλυψη. Την επίθεση στον τομέα του Συγκροτήματος Καραντάγ δέχτηκαν τα οχυρά Περιθώρι, Μαλιάγκα και Μπαμπαζώρα, οπού και οι γερμανικές δυνάμεις καθηλώθηκαν. Στη ζώνη ευθύνης της VII Μεραρχίας οι Γερμανοί προσπάθησαν να κινηθούν μεταξύ των οχυρών Πυραμιδοειδές και Λίσσε, χωρίς όμως επιτυχία, καθώς τα πυρά των Ελλήνων ήταν ιδιαίτερα αποτελεσματικά. Στη συνέχεια, όλες οι κατά μέτωπον επιθέσεις και οι προσπάθειες διείσδυσης αποκρούστηκαν από τα πυρά των οχυρών και του ελληνικού πυροβολικού, επιφέροντας σοβαρές απώλειες στους Γερμανούς.

Στη Θράκη οι δυνάμεις της Ταξιαρχίας Νέστου δέχτηκαν την επίθεση της 164ης Μεραρχίας. Αφού ανέτρεψαν τα συνοριακά φυλάκια, οι γερμανικές δυνάμεις περικύκλωσαν το οχυρό Εχίνος, όπου και καθηλώθηκαν από τα πυρά του οχυρού. Στη ζώνη της Ταξιαρχίας Έβρου η γερμανική 50ή Μεραρχία υποχρέωσε τα συνοριακά φυλάκια να συμπτυχθούν. Αμέσως μετά περικύκλωσαν το οχυρό Νυμφαία, σφυροκοπώντας το με αεροπορικές δυνάμεις και το μεγαλύτερο μέρος του πυροβολικού του XXX Σώματος Στρατού.

7 Απριλίου: Σκληροί αγώνες
Την επόμενη ημέρα, στον τομέα της XIX Μηχανοκίνητης Μεραρχίας δεν σημειώθηκαν ιδιαίτερα επεισόδια, αλλά η προέλαση της 2ης Μεραρχίας Πάντσερ στο γιουγκοσλαβικό έδαφος ήταν ραγδαία. Το απόγευμα της 7ης Απριλίου οι Γερμανοί διέλυσαν τη μεραρχία Bregalnica, κατέλαβαν τη Στρώμνιτσα και ανάγκασαν τους Γιουγκοσλάβους να συμπτυχθούν δυτικά του Αξιού. Διασχίζοντας κατόπιν την κοιλάδα του ποταμού, πέτυχαν να εισβάλουν στην Ελλάδα και να υπερκεράσουν την οχυρωμένη τοποθεσία Μπέλες- Νέστος, με αποτέλεσμα η Γραμμή Μεταξά να κινδυνεύει με αποκοπή από τον κορμό της χώρας. Για την αντιμετώπιση του κινδύνου διατάχθηκε η XIX Μηχανοκίνητη Μεραρχία να επεκταθεί προς αριστερά και να καλύψει τον διάδρομο του Αξιού. Οι ανεπαρκείς ελληνικές δυνάμεις δεν μπόρεσαν να φτάσουν έγκαιρα για να αποκρούσουν τη γερμανική προέλαση και έτσι η κοιλάδα του Αξιού αποτελούσε πλέον την αχίλλειο πτέρνα της όλης αμυντικής τοποθεσίας.

Στο Μπέλες, τα οχυρά Ιστίμπεη και Κελκαγιά, μετά από τη χρήση αποπνικτικών αερίων και φλεγόμενης βενζίνης από τους Γερμανούς, παραδόθηκαν. Το οχυρό Αρπαλούκι εκκενώθηκε από τη φρουρά του. Ανερχόμενη σε 200 άνδρες, η φρουρά έφτασε στον ποταμό Στρυμόνα και επιχείρησε να τον διαβεί, όμως δέχτηκε την επίθεση γερμανικού τμήματος και αναγκάστηκε να παραδοθεί. Μόνο το οχυρό Ποποτλίβιτσα συνέχιζε την αντίσταση του ολόκληρη την ημέρα.

Στη στενωπό του Ρούπελ, οι Γερμανοί επιτέθηκαν και πάλι στο ομώνυμο οχυρό, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Η παρουσία όμως του γερμανικού τμήματος στα νώτα του, στο ύψωμα Γκολιάμα, ήταν επιτυχής, καθώς, εκτός από την παρενόχληση και τη διακοπή των επικοινωνιών του οχυρού, υποδείκνυε στόχους στα γερμανικά αεροπλάνα. Μια προσπάθεια της XIV Μεραρχίας για την εξουδετέρωσή του απέτυχε.

Στον τομέα του Συγκροτήματος Καραντάγ, οι Γερμανοί επιτέθηκαν αιφνιδιαστικά και κατέλαβαν το υψ. Σταυρός, εκδιώχθηκαν όμως μετά από αντεπίθεση ελληνικού τμήματος. Άλλες γερμανικές δυνάμεις κατόρθωσαν να εισέλθουν στο οχυρό Περιθώρι. Μετά από δίωρο αγώνα, που έλαβε δραματική μορφή, όσοι Γερμανοί είχαν εισδύσει στο οχυρό εξοντώθηκαν.Το απόγευμα, νέα ισχυρή επίθεση δύναμης ενός συντάγματος και με την υποστήριξη 8 αρμάτων, απέτυχε με τους Γερμανούς να έχουν σοβαρές απώλειες. Τα οχυρά Μαλιάγκα και Παρταλούσκα δέχτηκαν ασθενής επίθεση που αποκρούστηκε εύκολα, ενώ τα υπόλοιπα οχυρά, Μπαμπαζώρα και Περσέκ δεν ενοχλήθηκαν καθόλου. Στη ζώνη ευθύνης της VII Μεραρχίας στο Κάτω Νευροκόπι, οι γερμανικές επιθέσεις εναντίον των οχυρών Λίσσε, Πυραμιδοειδές και Ντάσαβλη αποκρούσθηκαν εκ νέου. Παρόλα αυτά οι Γερμανοί κατέλαβαν το ύψωμα Ουσόγια, βόρεια του Λίσσε και του Πυραμιδοειδούς. Τη διάρκεια της νύχτας 7/8 οι Έλληνες διενήργησαν επίθεση για την ανακατάληψη του υψώματος, που ήταν όμως αποτυχημένη. Ένα ισχυρό γερμανικό τμήμα εισέδυσε στα νώτα των οχυρών Ντάσαβλη και Περιθώρι και κατέλαβε το ύψωμα Κρέστη, δημιουργώντας προϋποθέσεις για την εκβίαση της διάβασης Καλαποτίου και την περαιτέρω διείσδυση στα νώτα της τοποθεσίας. Για την αντιμετώπιση της κατάστασης συγκροτήθηκε το απόσπασμα Καλαποτίου με σκοπό να καταλάβει το ύψωμα την επόμενη μέρα.

Στη Θράκη, το οχυρό Εχίνος, παρότι δέχτηκε ισχυρή επίθεση και διαδοχικούς βομβαρδισμούς, συνέχισε επιτυχημένα την αντίσταση του όλη την ημέρα. Το οχυρό Νυμφαία, έπειτα από αλλεπάλληλες επιθέσεις πεζικού, σφοδρούς αεροπορικούς βομβαρδισμούς και σφυροκόπημα από πυροβολικό, αναγκάστηκε να παραδοθεί στις 23.30. Η Ταξιαρχία Έβρου, αποτελούμενη από 2.000 οπλίτες και 100 περίπου αξιωματικούς, εισήλθε, όπως όριζε το σχέδιο ενέργειας, στην Τουρκία όπου αφοπλίστηκε. Ο διοικητής της Ταξιαρχίας, υποστράτηγος Ιωάννης Ζήσης, αυτοκτόνησε στις 9 Απριλίου, καθώς θεώρησε ιδιαίτερα ταπεινωτική την τροπή των γεγονότων, ενώ το σύνολο των αξιωματικών και 1.300 οπλίτες μεταφέρθηκαν στη Μέση Ανατολή. Οι υπόλοιποι επαναπατρίστηκαν τον Φεβρουάριο του 1942.

8 Απριλίου: Ο κλονισμός του ΤΣΑΜ
Την τρίτη μέρα των μαχών η 2η Μεραρχία Πάντσερ πέρασε τη μεθόριο κοντά στη Δοϊράνη και, διαλύοντας ή παρακάμπτοντας τις αντιστάσεις που συναντούσε, κατευθύνθηκε νότια προς Θεσσαλονίκη. Την ίδια στιγμή, πέντε τάγματα της 6ης Ορεινής Μεραρχίας επιτέθηκαν κατά της τοποθεσίας Κρουσίων, πετυχαίνοντας ένα ρήγμα δυτικά του υψώματος Δοβά Τεπέ. Το βράδυ, γερμανική φάλαγγα κατέλαβε το Μεταλλικό και κατευθύνθηκε προς το Κιλκίς. Η ταχύτητα της γερμανικής προέλασης αιφνιδίασε το στρατηγείο της ΧΙΧ Μεραρχίας, που μετακινήθηκε στο χωριό Κεντρικό.

Αυτή η σε βάθος διείσδυση των Γερμανών και η αναμενόμενη κατάληψη της Θεσσαλονίκης, αποτελούσε άμεσο κίνδυνο αιχμαλωσίας για το ΤΣΑΜ. Καθώς δυνατότητα σύμπτυξης δεν υπήρχε, ενώ εκτιμώντας πως ήταν μάταιη η συνεχιζόμενη αντίσταση και για την αποφυγή ανώφελων θυσιών, το Ελληνικό Γενικό Στρατηγείο εξουσιοδότησε τον διοικητή του ΤΣΑΜ, Μπακόπουλο, για σύναψη συνθηκολόγησης και κατάπαυσης των εχθροπραξιών. Το βράδυ ο Μπακόπουλος απέστειλε επιστολή στον διοικητή της 2ης Μεραραχίας Πάντσερ, Αντιστράτηγο Ρούντολφ Φάιελ (Rudolf Veiel), προτείνοντας την κατάπαυση του πυρός, υπό τον όρο να κρατήσουν οι Έλληνες πολεμιστές τα όπλα τους, εάν όμως αυτό αποκλείονταν να επιστρέφονταν αυτά μετά το τέλος του πολέμου. Ταυτόχρονα ειδοποίησε τους υφιστάμενους διοικητές του πως έπρεπε να κρατήσουν τις θέσεις τους μέχρι την υπογραφή της συνθηκολόγησης.

Εν τω μεταξύ στο Μπέλες ύστερα από σκληρό αγώνα παραδόθηκε το οχυρό Ποποτλίβιτσα, ενώ στη στενωπό του Ρούπελ οι μάχες συνεχίζονταν με αμείωτη ένταση. Οι προσπάθειες των Γερμανών με άρματα πυροβολικό και αεροπορία να καταλάβουν την τοποθεσία ανάμεσα στο Ρούπελ και στο Καρατάς απέτυχαν με σοβαρές απώλειες για τους επιτιθέμενους. Όμως, η κάθοδος δυνάμεων της 5ης Ορεινής Μεραρχίας στη κοιλάδα Ροδοπόλεως και η παρουσία του τμήματος του 125ου γερμανικού Συντάγματος στο ύψωμα Γκολιάμα δημιουργούσαν σοβαρότατη απειλή στο αριστερό της XIV Μεραρχίας, η οποία ενισχύθηκε με δύο τάγματα πεζικού, μία ίλη ελαφρών αρμάτων και πυροβόλα.

Στο Κάτω Νευροκόπι οι Γερμανοί, μετά από νυχτερινή επίθεση, απέτυχαν και πάλι να καταλάβουν τα οχυρά Μαλιάγκα και Περιθώρι. Στην αντεπίθεση των Ελλήνων στο Περιθώρι ακολούθησε σώμα με σώμα αγώνας, που έληξε με άτακτη υποχώρηση των Γερμανών. Το μεσημέρι νέα επίθεση από δύο γερμανικά συντάγματα πεζικού καθηλώθηκε έπειτα από τρίωρο αγώνα. Αποτυχημένες ήταν και οι επιθέσεις στα οχυρά Πυραμιδοειδές, Λίσσε και Ντάσαβλη, ενώ οι προσπάθειες ανακατάληψης του υψώματος Κρέστη από το ελληνικό απόσπασμα Καλαποτίου δεν είχαν αποτέλεσμα.

Στον τομέα της Ταξιαρχίας Νέστου τα τμήματα προκαλύψεως συμπτύχθηκαν χωρίς να παρενοχληθούν και αφού κατέστρεψαν οδικούς άξονες ανατίναξαν τη γέφυρα των Τοξοτών. Στο οχυρό Εχίνος ένα ενισχυμένο γερμανικό τάγμα επιτέθηκε από δύο κατευθύνσεις φθάνοντας κοντά στις ελληνικές θέσεις. Η επίθεση αυτή καθηλώθηκε με σοβαρές απώλειες για τους Γερμανούς.
Η Γερμανική προέλαση μέχρι τις 9 Απριλίου, οπότε η 2η Μεραρχία Πάντσερ κατέλαβε τη Θεσσαλονίκη

9 και 10 Απριλίου: Η συνθηκολόγηση και το τέλος της μάχης των οχυρών
Όταν στις 02:00 της 9ης Απριλίου ο Αντιστράτηγος Φάιελ έλαβε την επιστολή του Μπακόπουλου απάντησε πως αυτός δεν μπορούσε να λάβει απόφαση λόγω της σοβαρότητας των προτεινόμενων όρων. Ο Φάιελ έθεσε υπ΄ όψιν του διοικητή της 12ης Γερμανικής Στρατιάς την επιστολή και έλαβε θετική απάντηση σχετικά με τους όρους, εκτός του όρου για διατήρηση του οπλισμού, με την κατάπαυση του πυρός να ορίζεται στις 10:00. Εν τω μεταξύ, με τις πρώτες γερμανικές δυνάμεις να φτάνουν 20 χιλιόμετρα βόρεια από τη Θεσσαλονίκη, ο Στρατιωτικός Διοικητής της πόλης, Αντιστράτηγος Ραγκαβής, ενημέρωσε τον Μπακόπουλο ότι η παράδοσή της προγραμματίστηκε στις 08:00, όπως και έγινε. Το μεσημέρι υπογράφηκε στο Γερμανικό Προξενείο Θεσσαλονίκης, μεταξύ του Μπακόπουλου και του Φάιελ, η συνθηκολόγηση με εξαιρετικά έντιμους όρους για τους Έλληνες. Έπειτα ο διοικητής του ΤΣΑΜ διέταξε την παύση των εχθροπραξιών, κάτι που προκάλεσε τη δυσαρέσκεια στις μονάδες που διεξήγαγαν τον αγώνα τους με επιτυχία.
Δύο τεθωρακισμένα οχήματα αναγνώρισης μιας μηχανοκίνητης φάλαγγας της Leibstandarte SS Adolf Hitler προελαύνουν στην Ελλάδα τον Απρίλιο του 1941.Η εισβολή στην Ελλάδα ήταν πρώτη επιχείρηση στην οποία χρησιμοποιήθηκαν μηχανοκίνητες μονάδες πεζικού και μεραρχίες αρμάτων σε σαφώς ορεινό έδαφος. Η χρησιμοποίηση των αρμάτων σαν αιχμή δόρατος σε επιθέσεις διαμέσου ορεινών εδαφών αποδείχτηκε ορθή τακτική. Χωρίς τη χρήση των Μεραρχιών Πάνσερ δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί η ταχεία κατάληψη της Θεσσαλονίκης και η συνεπακόλουθη παράδοση των ελληνικών στρατευμάτων στην Ανατολική Μακεδονία

Κατά τα άλλα, οι μάχες συνεχίστηκαν και την 9η Απριλίου. Η ΧΙΧ Μηχανοκίνητη Μεραρχία, σε κατάσταση ημιδιάλυσης από την προηγούμενη μέρα, συμπτύχθηκε κοντά στο Λαχανά ενώ ένα σύνταγμά της αιχμαλωτίστηκε. Το οχυρό Παλιουριώνες δέχτηκε σφοδρότατο βομβαρδισμό από τις πρώτες πρωινές ώρες μέχρι το απόγευμα. Στις 17:30 παρουσιάστηκαν στον διοικητή του οχυρού Γερμανοί κήρυκες, πληροφορώντας τον για τη συνθηκολόγηση. Η παράδοση του οχυρού έγινε στις 09:00 της 10ης Απριλίου, με ένα γερμανικό τάγμα να παρίσταται για την απόδοση τιμών, ενώ ένας Γερμανός συνταγματάρχης έδωσε συγχαρητήρια στους άντρες της φρουράς για την ηρωική τους αντίσταση.

Στο Ρούπελ οι συνεχείς βομβαρδισμοί δεν έκαμψαν την αντίσταση της φρουράς, αλλά ούτε και δέχτηκε να συνθηκολογήσει σε σχετική πρόταση των Γερμανών, με τον διοικητή του οχυρού να απαντά ότι τα οχυρά δεν παραδίδονται πάρα μόνο όταν κυριευτούν από τον αντίπαλο. Ανατολικότερα, οι απόπειρες των Γερμανών να διεισδύσουν στα νώτα των οχυρών Μαλιάγκα και Περιθώρι αποκρούστηκαν αποτελεσματικά, ενώ ένα γερμανικό τάγμα που κατόρθωσε να βρεθεί στα νώτα των Περιθώρι και Παρταλούσκα, καταδιώχτηκε μετά από αντεπίθεση ελληνικού τμήματος, το οποίο συνέλαβε και 102 αιχμαλώτους. Άλλο ένα γερμανικό τμήμα που βρέθηκε πίσω από το Συγκρότημα Καραντάγ δέχτηκε την άμεση ελληνική αντεπίθεση που είχε ως αποτέλεσμα τη σύλληψη 250 Γερμανών αιχμαλώτων. Το Πυραμιδοειδές συνέχισε να αντιστέκεται, ενώ το απόσπασμα Καλοποτίου κατόρθωσε να εκδιώξει τους Γερμανούς από το ύψωμα Κρέστη. Στον Νέστο ο διοικητής της VII Μεραρχίας, όταν ενημερώθηκε για την έναρξη διαπραγματεύσεων για συνθηκολόγηση, θεώρησε ότι η παρουσία του ήταν περιττή και για να αποφύγει την αιχμαλωσία αναχώρησε, χωρίς διαταγή, για την Καβάλα όπου επιβιβάσθηκε σε ατμόπλοιο και μετέβη στην Αθήνα.

Στις 10 Απριλίου, κάθε αντίσταση στην Ανατολική Μακεδονία και τη Δυτική Θράκη είχε σταματήσει, με τους Έλληνες να έχουν 1.000 νεκρούς και τραυματίες και τους Γερμανούς 555 νεκρούς, 2.134 τραυματίες και 170 αγνοούμενους, αριθμός που αντιστοιχεί στο μισό των συνολικών απωλειών τους στη διάρκεια της επιχείρησης Μαρίτα, γεγονός που καταδεικνύει το μέγεθος τα ελληνικής αντίστασης. Μετά το τέλος των εχθροπραξιών έγιναν εκδηλώσεις προς τιμή των διοικητών των οχυρών Ρούπελ, Λίσσε, Πυραμιδοειδές, Περιθώρι, Εχίνος, Νυμφαία, Ιστίμπεη και Κελκαγιά και όλοι οι Έλληνες αιχμάλωτοι αφέθηκαν ελεύθεροι.

Αναδιοργάνωση των γερμανικών δυνάμεων και τροποποίηση της ελληνοβρετανικής διάταξης
Το XL Σώμα Πάντσερ, το οποίο προορίζονταν να χρησιμοποιηθεί κατά τη διάρκεια επιθέσεων κατά μήκος της νότιας Γιουγκοσλαβίας, ξεκίνησε την επίθεσή του στις 5.30 πμ της 6ης Απριλίου και προωθήθηκε κατά μήκος των βουλγαρικών συνόρων σε δύο ξεχωριστά σημεία. Μέχρι το βράδυ της 8ης Απριλίου η Leibstandarte SS Adolf Hitler είχε καταλάβει την Πρίλαπο (Prilep), αποκόπτοντας μία σημαντική σιδηροδρομική γραμμή μεταξύ του Βελιγραδίου και της Θεσσαλονίκης και απομονώνοντας τη Γιουγκοσλαβία από τους συμμάχους της. Στο σημείο αυτό οι Γερμανοί κατείχαν εδάφη, τα οποία ήταν κατάλληλα για τη συνέχιση των επιθετικών ενεργειών τους. Διατηρώντας μία μικρή δύναμη ασφαλείας στα μετόπισθεν του Σώματος για την απόκρουση μίας ξαφνικής αντεπίθεσης από την κεντρική Γιουγκοσλαβία, στοιχεία της 9ης Μεραρχίας Πάντσερ κατευθύνθηκαν δυτικά για να ενωθούν με τους Ιταλούς στα αλβανικά σύνορα.

Το βράδυ της 9ης Απριλίου ο διοικητής του ΧL Σώματος Παντσερ, Στρατηγός Στούμμε, ανέπτυξε τις δυνάμεις του βόρεια του Μοναστηρίου, προετοιμαζόμενος για την επέκταση των επιθέσεων πέρα από τα ελληνικά σύνορα προς τη Φλώρινα. Η θέση αυτή εγκυμονούσε τον κίνδυνο να περικυκλώσει τόσο τους Έλληνες στην Αλβανία όσο και το Ελληνοβρετανικό Συγκρότημα W στις περιοχές της Φλώρινας, της Έδεσσας και της Κατερίνης. Γι΄ αυτό το λόγο ο Στρατηγός Ουίλσον αποφάσισε στις 8 Απριλίου τη μετατόπιση της αμυντικής του διάταξης δυτικότερα, με μέτωπο προς τα βόρεια, για να αποφράξει τον διάδρομο από τη Μεγάλη Πρέσπα μέχρι τη Βεύη, στην τοποθεσία Κλειδί. Η νέα διάταξη που ολοκληρώθηκε στις 10 Απριλίου είχε ανάπτυγμα περίπου 170 χιλιόμετρα, με αποτέλεσμα την αραιή διάταξη των στρατευμάτων.

Σε μία αποτίμηση της κατάστασης, στις 9 Απριλίου, ο Στρατάρχης Λιστ εξέφρασε τη γνώμη ότι, ως αποτέλεσμα της γρήγορης προώθησης των αυτοκινούμενων μονάδων, η 12η Στρατιά του βρισκόταν τώρα σε πλεονεκτική θέση για να αποκτήσει πρόσβαση προς την κεντρική Ελλάδα διασπώντας τις εχθρικές γραμμές πίσω από τον ποταμό Αξιό. Βασιζόμενος σε αυτή του την εκτίμηση, ο Λιστ ζήτησε τη μεταφορά της 5ης Μεραρχίας Πάντσερ από την 1η Ομάδα Πάντσερ στο XL Σώμα Πάντσερ. Θεώρησε ότι η παρουσία της 5ης Μεραρχίας Πάντσερ θα έδινε επιπλέον δύναμη στη γερμανική προέλαση μέσω του περάσματος του Μοναστηρίου. Για τη συνέχιση της εκστρατείας δημιούργησε δύο επιθετικές ομάδες, μια Ανατολική υπό τη διοίκηση του XVIII Ορεινού Σώματος (5η και 6η Ορεινές Μεραρχίες, 2η Μεραρχία Πάντσερ, 72η Μεραρχία Πεζικού) η οποία θα ενεργούσε κατά του άξονα Θεσσαλονίκη-Λιτόχωρο και μία Δυτική υπό το XL Σώμα Πάντσερ (5η και 9η Μεραρχίες Πάντσερ, Leibstandarte SS Adolf Hitler, 73η Μεραρχία Πεζικού) η οποία θα ενεργούσε κατά του άξονα Φλώρινα-Λάρισα.

Μέχρι το πρωί της 10ης Απριλίου το XL Σώμα Πάντσερ είχε ολοκληρώσει τις προετοιμασίες του για τη συνέχιση της επίθεσής του και συνέχισε την προέλαση προς την κατεύθυνση της Κοζάνης. Αντίθετα προς κάθε προσδοκία, το πέρασμα του Μοναστηρίου είχε αφεθεί αφύλακτο και οι Γερμανοί εκμεταλλεύτηκαν την ευκαιρία. Η πρώτη επαφή με τα συμμαχικά στρατεύματα πραγματοποιήθηκε βόρεια της Βεύης στις 11.00 πμ της 10ης Απριλίου. Στη νέα γραμμή άμυνας που είχαν ταχθεί οι ελληνοβρετανικές δυνάμεις έγινε φανερό, όπως εκτίμησε ο Ουίλσον, ότι δεν μπορούσαν να αντέξουν τη γερμανική επίθεση στην τοποθεσία Κλειδίου, με αποτέλεσμα η τοποθεσία Βερμίου να περιέλθει σε κίνδυνο. Διέταξε λοιπόν στις 11 Απριλίου νέα σύμπτυξη στην τοποθεσία Σινιάτσικο- Βουρινός- Καμβούνια- Πιέρια- Όλυμπος, η οποία ήταν πιο ισχυρή. Οι βρετανικές δυνάμεις ανέλαβαν τη ζώνη από την ακτή Πλαταμώνα έως την καμπή Αλιάκμονα, ενώ οι Ελληνικές Μεραρχίες Πεζικού ΧΙΙ (Συνταγματάρχης Γ. Καραμπάτος) και 20ή (Συνταγματάρχης Μ. Παπακωνσταντίνου) έπρεπε να εξασφαλίσουν τα στενά Σιάτιστας και Κλεισούρας αντίστοιχα. Η Μεραρχία Ιππικού (Υποστράτηγος Γ. Στανωτάς) με την 21η Ταξιαρχία τάχθηκε επί των ορέων Βαρνούς και Βέρνο. Το συγκρότημα του Υποστράτηγου Μακέη (1η Βρετανική Τεθωρακισμένη Ταξιαρχία, 19η Αυστραλιανή Ταξιαρχία και το Ελληνικό Σύνταγμα Δωδεκανησίων), που σχηματίστηκε για να «…αναχαιτίσει τον αστραπιαίο πόλεμο προς την κοιλάδα της Φλώρινας», όπως το έθεσε ο Γουίλσον, μετά από επιβραδυντικό αγώνα στη στενωπό Κλειδίου, θα συμπτυσσόταν στη νέα τοποθεσία άμυνας και θα διαλύονταν.

Η διείσδυση στο Μοναστήρι και διάσπαση της άμυνας
Αμέσως μετά την κατάληψη της Φλώρινας το μεσημέρι της 10ης Απριλίου, δυνάμεις της LSSAH και της 9ης Μεραρχίας Πάντζερ επιτέθηκαν στη στενωπό Κλειδίου όπου αποκρούστηκαν από τα εύστοχα πυρά του βρετανικού πυροβολικού. Την επόμενη μέρα λόγω χιονόπτωσης και ισχυρού ψύχους η επίθεση των Γερμανών σταμάτησε. Μόνο στο τέλος της μέρας πραγματοποιήθηκε επίθεση από δύο γερμανικά τάγματα, η οποία αποκρούστηκε. Στις 12 Απριλίου, υπό τις ίδιες δυσμενείς καιρικές συνθήκες, η μετωπική επίθεση της LSSAH κατά της στενωπού διέσπασε τη γραμμή άμυνας των Βρετανών υποχρεώνοντας τους σε υποχώρηση. Ένα αυστραλιανό και ένα ελληνικό τάγμα πεζικού που αμύνονταν στα δυτικά της στενωπού υποχρεώθηκαν σε υποχώρηση, ενώ ανατολικά της στενωπού το Σύνταγμα Δωδεκανησίων απεσύρθη κατόπιν διαταγής.
Στις 2.00 μμ... ο αντισυνταγματάρχης Τζον Μίτσελ του 2/8... διέταξε αντεπίθεση με την οποία ανακατέλαβε ζωτικό έδαφος στην κορυφογραμμή... Μετά από έξι ώρες συνεχών συγκρούσεων στο πέρασμα και στις πλαγιές στα ανατολικά, το 2/8 κρατούσε ακόμα τις κορυφές παρόλο που η αριστερή πλευρά τους είχε καταρρεύσει. Οι Τυφεκιοφόροι, όμως, υποχωρούσαν γοργά στον δρόμο, περίπου δύο μίλια προς τα πίσω. Έτσι, πέντε από τα έξι πολυβόλα υποστήριξης του 2/1 Αντιαρματικού Συντάγματος έμειναν χωρίς προστασία και εγκαταλείφθηκαν και γιαυτό η κορυφογραμμή που κρατούνταν από το 2/8 Τάγμα σχημάτισε μία βαθιά προεξοχή.

Σύμφωνα με τον Λονγκ, ο Βάσεϊ ενημερώθηκε για την υποχώρηση των τυφεκιοφόρων από αξιωματικούς άλλων μονάδων, όμως αρνήθηκε να το πιστέψει.

Στις 4 μμ το Ελληνικό Δωδεκανησιακό Σύνταγμα, στα αριστερά των αυστραλιανών θέσεων, είχε ολοκληρώσει την υποχώρηση που είχε σχεδιαστεί από τη συμμαχική ανώτατη διοίκηση. Αυτό άφησε το 2/8 Τάγμα εκτεθειμένο από δύο πλευρές και σύντομα βρισκόταν υπό τα πυρά πυροβόλων από τα ανατολικά. Σύμφωνα με μία επίσημη αυστραλιανή περιγραφή ο Βάσεϊ...

...συνειδητοποίησε ότι οι άνδρες του δεν θα κατόρθωναν να υποχωρήσουν με τάξη. Στις 5.00 μμ τηλεφώνησε τον διοικητή του 2/4 Τάγματος... με την κωδική φράση που υποδείκνυε ότι η υποχώρηση ήταν τώρα απαραίτητη – η στέγη στάζει.

Στις 5.30 μμ γερμανικά αυτοκινούμενα πυροβόλα προωθήθηκαν μαζικά κατά μήκος του τομέα του 2/8 Τάγματος. Ένας Γερμανός αυτόπτης μάρτυρας, ο αντισυνταγματάρχης Κουρτ "Πάντσερ" Μάγιερ, έγραψε αργότερα:

Τα βαριά Sturmgeschütz σκαρφάλωσαν τις πλαγιές από τον πάτο της κοιλάδας. Παρακολουθούσαμε τα πυροβόλα να προωθούνται εντυπωσιασμένοι. Σκαρφάλωναν ολοένα και ψηλότερα και έπειτα έπεσαν στην μάχη. Κανείς δεν θεωρούσε δυνατή τη χρήση τους όμως τώρα βρίσκονταν εκεί πάνω, παρέχοντας πολύτιμη υποστήριξη στο πεζικό.
Εντελώς σοκαρισμένοι από την εντύπωση που τους προκάλεσε ο γερμανικός βομβαρδισμός, Βρετανοί  αιχμάλωτοι κατέβηκαν από το βουνό. Ήταν ψηλοί, δυνατοί άνδρες και τρομεροί αντίπαλοι.

Αυτή η κίνηση των Γερμανών σφράγισε την ήττα των Συμμάχων στη Βεύη. Το 2/8 Τάγμα οδηγήθηκε σε χαοτική υποχώρηση, με τις μονάδες του να χωρίζονται και τους αξιωματικούς να διατάσσουν την εγκατάλειψη μέχρι και των ελαφρών όπλων, ώστε να επιταχυνθεί η υποχώρηση.

Οι απώλειες μεταξύ του αυστραλιανού πεζικού θα ήταν χειρότερες, αν το 2/1 Σύνταγμα Αντιαρματικών και το Βασιλικό Έφιππο Πυροβολικό δεν κρατούσαν τις θέσεις τους στο κέντρο του περάσματος, μέχρι που οι Γερμανοί είχαν φτάσει σε απόσταση 400 μόνο μέτρων.

Συνέπειες
Το 2/8 Τάγμα ουσιαστικά καταστράφηκε ως μαχητική δύναμη για το υπόλοιπο της ελληνικής εκστρατείας. Σύμφωνα με ορισμένες πηγές, όταν έφτασε τις θέσεις υποχώρησής του στον Ροδώνα, το τάγμα μπόρεσε να συγκεντρώσει μόνο 250 άνδρες και από αυτούς μόνο οι 50 έφεραν όπλα. Παρόλο που το 2/4 Τάγμα είχε γλυτώσει την ορμή της γερμανικής επίθεσης στη Βεύη, 70 από τους άνδρες του πιάστηκαν αιχμάλωτοι σε ένα γερμανικό οδόφραγμα, κατά τη διάρκεια της υποχώρησής του προς τον Σωτήρα.

Οι Γερμανοί ισχυρίστηκαν πως στη Βεύη συνέλαβα 480 αιχμαλώτους ενώ οι ίδιοι είχαν 37 νεκρούς, 95 τραυματίες και 2 αιχμαλώτους. Για τον Βιτ η νίκη επισκιάστηκε από τον θάνατο του αδερφού του, επίσης μέλους του LSSAH, το όχημα του οποίου χτυπήθηκε από νάρκη κατά τη διάρκεια της μάχης.

Ο Υπολοχαγός Γκερντ Πλέις, ο αρχηγός της διμοιρίας της οποία οι άνδρες κατέλαβαν το υψηλότερο σημείο, παρασημοφορήθηκε με τον Σταυρό των Ιπποτών του Σιδηρού Σταυρού, την ανώτατη γερμανική επιβράβευση για την ανδρεία στο πεδίο της μάχης. Επιπλέον, 14 ακόμα μέλη της KGW παρασημοφορήθηκαν με τον Σιδηρούν Σταυρό Πρώτης Τάξης.

Παρά την ήττα και τις βαριές απώλειες, οι ενέργειες της Δύναμης Μακέι στη Βεύη κέρδισαν δύο μέρες για την υποχώρηση και την ανασυγκρότηση των συμμαχικών δυνάμεων στον νότο.

Μάχη της στενωπού της Κλεισούρας
Δυτικότερα, σύμφωνα με τις διαταγές που είχε δώσει ο Ουίλσον για υποχώρηση, οι ΧΙΙ και 20ή Μεραρχίες ξεκίνησαν τη σύμπτυξή τους τη νύχτα της 11ης και 12ης Απριλίου αντίστοιχα. Η κίνηση αυτών των μονάδων έγινε υπό δριμύ ψύχος, χιόνια και βροχή και μόνο ένα μέρος των δυνάμεών τους κατάφερε να φτάσει στις διαβάσεις Κλεισούρας και Σιάτιστας. Επιπλέον πολλοί από τους οπλίτες που οι περιοχές καταγωγής τους είχαν καταληφθεί από τους Γερμανούς και γνωρίζοντας ότι οι οπλίτες και αξιωματικοί του ΤΣΑΜ αφέθηκαν ελεύθεροι, άρχισαν να διαρρέουν προς τις εστίες τους. Έτσι το αξιόμαχο αυτών των Μεραρχιών που έπρεπε να αντιμετωπίσουν επίλεκτες γερμανικές μονάδες, όπως η LSSAH, ήταν ιδιαίτερα χαμηλό. Υπ΄αυτές τις συνθήκες, ο Ουίλσον, γνωρίζοντας ότι δεν θα αποστέλνονταν ενισχύσεις από την Αίγυπτο και φοβούμενος ότι οι Γερμανοί θα μπορούσαν να εισβάλουν στα Ιωάννινα και στα Γρεβενά, αποφάσισε στις 13 Απριλίου σύμπτυξη των βρετανικών δυνάμεων στις Θερμοπύλες

Μετά τη διάσπαση στο Κλειδί, η γερμανική προέλαση συνεχίστηκε προς νότια και την 13η Απριλίου έλαβε επαφή με την 1η Τεθωρακισμένη Βρετανική Ταξιαρχία. Η ταξιαρχία αυτή είχε ως αντικειμενικό σκοπό να επιβραδύνει τη γερμανική προέλαση για να καλύψει τη σύμπτυξη των υποχωρούντων Ελληνοβρετανικών δυνάμεων. Με την υποχωρητική κίνηση να γίνεται επιτυχώς, στην περιοχή της Πτολεμαΐδας έγινε η μοναδική αρματομαχία κατά την επιχείρηση Μαρίτα, που έληξε με πλήρη νίκη των Γερμανών καθώς κατέστρεψαν 32 βρετανικά άρματα ενώ αυτοί απώλεσαν μόλις τέσσερα. Ταυτόχρονα η LSSAH κατευθύνθηκε δυτικά προς την Καστοριά, μέσω της στενωπού της Κλεισούρας. Τα ταλαιπωρημένα τμήματα της 20ής Μεραρχίας που αντιμετώπισαν τους Γερμανούς στην Κλεισούρα κατόρθωσαν να αντισταθούν για ένα εικοσιτετράωρο. Τελικά όμως οι επιτιθέμενοι κατάφεραν να διανοίξουν τη στενωπό και μπορούσαν πλέον να προελάσουν νοτιοδυτικά και να αποκλείσουν την υποχώρηση του Τμήματος Στρατιάς Κεντρικής Μακεδονίας (ΤΣΚΜ), αλλά και των στρατευμάτων που βρίσκονταν στην Αλβανία.

Τη νύχτα 14/15 Απριλίου ο διοικητής του ΤΣΚΜ, Υποστράτηγος Χ. Καράσσος, βλέποντας την ισχυρή γερμανική προέλαση, διέταξε τις δύο μεραρχίες πού είχε υπό τις διαταγές του, 20ή και ΧΙΙ, σε σύμπτυξη δυτικά του Αλιάκμονα. Παρότι η σύμπτυξη έγινε κανονικά, πλέον τα πρώτα σημάδια της ιδέας για το άσκοπο της συνέχισης του αγώνα και η προσπάθεια όλων να αποφύγουν την αιχμαλωσία είχαν σοβαρό αντίκτυπο στο ηθικό των ανδρών που είχε κλονιστεί ανεπανόρθωτα. Έτσι όταν αυτές οι μονάδες δέχτηκαν επίθεση από πυροβολικό και αεροπορία σχεδόν διαλύθηκαν, με αποτέλεσμα στις 16 Απριλίου η συνεργασία ελληνικών και βρετανικών δυνάμεων να πάψει οριστικά.

Η 9η Μεραρχία Πάντσερ, αφού κατέλαβε την Κοζάνη στις 14 Απριλίου, κατευθύνθηκε νότια και καταδιώκοντας τους Βρετανούς έφτασε στην κατεστραμμένη γέφυρα του Αλιάκμονα βόρεια των Σερβίων. Οι τρεις επιθέσεις που κάναν οι Γερμανοί την επόμενή μέρα αποκρούστηκαν από την 6η Αυστραλιανή Μεραρχία. Η αποτυχία αυτή υποχρέωσε τον Στρατηγό Στούμε να παρακάμψει την τοποθεσία Αλιάκμονα και με την 5η Μεραρχία Πάνστερ, αφού κατέλαβε την 16η Απριλίου τα Γρεβενά και μετά από δύο μέρες την Καλαμπάκα, κινήθηκε προς τη Λαμία, αποστέλλοντας παράλληλα ένα τμήμα προς τη διάβαση Μετσόβου.

Η επιτυχία της σύμπτυξης των βρετανικών δυνάμεων στις Θερμοπύλες εξαρτιόταν από την επιτυχή άμυνα στον παραλιακό διάδρομο του Πλαταμώνα και τα στενά των Τεμπών που οδηγούσαν προς στη Λάρισα, στην οποία συνέκλιναν όλοι οι σημαντικοί δρόμοι από τη Βόρεια Ελλάδα. Για να αντιμετωπίσουν τη γερμανική επίθεση, οι Βρετανοί τοποθέτησαν την 5η Νεοζηλανδική Ταξιαρχία με τρία τάγματα στα στενά Πέτρας και ένα τάγμα στη διάβαση Πλαταμώνα και την 4η Νεοζηλανδική Ταξιαρχία μαζί με 3 συντάγματα πεδινού πυροβολικού στο στενό των Σερβίων μέχρι τον Αλιάκμονα. Στο μεταξύ, καθώς η ταχεία προέλαση του XL Σώματος Πάνσερ υποχρέωσε το Συγκρότημα W σε υποχώρηση καθιστώντας περιττή μία επίθεση στο Βέρμιο, το ΧVIII Ορεινό Σώμα Στρατού ξεκίνησε την εξόρμηση του καταλαμβάνοντας τη Βέροια στις 11 Απριλίου. Αμέσως μετά στράφηκε προς τα νότια, με σκοπό να καταλάβει τις διαβάσεις του Ολύμπου (Στενά Πόρτας - διάβαση Πλαταμώνα - Τέμπη) και να εισβάλει στη θεσσαλική πεδιάδα. Παράλληλα έστειλε μια πλαγιοφυλακή προς τα στενά των Σερβίων. Πλέον οι μάχες των επόμενων ημερών, από την πλευρά των Βρετανών, είχαν χαρακτήρα μαχών οπισθοφυλακών, διότι οι δυνάμεις τους δεν είχαν πρόθεση να δώσουν μάχες εκ παρατάξεως.

Η Μάχη της Στενωπού της Κλεισούρας ή ο Αγώνας της Στενωπού της Κλεισούρας, διαδραματίστηκε από το βράδυ της 13ης Απριλίου 1941 και συνεχίστηκε μέχρι το μεσημέρι της 14ης Απριλίου, στο στενό πέρασμα που σχηματίζεται από τα βουνά Βέρνο και Άσκιο, γνωστό και ως πέρασμα της Κλεισούρας Καστοριάς, μεταξύ των δυνάμεων του Ελληνικού Στρατού της 20ής Μεραρχίας Πεζικού και της γερμανικής «Σωματοφυλακής SS Αδόλφος Χίτλερ», που ήταν μηχανοκίνητο γερμανικό πεζικό τμήμα σε επίπεδο ταξιαρχίας. Η κατάληψη του περάσματος ήταν για τους Γερμανούς στρατηγικής σημασίας για τη διάσπαση της γραμμής του μετώπου που είχαν σχηματίσει οι συμμαχικές δυνάμεις και ορίζονταν από τα όρη Βέρνο, Άσκιο και Βούρινος στα δυτικά, τον ποταμό Αλιάκμονα στα νότια και το όρος Όλυμπος στα νοτιοανατολικά. Η σημασία της διάβασης ήταν νευραλγική για την προστασία της ελεγχόμενης αποχώρησης των ελληνικών δυνάμεων που μάχονταν του Ιταλούς από τη Βόρεια Ήπειρο, η οποία συντελέστηκε μετά τη διάσπαση του ελληνοβουλγαρικού μετώπου λόγω της ταχείας γερμανικής εισβολής στη Γιουγκοσλαβία.

Υπόβαθρο
Η ταχεία γερμανική προώθηση στη Γιουγκοσλαβία ανάγκασε τον Βρετανό Αντιστράτηγο Σερ Χένρι Μάιτλαντ Ουίλσον (Sir Henry Maitland Wilson), διοικητή της Βρετανικού Εκστρατευτικού Σώματος, που αποτελούνταν από την 6η Αυστραλιανή Μεραρχία, τη 2η Νεοζηλανδική Μεραρχία και την 1η Βρετανική Τεθωρακισμένη Ταξιαρχία και τις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις του ΤΣΚΜ (Τμήμα Στρατιάς Κεντρικής Μακεδονίας) (XII και 20ή Μεραρχίες Πεζικού) να διατάξει την απόσυρση της συμμαχικής αμυντικής γραμμής του Βερμίου, σε μία νέα αμυντική γραμμή δυτικότερα, ώστε να να αντιμετωπιστεί η νέα κατάσταση που δημιουργούνταν από την εισβολή του Άξονα στη Γιουγκοσλαβία και την απειλή εγκλωβισμού που θα δημιουργούνταν από την κάθοδο του γερμανικού στρατού στην πεδιάδα της Εορδαίας, στα μετόπισθεν δηλαδή από την πρώτη αμυντική γραμμή του Βερμίου. Η απόφαση του Βρετανού διοικητή ελήφθη πάρα τη διαφωνία των Ελλήνων αξιωματικών, οι οποίοι θεωρούσαν την εσπευσμένη μετακίνηση ως επισφαλή στρατηγικά κίνηση η οποία θα εξέθετε τα συμμαχικά στρατιωτικά τμήματα. Και πράγματι, όπως θα αποδειχθεί στη συνέχεια, η μετακίνηση με μηχανοκίνητα μέσα δεν εφαρμόστηκε όπως θα έπρεπε από τους Βρετανούς αξιωματικούς και εγκαταλείφθηκε πολύτιμο πολεμικό υλικό.

Η αποχώρηση από τις ανατολικές πλαγιές του Βερμίου, είχε πολύ αρνητικές επιπτώσεις για τα ελληνικά στρατιωτικά τμήματα καθώς, εκτός από τη βεβιασμένη εγκατάλειψη καλά προετοιμασμένων θέσεων, υπήρχε σοβαρός κίνδυνος έκθεσης των συμμαχικών στρατευμάτων από την εχθρική παρατήρηση και τις αεροπορικές επιδρομές, αν και η πορεία προς στα δυτικά γίνονταν τη νύχτα. Η υποχώρηση καλύπτονταν από μια μονάδα μικτού μεγέθους υπό τις διαταγές του Αυστραλού αντιστρατήγου Ίβεν Γκιφάρντ Μακέι (Iven Giffard Mackay).
Ο σκοπός της 20ής Μεραρχίας ήταν να τοποθετηθεί και να υπερασπιστεί το πέρασμα της στενωπού, δηλαδή στενού του χωριού Κλεισούρα και το οδικό πέρασμα της στενωπού του χωριού Βλάστη. Το Δωδεκανησιακό Σύνταγμα Εθελοντών της 20ής Μεραρχίας είχε αποσπαστεί και ενσωματώνεται στη μονάδα του Ίβεν Γκιφάρντ Μακέι, και μένουν να υπερασπιστούν τα στενά, το 80ό Σύνταγμα το στενό της Κλεισούρας και το 35ο Σύνταγμα το στενό της Βλάστης. Ο διοικητής της 20ής Μεραρχίας Συνταγματάρχης Μιλτιάδης Παπακωνσταντίνου, λαμβάνοντας υπόψη τη σημασία του στενού της Κλεισούρας και της οργάνωσης της τοποθεσίας, είχε στείλει ήδη από τις 10 Απριλίου δύο τάγματα πεζικού, το 1ο Τάγμα του 87ου Συντάγματος (I/87 Τάγμα) και το 2ο Τάγμα του 80ού Συντάγματος (II/80 Τάγμα), μία διλοχία σκαπανέων και μία μοίρα ορειβατικού πυροβολικού, ώστε να προετοιμάσουν την άμυνα. Επίσης εστάλη την 11η Απριλίου ο Ταγματάρχης Μηχανικού Ζησιμόπουλος για να οργανώσει την αντιαρματική άμυνα της στενωπού.

Κύριο λήμμα: Μάχη της στενωπού Κλειδίου
Το αυστραλιανό σώμα προσπάθησε να προστατέψει και να δώσει χρόνο στις ελληνικές συμμαχικές δυνάμεις να μετακινηθούν, αλλά χωρίς επιτυχία, καθώς η μετακίνηση καθυστερούσε και οι δυνάμεις του Άξονα είχαν κατεβεί πολύ νότια απ' ότι αναμενόταν. Όταν οι πρώτες γερμανικές δυνάμεις εμφανίστηκαν στις 13 Απριλίου, το μεγαλύτερο μέρος της 20ής Μεραρχίας δεν είχε φτάσει στον χώρο. Το Δωδεκανησιακό Σύνταγμα είχε διασπαστεί στη μετακίνηση και δεν μπορούσε να οργανωθεί και χρησιμοποιηθεί. Έτσι μετά την κατάληψη της Βεύης από τον γερμανικό στρατό, δεν άργησε το Σώμα, μαζί με κάποιες από τις δυνάμεις που μετακινούνταν, να συγκρουστούν τελικά στη Μάχη της Βεύης, που είχε ως αποτέλεσμα σημαντική νίκη του Άξονα. Η εξέλιξη βέβαια δεν επέτρεψε τελικά την τοποθέτηση των Ελλήνων τμημάτων και την έγκαιρη προετοιμασία στο στρατηγικής σημασίας πέρασμα της Κλεισούρας. Μάλιστα κάποιες από αυτές τις δυνάμεις αποκόπηκαν και δεν μπόρεσαν να προωθηθούν στα δυτικά.

Αντίπαλες δυνάμεις
Ελληνικές δυνάμεις
Οι ελληνικές δυνάμεις ανήκαν στη 20ή Μεραρχία Πεζικού. Ενώ τα I/87 και II/80 Τάγματα και οι υπόλοιπες συνοδές μονάδες είχαν ήδη φτάσει στα στενά της Κλεισούρας ήδη από τις 10 και 11 Απριλίου, μόνο ένα μέρος από το 80ό Σύνταγμα και το 6ο Τάγμα Πολυβόλων Θέσεως είχαν φτάσει το μεσημέρι της 13ης Απριλίου στο στενό πέρασμα. Στις 3:00 μ.μ. μόνο το ένα-τρίτο όλου του Συντάγματος είχε φτάσει. Όταν άρχισε να βραδιάζει, το Σύνταγμα κατάφερε να οργανωθεί υποτυπωδώς και να τοποθετηθεί. Ακόμα και κατά τη διάρκεια της νύχτας, κάποιες εναπομείναντες δυνάμεις κατέφταναν, μέχρι τελικά να ολοκληρωθεί η μετακίνηση το πρωί της 14ης Απριλίου. Τα τμήματα αυτά ήταν κατά το ήμισυ συμπληρωμένα σε ανθρώπινο δυναμικό και κατείχαν μόνο το ένα τρίτο του βαρέος οπλισμού. Ελλείψεις υπήρχαν επίσης σε πυρομαχικά, ιατρικές προμήθειες και συσκευές επικοινωνίας, καθώς μεγάλο μέρος τους είχε εγκαταλειφθεί, λόγω της μάχης της Βεύης, στα Κομνηνά και στην Πτολεμαΐδα. Γι' αυτόν το λόγο ο διοικητής της 20ής Μεραρχίας είχε διατάξει την αναπλήρωση των ελλείψεων από την Καστοριά.

Μεταξύ της 10ης και 14ης Απριλίου είχαν καταφτάσει στη στενωπό της Κλεισούρας :

Σε επιχειρησιακή ετοιμότητα την περίοδο 10 με 11 Απριλίου

Το I/87 Τάγμα της XII Μεραρχίας, την 10η Απριλίου, μαζί με τον λόχο Προκαλύψεως που είχε τοποθετηθεί στο φυλάκιο Φανού του Χ Ελληνογιουγκοσλαβικού Συνοριακού Τομέα, την 11η Απριλίου. Τα τμήματα αυτά είχαν αναπτυχθεί στα υψώματα Σουμπρέτς (1623 μ.) και Σαργκονίτσα (1386 μ.) βορείως του οδικού άξονα Καστοριάς-Αμυνταίου, ενώ ένας ακόμα λόχος, ο 9ος Λόχος Προκαλύψεως του Χ Συνοριακού Τομέα, είχε φτάσει την 11η Απριλίου, είχε τοποθετηθεί σε ύψωμα νοτιοανατολικά από την ορεινή δίοδο Νταούλι και νότια του ίδιου οδικού άξονα. Και τα τρία τμήματα βρίσκονταν σε καλή επιχειρησιακή ετοιμότητα.
Το ΙΙ/80 Τάγμα αναπτύχθηκε αμυντικά μεταξύ των υψωμάτων Τζούμα Μάνου (1534 μ.) και Πέτρα Μάρκου (1655 μ.), ήδη από τις 10 Απριλίου, βρίσκονταν σε καλή κατάσταση. Δεν χρειάστηκε να προβεί σε καμία επιχείρηση κατά τη διάρκεια της μάχης.
2 ορειβατικές πυροβολαρχίες, αποσπασμένες και εγκατεστημένες από τις 10 Απριλίου.
2 διμοιρίες μηχανικών, αποσπασμένες και εγκατεστημένες από τις 10 Απριλίου.
Με αδυναμίες και ελλείψεις την περίοδο 13 με 14 Απριλίου

Το 6ο τάγμα πολυβόλων θέσεως κατέφτασε εσπευσμένα, ήταν καταπονημένο, διέθετε μόνο το μισό της αρχικής του δύναμης και είχε σημαντικές ελλείψεις. Διέθετε 10 οπλοπολυβόλα και είχε παραταχθεί ακριβώς στη δίοδο Νταούλι.
Το Ι/80 Τάγμα αναπτύχθηκε αμυντικά στα υψώματα βόρεια και νότια του χωριού Κλεισούρα, βόρεια του 2ου τάγματος, με έλλειψη ενός λόχου τυφεκιοφόρων, μιας διμοιρίας πολυβόλων, με το μισό της αρχικής του δύναμης και συμπτώματα κούρασης.
Το ΙΙΙ/80 Τάγμα παρουσίαζε τις ίδιες ελλείψεις και την ίδια κόπωση με το 1ο τάγμα του 80ου Συντάγματος.
Η 20ή ομάδα αναγνώρισης, η όποια ήρθε εσπευσμένα και ήταν κατάκοπη.
Ο λόχος όλμων πεζικού του 80ου Συντάγματος, που δεν είχε καθόλου πυρομαχικά και ανέλαβε χρέη προφυλακής.
Τα υπόλοιπα στρατιωτικά τμήματα:

1 πεδινή πυροβολαρχία.
1 έφιππη πυροβολαρχία.
1 πυροβολαρχία των 85 χιλιοστών με 3 πυροβόλα.
1 ουλαμός πεδινού πυροβολικού των 75 χιλιοστών, που αποτελούσε ιταλικό λαφύρο πολέμου, και χρησιμοποιήθηκε ως αντιαρματικός.
1 στοιχείο πεδινού πυροβολικού που χρησιμοποιήθηκε ως αντιαρματικό.
Ο συνταγματάρχης Παναγιώτης Δέδες, πρώην διοικητής της 21ου Συντάγματος, είχε οριστεί τις πρώτες πρωινές ώρες της 14ης Απριλίου, αρχηγός των επιχειρήσεων κατ' εντολή της Ελληνικής Διοίκησης στο πέρασμα Κλεισούρας. Ωστόσο δεν μπόρεσε να φθάσει εγκαίρως πριν ή ακόμα και κατά τη διάρκεια της μάχης λόγω της ανατίναξης των πρανών που είχαν προβεί οι ελληνικές δυνάμεις στον δρόμο για να καθυστερήσουν τον εχθρό. Για αυτόν το λόγο, τον είχε αναπληρώσει ο διοικητής των 80ου Συντάγματος, αντισυνταγματάρχης Βασίλης Μαντζουράνης, ο οποίος ήταν στην πραγματικότητα ο αρχηγός των επιχειρήσεων.

Γερμανικές δυνάμεις
Οι γερμανικές μονάδες που συμμετέχουν στη μάχη ανήκουν στo Σύνταγμα Σωματοφυλακής των SS του Αδόλφου Χίτλερ (Leibstandarte SS Adolf Hitler - LSSAH). Επειδή όμως το Τάγμα Αναγνωρίσεως που προπορευόταν ήταν το πρώτο που συμμετείχε με μεγάλη επιτυχία το βράδυ της 13ης Απριλίου, ο διοικητής του Κουρτ Μάγιερ (Kurt Meyer) αναδείχθηκε σύντομα και ήταν στην πραγματικότητα επικεφαλής των επιχειρήσεων.

Επιτελείο αξιωματικών, υπό τις διαταγές του Αντιστράτηγου των SS Γιόζεφ "Σεπ" Ντήτριχ (Josef "Sepp" Dietrich).
1ο μηχανοκίνητο τάγμα πεζικού, υπό τις διαταγές του Φρίτζ Βίττ (Fritz Witt).
2o μηχανοκίνητο τάγμα πεζικού, υπό τις διαταγές του Τέοντορ Βίς (Theodor Wisch).
3o μηχανοκίνητο τάγμα πεζικού, υπό τις διαταγές του διοικητή τάγματος των SS (SS-Sturmbannführer) Γούιλχελμ Βάιντενχάουπτ (Wilhelm Weidenhaupt).
4ο μηχανοκίνητο τάγμα πεζικού, υπό τις διαταγές του διοικητή τάγματος των SS (SS-Sturmbannführer) Γιάνκε (Jahnke).
5ο μηχανοκίνητο τάγμα πεζικού, υπό τις διαταγές του διοικητή τάγματος των SS (SS-Sturmbannführer) Βαν Μπίμπερ (Van Bibber).
To μηχανοκίνητο τάγμα βαρέως πεζικού, υπό τις διαταγές του διοικητή τάγματος των SS (SS-Sturmbannführer) Στάινεκ (Steineck).
1ο τάγμα αντιαεροπορικού πυροβολικού, υπό τις διαταγές του Μπέρνχαρντ Κράουζε (Bernhard Krause)
Το τάγμα πυροβόλων εφόδου, υπό τις διαταγές του διοικητή τάγματος (SS-Sturmgeschütz) Γκέοργκ Σούνμπεργκ (Georg Schönberger).
Το τάγμα μηχανικού, υπό τις διαταγές του Κρίστιαν Χάνσεν (Christian Hansen).
Το τάγμα αναγνώρισης, υπό τις διαταγές του Κουρτ Μάγιερ (Kurt Meyer).

Μάχη
13 Απριλίου
Η προετοιμασία της 20ής Μεραρχίας περιελάμβανε την καταστροφή τμημάτων του οδικού άξονα μεταξύ της Βεύης και της Καστοριάς, στο στενό πέρασμα της Κλεισούρας, καθώς και την προστασία της κωμόπολης της Κλεισούρας. Η πρώτη επαφή των δύο αντίπαλων στρατευμάτων γίνεται ήδη στις 17:00 μ.μ. της 13ης Απριλίου, δηλαδή πριν ολοκληρωθεί η μετακίνηση όλης της ελληνικής μεραρχίας. Τα γερμανικά στρατιωτικά τμήματα της εμπροσθοφυλακής επιτέθηκαν κυρίως στο I/81 στο ύψωμα της Σαργκονίτσας (στο χωριό Λέχοβο, όπου σκοτώθηκαν 50 Ελληνες στα χαρακώματα και επτά Γερμανοί, ένας εκ τών οποίων ήταν υψηλόβαθμος αξιωματικός), συναντώντας ισχυρή αντίσταση. Διοικητής του τάγματος αναγνώρισης ήταν ο Κουρτ Μάγιερ, ο οποίος οργάνωσε το τάγμα του σε τρεις ομάδες επίθεσης, με επικεφαλής τον ίδιο και τους αξιωματικούς Κράας (Kraas) και Γιούνσε (Wünsche). Επειδή οι άνδρες του δεν υπάκουαν σε αλλεπάλληλες διαταγές του να επιτεθούν, ο Γερμανός αξιωματικός, προκειμένου να τους εξαναγκάσει να προχωρήσουν, εκσφενδόνισε μία χειροβομβίδα. Μόνο με έντονη προσπάθεια και την απαραίτητη υποστήριξη του πυροβολικού, τα πρώτα στρατιωτικά τμήματα αναγνώρισης, υπό τις διαταγές του Κουρτ Μάγιερ, κατάφεραν να απωθήσουν το τάγμα I/87 στις 21:00, αναγκάζοντας να την υποχωρήσει από τα υψώματα Σουμπρέτς (1623 μ.) και Σαργκονίτσα (1386 μ.) που είχε υπό τον έλεγχό της. Αιχμαλωτίστηκε μέρος του αριστερής πυροβολαρχίας εκτός από έναν ουλαμό.

Μετά από αυτήν την εξέλιξη, το τάγμα πεζικού ΙΙΙ/80, που βρίσκονταν στην οπισθοφυλακή, προσπάθηκε στις 23:00 να καταλάβει τα δύο υψώματα εν μέσω πυρών και αιχμαλωτίζεται. Οι Γερμανοί μετά την πρώτη νικηφόρα εξέλιξη, παρέμειναν σε αδράνεια και δεν συνέχισαν την πορεία τους. Μέσα στη νύχτα ακολούθησε νέα ανταλλαγή πυρών που οδήγησε στην εξάντληση των αποθεμάτων πυρομαχικών των ελληνικών δυνάμεων. Συνολικά 50 Έλληνες αξιωματικοί και στρατιώτες σκοτώθηκαν κατά τη διάρκεια των μαχών, της 13ης Απριλίου. Ο διοικητής του 20ης Μεραρχίας, βλέποντας το πεσμένο ηθικό των μονάδων, ζήτησε να έρθει προς ενίσχυση τμήμα του Τμήματος Στρατιάς της Δυτικής Μακεδονίας (ΤΣΔΜ) που μάχονταν στην ελληνοαλβανική μεθόριο και να ενσωματωθεί στο Τμήμα Στρατιάς Κεντρικής Μακεδονίας (ΤΣΚΜ) που ανήκε η 20η Μεραρχία.

14 Απριλίου
Από τις 04:30 το γερμανικό πυροβολικό άρχισε να χτυπάει τις ελληνικές θέσεις, ακολουθούμενο από το πεζικό. Οι Γερμανοί επιτέθηκαν στους δύο δρόμους στην ανατολική έξοδο του περάσματος, με τη χρήση καπνογόνων και έντονα πυρά πυροβόλων για κάλυψη. Η μία ομάδα επίθεσης κατευθύνθηκε προς τον δρόμο που οδηγεί βόρεια από τη χαράδρα του ρέματος του Βέρνου προς το στενό πέρασμα Νταούλι, με την υποστήριξη αυτοκινουμένων πυροβόλων (Αssault Gun, Sturmgeschütz). Η άλλη ομάδα επίθεσης κατευθύνθηκε στην άλλη χαράδρα που οδηγεί στην Κλεισούρα και στο ύψωμα Τζούμα Μάνου.

Αφού οι γερμανικές δυνάμεις είχαν από το προηγούμενο βράδυ καταλάβει το ύψωμα της Σαργκονίτσας, μπορούσαν να βάλλουν πιο εύκολα κατά του ελληνικού 6ου τάγματος πυροβόλων που είχε λάβει θέση στο στενό πέρασμα Νταούλι και άνοιξαν πυρ. Όμως λόγω των ελλείψεων το Τάγματος σε πολεμικό υλικό, στις 7:00 τα πυρομαχικά εξαντλήθηκαν με αποτέλεσμα να εκτεθεί όλη η ελληνική άμυνα. Οι Γερμανοί είχαν σημαντική υπεροχή στο πεδίο. Η ελληνική πλευρά είχε να αντιμετωπίσει τις συνέπειες που είχε η έλλειψη αντιαρματικών όπλων, εν αντιθέσει με τη γερμανική που διέθετε ελαφρού τύπου τεθωρακισμένα, το μειωμένο ηθικό των στρατιωτών που χειροτέρευε από τις απώλειες της προηγούμενης νύχτας, τη σωματική κούραση και τον τρόμο που προκαλούσαν τα πολεμικά αεροσκάφη της Λουφτβάφε. Από τις 9:00, το 6ο τάγμα άρχισε να διασπάται, τα πολυβόλα να μπλοκάρουν ή σιγούν λόγω έλλειψης πυρομαχικών και τα στοιχεία του πυροβολικού να αποχωρούν. Στις 10:30 οι πυροβολητές αναγκάστηκαν να παραδοθούν. Το τάγμα Ι/80 αν και μέχρι εκείνη τη χρονική στιγμή δεν συμμετείχε στη μάχη, αποσύρθηκε όταν ο αξιωματικός διαπίστωσε τον άμεσο κίνδυνο περικύκλωσης του τάγματος από τα βόρεια. Ενώ λοιπόν αποχωρούσε, το τάγμα δέχθηκε επίθεση από ελαφρύ τεθωρακισμένο από πολύ μικρή απόσταση, έπειτα από μια αποτυχημένη προσπάθεια απόκρουσης της επίθεση και αναγκάστηκε να παραδοθεί στις 10:45, με εξαίρεση το 1ο στοιχείο του πυροβολικού.

Ο διοικητής της 20ης Μεραρχίας προσπάθησε να αναδιοργανώσει τις μονάδες δυτικά του περάσματος με κάλυψη του πεζικού από το πυροβολικό στα δυτικά, ενώ χρησιμοποίησε τη μονάδα του μηχανικού και τη μονάδα της αναγνώρισης της Μεραρχίας για να εμποδίσουν την οπισθοχώρηση. Ωστόσο το γερμανικό πυροβολικό και γερμανική αεροπορία τρομοκρατούσαν τα ελληνικά τμήματα θέτοντας σε κίνδυνο αναδιοργάνωσης του ελληνικού στρατού.

Το Τμήμα Στρατιάς Κεντρικής Μακεδονίας (ΤΣΚΜ) έχοντας πληροφορηθεί τις τελευταίες εξελίξεις, διέταξε την επανακατάληψη των χαμένων θέσεων, πράγμα που δεν μπορούσε να εφαρμοστεί στην πράξη λόγω της διάσπασης των μονάδων. Μετά την άδεια του Γενικού Επιτελείου, ο Διοικητής του Τμήματος Κεντρικής Μακεδονίας Υποστράτηγος Χρήστος Καράσσος, ζήτησε ενισχύσεις από τον Διοικητή της "Δύναμης W" Αντιστράτηγο Γουίλσον να διατάξει τη βρετανική 1η Ταξιαρχία Τεθωρακισμένων Τσάρινκτον (Charrington), που βρίσκονταν τότε κοντά στο Άργος Ορεστικό, για αντεπιτεθεί. Παρόλο που η διαταγή δόθηκε από τον Αντιστράτηγο Γουίλσον, η ταξιαρχία δεν υπάκουσε στη διαταγή αφού θεώρησε λανθασμένα ότι ήταν απλώς προτροπή.

Ο Διοικητής του Τμήματος Στρατιάς Κεντρικής Μακεδονίας (ΤΣΚΜ) βλέποντας την απουσία ενισχύσεων, κάλεσε προς βοήθεια το Τμήμα Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας (ΤΣΔΜ) και ζήτησε την αποστολή τριών πυροβολαρχιών που θα μπορούσαν με το πεζικό και ένα υπάρχον πυροβολικό να ανακαταταλάβουν το πέρασμα. Παρά το γεγονός ότι επιτεύχθηκε συμφωνία, δεν υπήρχαν αρκετά διαθέσιμα μεταφορικά μέσα ώστε να μεταφέρει τις απαραίτητες δυνάμεις από την Αλβανία, με την πιο κοντινή δύναμη, το 13η Μεραρχία κοντά στη Βίγλιστα του σύγχρονου Νομού Κορυτσάς. Το απόγευμα της 14ης Απριλίου, μόνο το 1ο τάγμα πυροβολικού του 23ου Συντάγματος (Ι/23) είχε καταφέρει να φτάσει στις 20:00 στη διάβαση της Καστοριάς και μάλιστα δεν χρησιμοποιήθηκε προς ενίσχυση.

Έως το απόγευμα της 14ης Απριλίου, η κωμόπολη της Κλεισούρας και οι γύρω ορεινές περιοχές είχαν καταληφθεί και ο δρόμος προς Καστοριά ήταν ανοιχτός. Η μάχη κατέληξε σε κατάληψη της Κλεισούρας, με 600 στρατιώτες αιχμαλώτους από τις γερμανικές δυνάμεις και με απώλειες ενός αξιωματικού και έξι οπλιτών, ενός Γερμανού χωροφύλακα, και 17 συνολικά τραυματιών. Οι Γερμανοί συνέχισαν την πορεία τους για να επιτεθούν στο τάγμα I/23 και άλλα στοιχεία του 13ης Μεραρχίας στις 15 Απριλίου. Στις 16 του μηνός, το τάγμα του Μάγιερ, διεισδύει πίσω από τις ελληνικές γραμμές και επιτίθεται στη Καστοριά από το νότο, αφού προηγουμένως είχε βομβαρδιστεί, αιχμαλωτίζοντας συνολικά 1.100 στρατιώτες. Η μάχη που ακολούθησε είναι γνωστή στην ελληνική στρατιωτική ιστορία ως η Μάχη του Άργους Ορεστικού ή η Μάχη της λίμνης της Καστοριάς. Για τις ενέργειες αυτές, απονεμήθηκε στον Μάγιερ ο Σταυρός των Ιπποτών του Σιδηρού Σταυρού στις 18 Μαΐου του 1941.

Συνέπειες
Τα αίτια της ήττας της 20ης Μεραρχίας οφείλονταν στη σύνθεσή της. Τα περισσότερα ελληνικά τμήματα, μετά τη Μάχη της Βεύης και την πτώση της γραμμής του Βερμίου, ήταν καταπονημένα και εξασθενημένα από έμψυχο και υλικό δυναμικό. Αλλά η άμυνα ήταν πολύ σημαντική, καθώς είχε εξασφαλίσει 24 ώρες προετοιμασίας για τις άλλες ελληνικές και βρετανικές δυνάμεις τεθωρακισμένων, ώστε να περάσουν στα δυτικά του Αλιάκμονα και να αποφύγουν το βέβαιο εγκλωβισμό. Παράλληλα δόθηκε πολύτιμος χρόνος ώστε να συμπτυχθούν και να προετοιμαστούν με ασφάλεια οι ελληνικές δυνάμεις της Ηπείρου.

Η αποτυχία του Ελληνικού Στρατού να κρατήσει τη στενωπό της Κλεισούρας είχε σοβαρές συνέπειες και η γερμανική προέλαση απειλούσε την ελεγχόμενη οπισθοχώρηση του Τμήματος Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας που βρίσκονταν ακόμα στο Αλβανικό Μέτωπο. Παρά το γεγονός ότι οι συμμαχικές δυνάμεις θα επιχειρήσουν και πάλι να σταματήσουν τους Γερμανούς στις 15 Απριλίου στα ανατολικά στη λίμνη της Καστοριάς και κοντά στο Άργος Ορεστικό, η νέα μάχη αυτή τη φορά γίνεται σε ανοιχτό έδαφος, σε λιγότερο δηλαδή ευνοϊκή στρατηγικά θέση από το πέρασμα της Κλεισούρας.

Οι ελληνικές απώλειες ήταν βαριές. Το 80ο Σύνταγμα είχε πράγματι καταστραφεί. Οι Γερμανοί υποστήριξαν ότι κατάφεραν να αιχμαλωτίσουν περίπου 1.000 στρατιώτες. Η διαλυμένη 20η Μεραρχία ενσωματώθηκε στο μεγαλύτερο μέρος με την 35ο Σύνταγμα που είχε τοποθετηθεί στη στενωπό της Βλάστης (αφήνοντας πίσω του ένα τάγμα) και τοποθετούνται αυτά τα τμήματα κοντά στη Σμίξη Γρεβενών, νότια της 13ης Μεραρχίας. Στη συνέχεια της γερμανικής εισβολής, τα τμήματα της 21ης Μεραρχίας δεν θα ξαναβρεθούν σε μάχη.

Στις 3 Αυγούστου του 2008, στήθηκε Ηρώο στον οικισμό Λέχοβο Φλώρινας, προς τιμήν των 50 στρατιωτών που έχασαν τη ζωή τους την πρώτη μέρα της Μάχης του Στενωπού της Κλεισούρας, στις 13 Απριλίου του 1941.

Στις 15 Απριλίου η 2η Μεραρχία Πάντσερ χώρισε τις δυνάμεις της σε δύο φάλαγγες. Η μία, δυτικά προς τα Στενά Πόρτας, υποχρέωσε τους Νεοζηλανδούς να συμπτυχθούν προς τον Άγιο Δημήτριο, ενώ η ανατολική προς τον Πλαταμώνα άσκησε ισχυρή πίεση δημιουργώντας κίνδυνο υπερκέρασης από την κατεύθυνση Πλαταμώνα- Τέμπη -Λάρισα. Την επόμενη μέρα η γερμανική 6η Ορεινή Μεραρχία ξεκίνησε υπερκερωτικό ελιγμό και μέσα από δύσβατα δρομολόγια έφτασε στην έξοδο των Τεμπών στις 17 Απριλίου. Το πρωί της 18ης Απριλίου η μάχη για το φαράγγι των Τεμπών έληξε, όταν το γερμανικό πεζικό πέρασε τον ποταμό Πηνειό χρησιμοποιώντας προγεφυρώματα και τα στρατεύματα της 6ης Ορεινής Μεραρχίας περικύκλωσαν το νεοζηλανδικό τάγμα, το οποίο εξοντώθηκε. Τι πρώτες πρωινές ώρες της 19ης Απριλίου τμήματα της 2ης Μεραρχίας Πάντσερ εισήλθαν στη Λάρισα, χωρίς να συναντήσουν αντίσταση, και κατέλαβαν το αεροδρόμιο, στο οποίο οι Βρετανοί είχαν αφήσει τα αποθέματα εφοδίων τους άθικτα. Η κατάληψη των δέκα φορτίων προμηθειών και καυσίμων επέτρεψε στις μονάδες των Γερμανών να συνεχίσουν την προέλασή τους δίχως στάση. Το λιμάνι του Βόλου, στο οποίο οι Βρετανοί είχαν επιβιβάσει πολυάριθμα στρατεύματα τις τελευταίες ήμερες, έπεσε στις 21 Απριλίου και οι Γερμανοί βρήκαν μεγάλες ποσότητες ντίζελ και αργού πετρελαίου.

Υποχώρηση της Στρατιάς Ηπείρου
Στο μέτωπο της Αλβανίας, ο Ελληνικός Στρατός κατείχε σταθερά το έδαφος που είχε κερδίσει. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής εισβολής οι ελληνικές δυνάμεις στο μέτωπο αυτό αποτελούνταν από 1) το ΤΣΗ (Τμήμα Στρατιάς Ηπείρου) υπό τον Αντιστράτηγο Ι. Πιτσίκα, με τo Α΄ Σώμα Στρατού (ΙΙ, III και VIII Μεραρχίες Πεζικού), το Β΄ Σώμα Στρατού (Ι, ΙV, V, VI, XI, XV και XVII Μεραρχίες Πεζικού) και 2) το ΤΣΔΜ (Τμήμα Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας) υπό τον Αντιστράτηγο Γ. Τσολάκογλου, με τις ΙΧ, Χ, ΧΙΙΙ, ΧVI Μεραρχίες Πεζικού, την 21η Ταξιαρχία Πεζικού και τη Μεραρχία Ιππικού. Η κατάσταση αυτών των μονάδων δεν ήταν ικανοποιητική καθώς η δύναμή τους ήταν 10-20% κάτω από την προβλεπόμενη, ενώ υπήρχαν μεγάλες ελλείψεις σε μεταφορικά μέσα, πυρομαχικά και όπλα.

Καθώς η όλο και βαθύτερη γερμανική διείσδυση στην ελληνική επικράτεια είχε σοβαρό αντίκτυπο στο ηθικό των Ελλήνων στρατιωτών, άρχισε να εμφιλοχωρεί στις διοικήσεις των στρατευμάτων στην Ήπειρο η ιδέα ότι κάθε επιπλέον αντίσταση είναι μάταιη. Η πεντάμηνη χειμερινή εκστρατεία είχε καταπονήσει στρατιώτες και αξιωματικούς και κάθε προσπάθεια σύμπτυξης παρουσίαζε τον κίνδυνο αποσύνθεσης των μονάδων. Επιπλέον, ο χρόνος οργανωμένης σύμπτυξης είχε εκτιμηθεί στον ένα μήνα περίπου, διάστημα μεγάλο για τέτοιου είδους επιχείρηση στις δεδομένες συνθήκες. Όμως, ο διοικητής του ΤΣΗ Αντιστράτηγος Πιτσίκας ήταν αρνητικός στις προτάσεις για συνθηκολόγηση που του έκαναν οι διοικητές του Α΄ και Β΄ Σώμα Στρατού στις 11 Απριλίου. Ο Παπάγος, από το Στρατηγείο του στην Αθήνα, ήθελε να παραμείνει νικητής των Ιταλών μέχρι τέλους και δεν ήθελε να αφήσει έδαφος που είχε κερδίσει με αγώνες και να παραδοθεί σε έναν αντίπαλο, όπως οι Ιταλοί, γι αυτό δεν έδωσε έγκαιρα διαταγή σύμπτυξης. Ο στρατηγός Ουίλσον περιέγραψε αυτή τη διστακτικότητα ως «φετιχιστικό δόγμα ότι ούτε μία πιθαμή [γιάρδα] γης δεν έπρεπε να παραχωρηθεί στους Ιταλούς».

Μετά τη συγκατάθεση του Παπάγου, τα πρώτα ελληνικά στρατεύματα του ΤΣΔΜ άρχισαν να αποσύρονται το βράδυ της 12ης Απριλίου ενώ οι δυνάμεις του ΤΣΗ ξεκίνησαν τη σύμπτυξή τους τη νύχτα 13/14 Απριλίου. Η υποχώρηση των Συμμάχων προς τις Θερμοπύλες άφησε εκτεθειμένο ένα πέρασμα κατά μήκος της Πίνδου από όπου οι Γερμανοί θα μπορούσαν να πλευροκοπήσουν την οπισθοφυλακή του Ελληνικού Στρατού. Όμως το πλέον ανησυχητικό ήταν το γεγονός της πτώσης του ηθικού των ανδρών, που σε συνδυασμό με τα κρούσματα ανυπακοής και φυγής προς τα μετόπισθεν, έφεραν τα πρώτα σημάδια ολοκληρωτικής διάλυσης του Ελληνικού Στρατού. Στις 16 Απριλίου ο Πιτσίκας, ζητώντας πολιτική επέμβαση ωστε να εγκριθεί η λύση της συνθηκολόγησης, ανέφερε στον Αρχιστράτηγο : Φρονούμεν ότι είναι αδύνατος κάθε περαιτέρω αντίστασις. Ενδεχόμενη διάλυσις του Στρατού θα δημιουργήση εσωτερικάς ανωμαλίας και ληστρικάς ορδάς με απεργράπτους συμφοράν διά την χώραν. Η απάντηση του Παπάγου ήταν αρνητική, διότι η συνθηκολόγηση θα έφερνε τα βρετανικά στρατεύματα που εξακολουθούσαν να μάχονται στην Ελλάδα σε αδύναμη θέση.

Ο Παπάγος κατεύθυνε ελληνικές μονάδες προς το πέρασμα του Μετσόβου, όπου αναμένονταν να επιτεθούν οι Γερμανοί. Εν το μεταξύ, το απόγευμα της 18ης Απριλίου συζητήθηκε από το ελληνικό υπουργικό συμβούλιο το ζήτημα της άμεσης απομάκρυνσης των βρετανικών στρατευμάτων και της επίσπευσης της ανακωχής, κάτι τέτοιο όμως έβρισκε τελείως αρνητικό τον βασιλιά Γεώργιο Β΄, που απέρριψε τις προτάσεις αυτές διότι θα ισοδυναμούσαν με σπίλωση της χώρας και ρήξη με τους Βρετανούς. Η αδυναμία εξεύρεσης λύσης στο δίλημμα να μην υποκύψει η χώρα στον εχθρό ή να προχωρήσει σε άμεση συνθηκολόγηση, οδήγησε τον πρωθυπουργό Αλέξανδρο Κορυζή στην αυτοκτονία, έχοντας προηγουμένως πει στον Βασιλιά ότι αισθανόταν πως απέτυχε στο σκοπό που του είχε εμπιστευθεί. Το βράδυ, οι διοικητές του Α΄ και Β΄ Σώματος Στρατού, στρατηγοί Δεμέστιχας και Μπάκος, συναντήθηκαν και αποφάσισαν να στείλουν στην κυβέρνηση ένα τελεσίγραφο δωδεκάωρης διάρκειας, μετά την παρέλευση του οποίου οι τρεις σωματάρχες (Α΄, Β΄ και Γ΄ΣΣ) θα σχημάτιζαν κυβέρνηση υπό τον μητροπολίτη Ιωαννίνων Σπυρίδωνα και θα άρχιζαν διαπραγματεύσεις με τους Γερμανούς για συνθηκολόγηση και μη παράδοση στους Ιταλούς. Η απόφαση αυτή διαβιβάστηκε στον Διοικητή του ΤΣΗ για να τη συνυπογράψει και να την προωθήσει στην Αθήνα, όμως ο Πιτσίκας δεν την απέστειλε καθώς ήθελε να αποφύγει να είναι αυτός που θα έπαιρνε την ευθύνη για τη συνθηκολόγηση.

Την 19η Απριλίου οι δρόμοι υποχώρησης στην Ήπειρο και την Αλβανία δέχτηκαν ολοήμερο βομβαρδισμό από την ιταλική και τη γερμανική αεροπορία. Η LSSAH, η οποία μέχρι τότε είχε φτάσει στα Γρεβενά, κινήθηκε προς τα δυτικά και κατέλαβε τη διάβαση του Μετσόβου, αποκόπτοντας με αυτήν την κίνηση την οδό υποχώρησης του Ελληνικού Στρατού.
Ο ιστορικός Ιωάννης Κολιόπουλος θεωρεί ότι ο Γεώργιος Β΄ έφερε την απόλυτη ευθύνη της τύχης της χώρας στις κρίσιμες στιγμές πριν τη συνθηκολόγηση, αφού αυτός ήταν ο ανώτατος άρχων, υπεύθυνος για την εξωτερική πολιτική και για τις ένοπλες δυνάμεις

Η πολιτική κρίση
Μετά την αυτοκτονία του Κορυζή, ο Βρετανός πρεσβευτής Πάλερετ συμβούλεψε τον Γεώργιο να σχηματίσει κυβέρνηση εθνικής συνεργασίας, όμως ο βασιλιάς τελικά αποφάσισε να ασκήσει αυτός προσωρινά τα καθήκοντα του προέδρου της κυβέρνησης με αντιπρόεδρο τον Κωνσταντίνο Κοτζιά. Στον Κοτζιά ανέθεσε και τον σχηματισμό κυβέρνησης γιατί, όπως ισχυρίστηκε ο βασιλιάς, χρειαζόταν έναν δημαγωγό για να ανορθώσει το ηθικό του λαού και επιπλέον ήταν ο μόνος που ήταν αντίθετος στην αναχώρηση του Γεωργίου και της κυβέρνησης από την Αθήνα. Τελικά ο Κοτζιάς δεν μπόρεσε να σχηματίσει κυβέρνηση διότι οι πολιτικοί που απευθύνθηκε αρνήθηκαν να συμμετάσχουν, με αποτέλεσμα η εντολή να δοθεί στον απόστρατο Στρατηγό Αλέξανδρο Μαζαράκη-Αινιάν. Ο Μαζαράκης όμως, όταν απέκτησε εικόνα της πραγματικής κατάστασης της χώρας, κατέθεσε στις 19 Απριλίου την εντολή, πιστεύοντας ότι είχε κληθεί πολύ αργά και η καλύτερη λύση ήταν η εκκένωση της Ελλάδας από τα συμμαχικά στρατεύματα

Όταν την επόμενη μέρα κλήθηκε από τον βασιλιά ο Θεόδωρος Πάγκαλος να αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας, αρνήθηκε λέγοντας πως Ο Ελληνικός Στρατός είναι ένα πτώμα. Δε χρειάζεται τώρα ηγέτη, αλλά έναν ιερέα. Το μεσημέρι της ίδιας μέρας ορκίστηκε αντιπρόεδρος ο Ναύαρχος Σακελλαρίου και υπουργός Εξωτερικών, Οικονομικών και Εθνικής Οικονομίας ο Εμμανουήλ Τσουδερός. Ο μετριοπαθής βενιζελικός Τσουδερός, πιστός στα ανάκτορα και αφοσιωμένος στους Βρετανούς, ορκίστηκε πρωθυπουργός στις 21 Απριλίου. Ο Βασιλιάς γνώριζε ότι στην Κρήτη που σκόπευε να μεταφερθεί δεν ήταν ευπρόσδεκτος, γι΄αυτό ο κρητικής καταγωγής Τσουδερός με το κύρος του θα μπορούσε να προλάβει τυχόν δυσάρεστες καταστάσεις.

Στο πολεμικό μέτωπο, ενόσω τα κρούσματα διάλυσης του Ελληνικού Στρατού έπαιρναν όλο και μεγαλύτερες διαστάσεις και ο Πιτσίκας αρνούνταν να πάρει πρωτοβουλίες, ο διοικητής του Γ΄ Σώματος Στρατού Αντιστράτηγος Γεώργιος Τσολάκογλου απέστειλε στην Αθήνα τον Επιτελάρχη του, Συνταγματάρχη Αθανάσιο Χρυσοχόου, ώστε να συζητήσει με τον πρωθυπουργό και τον Παπάγο την άμεση λήψη αποφάσεων. Στις συναντήσεις του ο Χρυσοχόου διαπίστωσε ότι η κυβέρνηση δεν μπορούσε να λάβει καμιά απόφαση και εκτιμώντας ότι υπήρχε πλήρες αδιέξοδο, καθώς κανείς δεν ανελάμβανε την ευθύνη για τη σύναψη ανακωχής, απέστειλε το πρωί της 19ης Απριλίου στον Τσολάκογλου το εξής τηλεγράφημα: Απόρρητος προσωπική διά Στρατηγόν. Ενέργεια ανάγεται αρμοδιότητα Στρατιάς. Εάν αναλάβετε σεις, δέον πρώτον λάβητε εξουσιοδότησιν λοιπών Σωμάτων Στρατού, αναθετόντων υμίν ενέργειαν ως έχοντα επαφήν με Γερμανούς. Χρυσοχόου. Εκ Φρουραρχείο Θ. Επειδή ο Τσολάκογλου είχε σχηματίσει την εντύπωση ότι ο Παπάγος δεν είχε πολλές αντιρρήσεις για τη σύναψη συνθηκολόγησης και γνωρίζοντας ότι η κυβέρνηση δεν ελάμβανε καμία απόφαση, μόλις έλαβε στις 02:00 της 20ής Απριλίου το τηλεγράφημα διαλύθηκε κάθε δισταγμός του και, παραμερίζοντας τον Πιτσίκα, προχώρησε σε σύναψη ανακωχής με τους Γερμανούς.
Ο Αντιστράτηγος Γεώργιος Τσολάκογλου (καθιστός δεξιά) συζητά με τον Γερμανό στρατηγό Γιόντλ (καθιστός δεύτερος από αριστερά) και τον Ιταλό στρατηγό Φερρέρο (προς τα δεξιά με την πλάτη προς τον φακό) το τρίτο και οριστικό πρωτόκολλο παράδοσης της Ελλάδας στη ναζιστική Γερμανία και τη φασιστική Ιταλία. Θεσσαλονίκη, 23 Απριλίου 1941.

Η παράδοση και τα τρία πρωτόκολλα συνθηκολόγησης
Το απόγευμα της 20ής Απριλίου στο χωριό Βοτονόσι Ιωαννίνων ο Τσολάκογλου υπέγραψε με τον διοικητή της LSSAH Ζεπ Ντίντριχ, πρωτόκολλο ανακωχής, με το οποίο σταματούσε κάθε εχθροπραξία μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας από τις 18:00 της ίδιας μέρας. Ο ιστορικός του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου Τζον Κίγκαν (John Keegan) γράφει ότι ο Τσολάκογλου «ήταν τόσο αποφασισμένος  να αρνηθεί στους Ιταλούς την ικανοποίηση μίας νίκης που δεν κέρδισαν ώστε  ξεκίνησε συζητήσεις, χωρίς να έχει τέτοια διαταγή, με τον διοικητή της γερμανικής μεραρχίας των SS, Σεπ Ντίτριχ, ώστε να κανονίσει η παράδοση να γίνει μόνο στους Γερμανούς». Ο Χίτλερ συμφώνησε με την ανακωχή και προσπάθησε να μη συμπεριληφθούν οι Ιταλοί.

Σύμφωνα με το πρωτόκολλο αυτό καθορίζονταν και οι όροι των ελληνικών και ιταλικών στρατευμάτων, ως εξής: τη νύκτα της 20ής προς 21η Απριλίου, με επέμβαση του Γερμανού αρχιστράτηγου, θα γινόταν ανακωχή, ο Ελληνικός Στρατός θα αποσυρόταν εντός δέκα ημερών στην ελληνοαλβανική μεθόριο, ενώ ο Ιταλικός δεν θα εισχωρούσε σε ελληνικό έδαφος με τα γερμανικά στρατεύματα να παρεμβάλλονται μεταξύ Ελλήνων και Ιταλών. Επιπρόσθετα, οι Έλληνες στρατιώτες θα αποστρατεύονταν, καθώς θα παρέδιδαν τον οπλισμό τους και έπειτα θα μπορούσαν να μεταβούν στις εστίες τους, ενώ οι αξιωματικοί δεν θα θεωρούνταν αιχμάλωτοι πολέμου και θα διατηρούσαν των οπλισμό τους τιμητικώς. Η πραγματικότητα ταχύτατα διέψευσε όμως τις προσδοκίες, καθώς οι Γερμανοί δεν κράτησαν τις υποσχέσεις τους. Την ώρα μάλιστα των διαπραγματεύσεων βομβάρδιζαν με πρωτοφανή τρόπο τα Ιωάννινα, χωρίς να αποτελεί εξαίρεση ούτε το νοσοκομείο της πόλης που έφερε εμφανή σήματα του Ερυθρού Σταυρού. Όταν ο διοικητής της 12ης Στρατιάς, φον Λίστ, έλαβε γνώση του πρωτοκόλλου αμέσως ζήτησε την επαναδιατύπωσή του, με πολύ δυσμενέστερους όρους αυτή τη φορά. Ο Τσολάκογλου αναγκάστηκε να υπογράψει ένα δεύτερο πρωτόκολλο «ως αιχμάλωτος άνευ ελευθέρας γνώμης», παραδίδοντας τον στρατό μόνο στη Γερμανική Ανώτατη Διοίκηση και όχι στους Ιταλούς. Από την άλλη πλευρά, ο Μουσολίνι εξοργισμένος από αυτή τη συμφωνία διέταξε αντεπιθέσεις εναντίον των ελληνικών δυνάμεων, οι οποίες αποκρούστηκαν. Χρειάστηκε προσωπική παρέμβαση του Μουσολίνι προς τον Χίτλερ ώστε να επιτευχθεί μία ανακωχή στην οποία περιλαμβανόταν και η Ιταλία, στις 23 Απριλίου.

Σύμφωνα με τους όρους του τρίτου και οριστικού πρωτοκόλλου συνθηκολόγησης, που υπογράφηκε στις 23 Απριλίου, η «Ελληνική Στρατιάν Μακεδονίας- Ηπείρου» θα παραδίδονταν στους Ιταλούς και τους Γερμανούς, οι στρατιώτες θα ήταν αιχμάλωτοι πολέμου ενώ οι αξιωματικοί, λόγω της ανδρείας τους, θα διατηρούσαν τον οπλισμό τους. Αξιωματικοί και οπλίτες θα συγκεντρώνονταν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και μετά το τέλος των εχθροπραξιών θα απελευθερώνονταν. Τελικά και αυτοί οι όροι έγιναν αποδεκτοί. Οι στρατιώτες έπρεπε να παραμείνουν στις θέσεις που είχαν μέχρι την αποστράτευσή τους. Όμως δεν έγινε το ίδιο με όλες τις μονάδες, οι οποίες μόλις μάθαιναν την είδηση της παράδοσης πετούσαν τα όπλα τους, διέλυαν την παράταξη και ακολουθούσαν το δρόμο που πίστευαν ότι θα τους οδηγούσε συντομότερα στον τόπο τους. Υπήρξαν περιπτώσεις που ο αποχωρισμός από τα όπλα σήμανε τον έσχατο εξευτελισμό του μαχητή. Αυτό το αίσθημα εκφράσθηκε από τον ταγματάρχη πυροβολικού Κωνσταντίνο Βερσή, που τη στιγμή της παράδοσης έδωσε εντολή να καταστραφούν τα πυροβόλα της μοίρας του και αυτοκτόνησε, ενώ οι στρατιώτες της μοίρας του έψαλαν τον Εθνικό Ύμνο
Γερμανικό πυροβολικό (Ελλάδα, Απρίλιος 1941)

Θερμοπύλες
Από τις 16 Απριλίου η γερμανική διοίκηση είχε συνειδητοποιήσει ότι οι Βρετανοί εκκένωναν τα στρατεύματά τους με πλοία από τον Βόλο και τον Πειραιά. Η όλη εκστρατεία έχει πάρει χαρακτήρα καταδίωξης. Για τους Γερμανούς ήταν βασικό να διατηρούν επαφή με τα υποχωρούντα βρετανικά στρατεύματα και να παρεμποδίζουν τα σχέδια εκκένωσής τους. Γερμανικές μεραρχίες πεζικού αποσύρονταν από την ενεργό δράση λόγω της έλλειψης μηχανοκίνητης υποστήριξης τους. Οι 2η και 5η Μεραρχίες Πάντσερ, η LSSAH και οι δύο ορεινές μεραρχίες εξαπέλυσαν καταδίωξη στις εχθρικές δυνάμεις.

Προκειμένου να επιτραπεί η απομάκρυνση του κυρίως όγκου των βρετανικών δυνάμεων, ο Γουίλσον διέταξε την οπισθοφυλακή να κρατήσει το ιστορικό πέρασμα των Θερμοπυλών. Ο Αντιστράτηγος Φρέιμπεργκ έλαβε την εντολή να υπερασπιστεί το παράκτιο πέρασμα, ενώ ο Υποστράτηγος Μακέη να κρατήσει το χωριό Μπράλος. Μετά τη μάχη ο Μακέη φέρεται να είπε «Δεν ονειρευόμουν την εκκένωση. Θεωρούσα ότι θα κρατούσαμε για περίπου ένα δεκαπενθήμερο και θα καταρρέαμε υπό το βάρος των αριθμών». Όταν έφτασαν οι εντολές της υποχώρησης το πρωί της 23ης Απριλίου αποφασίστηκε ότι οι δύο θέσεις θα προστατεύονταν από μία ταξιαρχία έκαστη. Αυτές οι ταξιαρχίες, η 19η Αυστραλιανή και η 6η Νεοζηλανδική θα κρατούσαν τα περάσματα όσο το δυνατόν περισσότερο, επιτρέποντας στις άλλες μονάδες να αποσυρθούν. Οι Γερμανοί επιτέθηκαν στις 11.30 πμ της 24ης Απριλίου, συνάντησαν ισχυρή αντίσταση, έχασαν δεκαπέντε άρματα και είχαν σημαντικές απώλειες. Οι Σύμμαχοι κράτησαν ολόκληρη την ημέρα. Με την επίτευξη του στόχου να καθυστερήσουν τα γερμανικά στρατεύματα, υποχώρησαν προς την κατεύθυνση των παραλίων εκκένωσης και έστησαν οπισθοφυλακή στη Θήβα. Οι μονάδες των Πάντσερ που εξαπέλυσαν καταδίωξη στο δρόμο που οδηγούσε προς το πέρασμα καθυστέρησαν λόγω της μεγάλης κλίσης του εδάφους και του μεγάλου αριθμού δύσκολων στροφών του δρόμου.

Μάχη των Θερμοπυλών (1941)
Η Μάχη των Θερμοπυλών του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου έλαβε χώρα τον Απρίλιο του 1941, κατά τη γερμανική εισβολή στην Ελλάδα, μετά τις ήττες των ελληνικών και συμμαχικών στρατευμάτων, στις μάχες της Βεύης και της Κλεισούρας και τη συνθηκολόγηση του ελληνικού στρατού την 20ή Απριλίου 1941.

Τα στρατεύματα της βρετανικής κοινοπολιτείας είχαν υποχωρήσει από τα περάσματα του Ολύμπου και των Σερβίων και άρχισαν να στήνουν αμυντικές θέσεις στο ιστορικό πέρασμα των Θερμοπυλών. Ο στρατηγός Μπέρναρντ Φρέιμπεργκ έλαβε εντολή να υπερασπιστεί το παράκτιο πέρασμα ενώ ο στρατηγός Μακκέι να κρατήσει το χωριό Μπράλος. Από την πλευρά των Νεοζηλανδών, η 5η Ταξιαρχία αναπτύχθηκε κατά μήκος του παραλιακού δρόμου, στις παρυφές των λόφων νότια της Λαμίας και στον ποταμό Σπερχειό. Η 4η Ταξιαρχία τοποθετήθηκε στα δεξιά όπου ανέλαβε παράκτιες περιπολίες και η 6η Ταξιαρχία τέθηκε σε εφεδρεία. Στον Αυστραλιανό τομέα η 19η Ταξιαρχία, που αποτελούνταν από τα 2/4 και 2/8 τάγματα, ανέλαβε την υπεράσπιση του Μπράλου. Στις 19 Απριλίου τα 2/1ο και 2/5 τάγματα τέθηκαν υπό τη διοίκηση του αντιστράτηγου Τζορτζ Βάσεϊ και την ίδια μέρα το 2/11 τάγμα επανενώθηκε με την ταξιαρχία. Οι στρατηγοί Φρέιμπεργκ και Μακκέι ενημέρωσαν τους υφισταμένους τους ότι δεν θα υπάρξουν άλλες υποχωρήσεις, αγνοώντας τις συζητήσεις που πραγματοποιούνταν σε ανώτερο επίπεδο για τις προοπτικές εκκένωσης. Μετά τη μάχη ο Μακκέι είπε:

Θεωρούσα ότι θα κρατούσαμε για περίπου ένα δεκαπενθήμερο και θα καταρρέαμε υπό το βάρος των αριθμών

Όταν έφτασαν οι εντολές της υποχώρησης το πρωί της 23ης Απριλίου αποφασίστηκε ότι οι δύο θέσεις θα προστατεύονταν από μία ταξιαρχία έκαστη. Αυτές οι ταξιαρχίες, η Αυστραλιανή 19η και η Νεοζηλανδική 6η, θα κρατούσαν τα περάσματα όσο το δυνατόν περισσότερο, επιτρέποντας στις άλλες μονάδες να αποσυρθούν. Ο στρατηγός Βάσεϊ, διοικητής της 19ης Ταξιαρχίας είπε:

Εδώ είμαστε και εδώ θα μείνουμε

Αυτό μεταφράστηκε από τον υποδιοικητή της ταξιαρχίας ως «η ταξιαρχία θα κρατήσει τις παρούσες αμυντικές της θέσεις ανεξάρτητα από το θα επακολουθήσει». Οι Γερμανοί επιτέθηκαν στις 11.30 πμ της 24ης Απριλίου, συνάντησαν ισχυρή αντίσταση, έχασαν δεκαπέντε άρματα και είχαν σημαντικές απώλειες. Με την επίτευξη του στόχου να καθυστερήσουν τα γερμανικά στρατεύματα υποχώρησαν προς την κατεύθυνση των παραλίων εκκένωσης και έστησαν μία οπισθοφυλακή στη Θήβα.

Μετά την απελευθέρωση τη χώρας, σε έναν από τους λόγους του, ο Άρης Βελουχιώτης απεκάλεσε το γεγονός «αιώνια ντροπή» για την Ελλάδα και το καθεστώς που διηύθυνε τον πόλεμο.
Το αντιτορπιλικό ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΟΛΓΑ. Η ανυπαρξία σχεδίων και η αναποφασιστικότητα της πολιτικής και ναυτικής ηγεσίας για τη συνέχιση του αγώνα του Βασιλικού Ναυτικού, είχε φθοροποιό επίδραση στα πληρώματα των πολεμικών πλοίων τον Απρίλιο του 1941.

Η αποδημία του Πολεμικού Στόλου
Όταν έγινε φανερό ότι οι γερμανικές δυνάμεις κατευθύνονται με γρήγορο ρυθμό προς τη νότια Ελλάδα, συγκλήθηκε στις 10 Απριλίου το Ανώτατο Ναυτικό Συμβούλιο για να συζητήσει το θέμα της αποδημίας του Ελληνικού Στόλου. Στο συμβούλιο αυτό αποφασίστηκε ότι ο στόλος πρέπει να κατευθυνθεί σε κατάλληλη βάση, που θα οριζόταν μελλοντικά, για την συνέχιση του αγώνα που θα γινόταν σε συνεργασία με τους Συμμάχους. Έως ότου καθοριστεί η μελλοντική βάση του, ο Στόλος έπρεπε να κατευθυνθεί προς την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Για την υλοποίηση της απόφασης εκδόθηκε από τον Κορυζή διαταγή, με την οποία όλα τα αντιτορπιλικά και υποβρύχια, καθώς και αριθμός επίτακτων και βοηθητικών σκαφών, θα πρέπει να είναι έτοιμα για άμεσο απόπλου με πλήρη εφοδιασμό. Αν και η διαταγή προωθήθηκε με άκρα μυστικότητα προς τους αρχηγούς και ανώτερους διοικητές, δεν έγινε ο άμεσος απόπλους του Στόλου. Η αιτία ήταν η αναποφασιστικότητα και η σύγχυση που επικρατούσε στην τότε πολιτική ηγεσία για τον χρόνο που θα επιβιβαστεί η κυβέρνηση για να μεταφερθεί στη νέα βάση. Αυτό όμως είχε σαν αποτέλεσμα να καθηλωθούν στην περιοχή του Σαρωνικού τα περισσότερα από τα πλοία, δεχόμενα συχνούς βομβαρδισμούς από την εχθρική αεροπορία.

Τη νύχτα 11/12 Απριλίου το πλωτό νοσοκομείο ΑΤΤΙΚΗ βυθίστηκε, έπειτα από βομβαρδισμό γερμανικού αεροπλάνου. Την επόμενη νύχτα, 13/14 Απριλίου, το αντιτορπιλικό ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ- μαζί με το ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΟΛΓΑ ήταν τα πλέον αξιόμαχα πλοία- δέχτηκαν αεροπορικό βομβαρδισμό που του προξενησε σοβαρές αβαρίες. Όταν μεταφέρθηκε στον Ναύσταθμο Σαλαμίνας εκτιμήθηκε ότι για να μπορέσει να αποπλεύσει θα χρειαζόταν επισκευές διάρκειας 45 ημερών. Πράγματι, ξεκίνησαν εργασίες επισκευής, όμως νέα αεροπορική προσβολή, στις 25 Απριλίου, επέφερε περαιτέρω ζημιές στο πλοίο και τότε διατάχθηκε η βύθισή του.

Στο θωρηκτό ΑΒΕΡΩΦ, που είχε ως βάση ο Αρχηγός Στόλου (ΑΣ), επικρατούσε σύγχυση γιατί κανείς δεν γνώριζε ποια θα είναι η τύχη του, λόγο της παλαιότητάς και της μειωμένης μαχητικής ικανότητάς του, άλλα και από τις αλληλοαναιρούμενες διαταγές που υποχρέωναν το πλήρωμα να αποβιβάζει και να επιβιβάζει πολυβόλα, αρχεία κλπ. Όταν ο ΑΣ μαζί με το επιτελείο του αποβιβάστηκε από το πλοίο χωρίς να ενημερώσει κανέναν προκλήθηκε αναταραχή καθώς το πλήρωμα νόμιζε πως το εγκατέλειψε η φυσική του ηγεσία. Όμως, όταν ο πλοίαρχος Βλαχόπουλος ανέλαβε κυβερνήτης του ΑΒΕΡΩΦ η κατάσταση εξομαλύνθηκε και τότε το πλήρωμα ξεκίνησε τις προετοιμασίες για τον απόπλου του. Η μετάβαση του Βλαχόπουλου στην Αθήνα την 17η Απριλίου, για να ζητήσει διαταγή απόπλου του ΑΒΕΡΩΦ, δημιούργησε νέα σύγχυση και το πλήρωμα στασίασε, θεωρώντας ότι εγκαταλείφθηκε για να συλληφθεί από τους Γερμανούς ή το πλοίο προοριζόταν να αυτοβυθιστεί. Τελικά εν µέσω αποδοκιμασιών, προπηλακισμών και πυροβολισμών, αποβιβάστηκαν οι άνδρες που δεν επιθυμούσαν να παραμείνουν στο πλοίο και στις 18 Απριλίου άρχισε ο απόπλους του ΑΒΕΡΩΦ, χωρίς τον κυβερνήτη του.

Στις 18 Απριλίου ξεκίνησε ο απόπλους των υποβρυχίων από τον Ναύσταθμο Σαλαμίνας. Την Κυριακή του Πάσχα, 20 Απριλίου, το αντιτορπιλικό ΨΑΡΑ δέχθηκε σφοδρό αεροπορικό βομβαρδισμό και βυθίστηκε στον Κόλπο των Μεγάρων. Την ημέρα αυτή διεξήχθη πάνω από την Αθήνα και τον Πειραιά μεγάλη αερομαχία, γνωστή ως Μάχη της Αθήνας, μεταξύ της Λουφτβάφε και της ΡΑΦ, όπου καταρίφθηκαν περισσότερα από 22 γερμανικά αεροπλάνα ενώ οι Βρετανοί έχασαν 9.

Από τις 21 Απριλίου, η Λουφτβάφε άρχισε να βομβαρδίζει συστηματικά την περιοχή γύρω από από την Αθήνα, με τον κύριο όγκο των βομβαρδισμών να επικεντρώνεται στην περιοχή από τον όρμο των Μεγάρων μέχρι τον Πειραιά, τη Σαλαμίνα και την περιοχή του Ναυστάθμου, με κύριο στόχο συγκοινωνιακούς κόμβους, πλοία και πλωτά. Καθ' όλη τη διάρκεια των βομβαρδισμών ρίχτηκαν στην περιοχή μεταξύ Ψυττάλειας και Κερατσινίου μαγνητικές και ακουστικές νάρκες, δυσχεραίνοντας την εκκένωση των συμμαχικών στρατευμάτων, τη χρήση του λιμένα του Πειραιά και την απομάκρυνση του ελληνικού στόλου. Αυτή τη μέρα γερμανικά αεροπλάνα βύθισαν τα τορπιλοβόλα ΘΥΕΛΛΑ και ΔΩΡΙΣ. Έως τις 22 Απριλίου είχαν απομείνει στην ευρύτερη περιοχή του Σαρωνικού μόνο τέσσερα μεγάλα πλοία του Στόλου. Ένα από αυτά, το αντιτορπιλικό ΥΔΡΑ, θα υποστεί βομβαρδισμό από 80 αεροπλάνα, με αποτέλεσμα να βυθιστεί.

Στις 23 Απριλίου γερμανικά αεροσκάφη κάθετης εφορμήσεως πραγματοποίησαν επίθεση εναντίον του ναυστάθμου Σαλαμίνας, προξενώντας σημαντικές ζημιές. Την ίδια μέρα ο Βασιλιάς Γεώργιος και ο πρωθυπουργός Εμμανουήλ Τσουδερός μετέβησαν με υδροπλάνο από τον Σκαραμαγκά στα Χανιά. Την επόμενη ημέρα πραγματοποιήθηκαν στον ναύσταθμο δύο ακόμα επιθέσεις οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα, πέρα από τις υλικές ζημιές, τη βύθιση των παροπλισμένων θωρηκτών ΚΙΛΚΙΣ και ΛΗΜΝΟΣ, ενώ συνεχίστηκαν με αμείωτη ένταση οι αεροπορικές επιθέσεις και τις επόμενες ημέρες.
Καταστροφές από τον γερμανικό βομβαρδισμό του Πειραιά στις 6 Απριλίου. Η αεροπορική επίθεση στον Πειραια δεν προξένησε μεγάλες καταστροφές όμως οι πυρκαγιές και οι εκρήξεις εξαιτίας της ήταν καταστροφικές. Κατά τη διάρκεια του βομβαρδισμού ένα πλοίο που μετέφερε ΤΝΤ χτυπήθηκε, προκαλώντας τεράστια έκρηξη, καταστρέφοντας τις επτά από τις δώδεκα αποβάθρες του λιμανιού

Τελικά στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας κατέπλευσε ως στις 2 Μαΐου το σύνολο του Στόλου, αποτελούμενος από το θωρηκτό ΑΒΕΡΩΦ, τα αντιτορπιλικά ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΟΛΓΑ, ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ, ΣΠΕΤΣΑΙ, ΠΑΝΘΗΡ, ΑΕΤΟΣ και ΙΕΡΑΞ, τα τορπιλοβόλα ΑΣΠΙΣ, ΣΦΕΝΔΟΝΗ και ΝΙΚΗ, τα υποβρύχια ΝΗΡΕΥΣ, ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΗΣ, ΤΡΙΤΩΝ, ΚΑΤΣΩΝΗΣ και ΓΛΑΥΚΟΣ και το πλωτό συνεργείο ΗΦΑΙΣΤΟΣ.
Γερμανοί κατακτητές εισβάλλουν σε ελληνικό μαγαζί

Η κατάληψη των Αθηνών και η εκκένωση των Κοινοπολιτειακών δυνάμεων
Αφού εγκατέλειψε την περιοχή των Θερμοπυλών, η βρετανική οπισθοφυλακή αποσύρθηκε σε αυτοσχέδιες θέσεις νότια τις Θήβας, όπου έστησε ένα τελευταίο εμπόδιο πριν την Αθήνα. Ένα τάγμα μοτοσικλετών της 2ης Μεραρχίας Πάντσερ, το οποίο είχε περάσει στην Εύβοια με σκοπό να καταλάβει το λιμάνι της Χαλκίδας, ανέλαβε την αποστολή να υπερφαλαγγίσει τη βρετανική οπισθοφυλακή. Οι μοτοσικλετιστές συνάντησαν μικρή αντίσταση και το πρωί της 27ης Απριλίου 1941 οι πρώτοι Γερμανοί μπήκαν στην Αθήνα, ακολουθούμενοι από θωρακισμένα οχήματα, άρματα μάχης και πεζικό. Κατέλαβαν μεγάλες ποσότητες πετρελαίου, λαδιού και λιπαντικών, πολλές χιλιάδες τόνους πυρομαχικών, δέκα φορτηγά φορτωμένα με ζάχαρη και δέκα φορτία άλλων προμηθειών, καθώς και άλλο εξοπλισμό, όπλα και ιατρικές προμήθειες. Οι κάτοικοι της Αθήνας περίμεναν τους Γερμανούς να μπουν στην πόλη πολλές μέρες πριν και βρίσκονταν κλεισμένοι στα σπίτια τους με τα παράθυρά τους κλειστά. Το πρωί το αθηναϊκό ραδιόφωνο έβγαλε ανακοίνωση για να εμψυχώσει τους Έλληνες. Οι Γερμανοί κατευθύνθηκαν αμέσως στην Ακρόπολη και ύψωσαν τη ναζιστική σημαία.

Στις 21 Απριλίου πάρθηκε η οριστική απόφαση για την απομάκρυνση των κοινοπολιτειακών δυνάμεων στην Κρήτη και την Αίγυπτο και ο Ουέιβελ, σε επιβεβαίωση των προφορικών οδηγιών, απέστειλε τις γραπτές οδηγίες στον Ουίλσον.

5.200 άνδρες, οι περισσότεροι από τους οποίους άνηκαν στην 5η Νεοζηλανδική Ταξιαρχία αναχώρησαν το βράδυ της 24ης Απριλίου από το Πόρτο Ράφτη της Ανατολικής Αττικής, ενώ η 4η Νεοζηλανδική Ταξιαρχία παρέμεινε για να καλύψει τον στενό δρόμο προς την Αθήνα, ο οποίος πήρε το όνομα «Εικοσιτετράωρο Πέρασμα» (24 Hour Pass) από τους Νεοζηλανδούς. Στις 25 Απριλίου οι λίγες μοίρες της RAF αναχώρησαν από την Ελλάδα (ο ντ' Άλμπιακ μετέφερε το αρχηγείο του στο Ηράκλειο της Κρήτης) και περίπου 10.200 Αυστραλοί στρατιώτες εκκενώθηκαν από το Ναύπλιο και τα Μέγαρα. 2.000 άνδρες έπρεπε να περιμένουν έως τις 27 Απριλίου καθώς το Ulster Prince προσάραξε σε αβαθή νερά κοντά στο Ναύπλιο. Εξαιτίας αυτού του γεγονότος οι Γερμανοί συνειδητοποίησαν ότι η εκκένωση πραγματοποιούνταν και από λιμάνια της ανατολικής Πελοποννήσου.

Στις 25 Απριλίου οι Γερμανοί πραγματοποίησαν από αέρος επιχείρηση με σκοπό την κατάληψη των γεφυρών πάνω από τη διώρυγα της Κορίνθου, ώστε να αποκόψουν τη βρετανική γραμμή υποχώρησης και να διασφαλίσουν το πέρασμα των γερμανικών δυνάμεων στην Πελοπόννησο μέσω του ισθμού. Η επίθεση αρχικά ήταν επιτυχής, ώσπου ένα βρετανικό βλήμα κατέστρεψε τη γέφυρα. Στο μεταξύ η LSSAH, η οποία βρισκόταν συγκεντρωμένη στα Ιωάννινα, κινήθηκε κατά μήκος των δυτικών παρυφών της Πίνδου μέσω της Άρτας και του Μεσολογγίου και πέρασε στην Πελοπόννησο από την Πάτρα, σε μία προσπάθεια να αποκτήσει πρόσβαση στον ισθμό από τα δυτικά. Με την άφιξή τους στις 5.30 μ.μ.στις 27 Απριλίου οι δυνάμεις των SS πληροφορήθηκαν ότι οι αλεξιπτωτιστές είχαν ήδη αντικατασταθεί από μονάδες του στρατού, που προωθούνταν από την Αθήνα.

Η δημιουργία ενός πρόχειρου προγεφυρώματος πάνω από τον ισθμό επέτρεψε σε μονάδες της 5ης Μεραρχίας Πάντσερ να καταδιώξουν τους αμυνόμενους στην Πελοπόννησο. Κατευθυνόμενες μέσω του Άργους προς την Καλαμάτα, από όπου οι περισσότερες συμμαχικές δυνάμεις είχαν αρχίσει να αποχωρούν, έφτασαν στη νότια ακτή στις 29 Απριλίου, όπου ενώθηκαν με τα στρατεύματα των SS που είχαν φτάσει από τον Πύργο. Οι μάχες στην Πελοπόννησο αποτελούνταν κυρίως από μικρής έκτασης εμπλοκές με αποκομμένες ομάδες βρετανικών στρατευμάτων οι οποίες δεν κατάφεραν να φτάσουν στα πλοία εγκαίρως. Η γερμανική επίθεση πραγματοποιήθηκε με καθυστέρηση και δεν κατόρθωσε να αποκόψει τον κύριο όγκο των βρετανικών στρατευμάτων στην Κεντρική Ελλάδα, όμως κατάφερε να απομονώσει τις αυστραλιανές 16η και 17η ταξιαρχίες. Μέχρι τις 30 Απριλίου η εκκένωση των περίπου 50.000  στρατιωτών είχε ολοκληρωθεί, όμως δέχθηκε βαριά πλήγματα από τη γερμανική Λουφτβάφε, η οποία βύθισε τουλάχιστον 26 πλοία φορτωμένα με στρατιώτες. Οι Γερμανοί αιχμαλώτισαν στην Καλαμάτα περίπου 7-8.000 στρατιώτες από την Κοινοπολιτεία και τη Γιουγκοσλαβία, οι οποίοι δεν πρόλαβαν να διαφύγουν, ενώ ελευθέρωσαν πολλούς Ιταλούς αιχμαλώτους από στρατόπεδα αιχμαλώτων πολέμου.

Με την φυγή των τελευταίων Βρετανών από την ηπειρωτική Ελλάδα έληξε ουσιαστικά και η Επιχείρηση Μαρίτα. Οι συνολικές απώλειες των Γερμανών έφτασαν τους 5.000 άνδρες περίπου, ενώ, σύμφωνα με γερμανικές πηγές, κυρίευσαν 54 βαριά και 444 ελαφρά πυροβόλα, 431 όλμους και πυροβόλα συνοδείας πεζικού, 49 αντιαρματικά πυροβόλα, 151.050 τυφέκια, 134 τεθωρακισμένα οχήματα, 2.710 αυτοκίνητα και περίπου 600 άλλα τροχοφόρα καθώς και μεγάλες ποσότητες εφοδίων.

Κατάληψη των ελληνικών νησιών
Η ηγεσία της 12ης Στρατιάς αποφάσισε, ταυτόχρονα με την προώθηση προς την κεντρική Ελλάδα, την κατάληψη των κυριοτέρων ελληνικών νησιών, εκτός από την Κρήτη. Την αποστολή αυτή, παράλληλα με την ασφάλιση των παραλιών του Αιγαίου, ανέλαβε η 164η Μεραρχία Πεζικού καταλαμβάνοντας τη Θάσο στις 15 Απριλίου και τη Σαμοθράκη στις 19 Απριλίου. Στη Λήμνο, ύστερα από ένα αεροπορικό βομβαρδισμό, αποβιβάστηκε ένα γερμανικό τμήμα επιπέδου συντάγματος, το οποίο κατέλαβε το νησί στις 25 Απριλίου. Συνεχή αεροπορικό βομβαρδισμό, από 10 έως 24 Απριλίου, δέχτηκε η Εύβοια, η οποία καταλήφθηκε στις 25 Απριλίου. Με συμμετοχή Ιταλών κυριεύθηκαν οι Κυκλάδες το πρώτο δεκαπενθήμερο του Μαΐου. Στις 4 Μαΐου κυριεύθηκαν η Χίος και η Λέσβος, ενώ στις 8 Μαΐου η Σάμος από ιταλικές δυνάμεις. Ιταλοί επίσης κατέλαβαν την Κέρκυρα στις 28 Απριλίου, την Κεφαλλονιά στις 30 Απριλίου, τη Ζάκυνθο στις 1 Μαίου και την Ιθάκη στις 5 Μαίου.
Πτώση Γερμανών αλεξιπτωτιστών στην Κρήτη από Ju 52. Κάθε Ju 52 μπορούσε να μεταφέρει δώδεκα αλεξιπτωτιστές.


Στην Κρήτη
Η Κρήτη αποτελούσε μια εξαιρετική βάση αεροναυτικών και θαλάσσιων συγκοινωνιών καθώς βρίσκεται στο μέσο της ανατολικής Μεσογείου. Έτσι όποιος την κατείχε μπορούσε και να ελέγξει τις συγκοινωνίες στη συγκεκριμένη περιοχή και γι αυτόν τον λόγο βρέθηκε στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος από την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Για τους Βρετανούς η Κρήτη χρησίμευε ως εφαλτήριο για αποβατικές ενέργειες στα Βαλκάνια όπως και για αεροπορικές επιδρομές εναντίον των ρουμανικών πετρελαιοπηγών. Για τους Γερμανούς η κατοχή της, εκτός του ότι θα ανύψωνε το ηθικό του Άξονα, εξασφάλιζε την ελληνική ενδοχώρα και τους θαλάσσιους δρόμους του Αιγαίου και αποτελούσε ιδανική βάση εξόρμησης για επιθετικές επιχειρήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο. Επιπλέον, οι Γερμανοί θα μπορούσαν να υποστηρίξουν χερσαία επίθεση στην Αίγυπτο και τη διώρυγα του Σουέζ.

Οι Βρετανοί απέστειλαν δυνάμεις στην Κρήτη αμέσως μετά την αιφνιδιαστική ιταλική επίθεση κατά της Ελλάδας τον Οκτώβριο του 1940, ενώ κατά τη διάρκεια της γερμανικής εισβολής η νήσος χρησιμοποιήθηκε αρχικά ως κύρια βάση ανεφοδιασμού των βρετανικών δυνάμεων που επιχειρούσαν στα Βαλκάνια και αργότερα ως βάση υποδοχής των περισσότερων στρατευμάτων που έφυγαν από την ηπειρωτική Ελλάδα. Μέχρι την 30η Απριλίου, όταν και ανέλαβε τη διοίκηση των Ελληνικών και Κοινοπολιτειακών δυνάμεων ο υποστράτηγος Φρέιμπεργκ, υπήρχαν στην Κρήτη περίπου 25.000 άνδρες οι περισσότεροι άοπλοι, χωρίς ατομικά είδη, βαρύ οπλισμό και οχήματα. Το ελάχιστο στρατιωτικό υλικό που έφτασε ως την έναρξη της γερμανικής επίθεσης δεν βελτίωσε τη θέση των αμυνομένων. Έτσι ο συνολικός αριθμός που υπερασπίστηκε την Κρήτη ήταν για τις δυνάμεις της Κοινοπολιτείας 1.512 αξιωματικοί και 29.977 οπλίτες και για τους Έλληνες 474 αξιωματικοί και 10.977 οπλίτες. Επίσης υπήρχαν 151 πυροβόλα και 25 άρματα μάχης. Λόγω της ανεπάρκειας των διαθέσιμων δυνάμεων και με βάση τη σπουδαιότητα και την ευπάθεια των στρατηγικών σημείων του νησιού, ο Φρέυμπερκ κατένειμε τις διαθέσιμες δυνάμεις στους Τομείς Μάλεμε- Αγυιάς, Χανίων-Σούδας, Ρεθύμνου-Γεωργιουπόλεως και Ηρακλείου, με αποστολή να απαγορεύσουν στους Γερμανούς τη χρησιμοποίηση των αεροδρομίων και των λιμανιών της Κρήτης.

Στις 25 Απριλίου ο Χίτλερ υπέγραψε την Οδηγία Νο 28 η οποία έφερε την κωδική ονομασία Επιχείρηση Ερμής και αφορούσε την επιχείρηση κατάληψης της Κρήτης. Το ΧΙ Αεροπορικό Σώμα διέθετε 465 μεταφορικά και 63 ανεμοπλάνα για να μεταφέρουν τους περίπου 15.000 αλεξιπτωτιστές της 7ης Αερομεταφερόμενης Μεραρχίας. Με πλωτά μέσα και αεροπλάνα θα μεταφέρονταν και 8.500 άνδρες της 5ης Ορεινής Μεραρχίας. Για την αεροπορική κάλυψη της επιχείρησης διατέθηκε το VIII Αεροπορικό Σώμα που είχε στη διάθεσή του 550 αεροσκάφη (βομβαρδιστικά, καταδιωκτικά καθέτου εφορμήσεως κ.α). Το σχέδιο επιχειρήσεων των Γερμανών προέβλεπε την απόκτηση αεροπορικής υπεροχής και διατήρησή της. Αμέσως μετά πτώση των αλεξιπτωτιστών με στόχο την κατάληψη των αεροδρομίων της Κρήτης και κυρίως του Μάλεμε όπως και των λιμανιών Χανίων, Ρεθύμνου και Ηρακλείου. Αφού καταλαμβάνονταν τα αεροδρόμια, μεταφορά μονάδων της ορεινής μεραρχίας για την ολοκληρωτική κατάληψη της νήσου. Παράλληλα ενισχύσεις θα μεταφέρονταν και από τη θάλασσα. Οι γερμανικές δυνάμεις θα ενεργούσαν σε τρεις ομάδες επίθεσης: την ομάδα Κομήτης με στόχο το αεροδρόμιο του Μάλεμε, την ομάδα Άρης με στόχο την κατάληψη των Χανίων, της Σούδας και του Ρεθύμνου, και την ομάδα Ωρίων με στόχο το Ηράκλειο.

Νωρίς τα ξημερώματα της 20ής Μαΐου, άρχισε η γερμανική επίθεση κατά της Κρήτης με σφοδρό βομβαρδισμό και πολυβολισμό από αεροσκάφη της Λουφτβάφε. Αμέσως μετά μεταφορικά αεροσκάφη Junkers Ju 52 και ανεμοπλάνα κατέκλυσαν την περιοχή Χανίων-Μάλεμε και άρχισαν να πραγματοποιούν κατά κύματα ρίψεις αλεξιπτωτιστών, καθώς και προσγείωση των ανεμοπλάνων. Ταυτόχρονα ξεκίνησε και η άμυνα των ελληνοβρετανικών τμημάτων, προσβάλλοντας τα Ju 52 με αντιαεροπορικά πυροβόλα, ενώ οι μονάδες πεζικού στόχευαν τους αλεξιπτωτιστές στον αέρα και στο έδαφος. Οι Γερμανοί, παρά τις μεγάλες απώλειες πού υπέστησαν, κατόρθωσαν να δημιουργήσουν μικρό προγεφύρωμα στον ποταμό Ταυρωνίτη θέτοντας υπό τα πυρά τους το αεροδρόμιο Μάλεμε και το ύψωμα 107, από το οποίο ελέγχονταν η ευρύτερη περιοχή του αεροδρομίου. Υπό αυτές τις συνθήκες, οι Νεοζηλανδικές δυνάμεις, που είχαν επωμιστεί τη φύλαξή του, εγκατέλειψαν το ύψωμα 107, γεγονός που επηρέασε καθοριστικά τη Μάχη της Κρήτης καθώς πλέον οι Γερμανοί μπορούσαν να μεταφέρουν ενισχύσεις μέσω του αεροδρομίου. Τις απογευματινές ώρες της ίδιας ημέρας εκδηλώθηκε η γερμανική επίθεση και στις περιοχές Ρεθύμνου και Ηρακλείου, όπου οι αλεξιπτωτιστές υπέστησαν τρομακτικές απώλειες και δεν μπόρεσαν να σημειώσουν καμία επιτυχία.

Το πρωί της επόμενης μέρας, λίγα γερμανικά αεροπλάνα κατάφεραν να προσγειωθούν κοντά στο Μάλεμε για να μεταφέρουν όπλα και πυρομαχικά, καθώς τα πυρά των αμυνομένων απαγόρευαν κάθε προσγείωση στο κοντινό αεροδρόμιο. Δύναμη αλεξιπτωτιστών κατάφερε να εκκαθαρίσει την περιοχή και από το απόγευμα άρχισαν να προσγειώνονται μονάδες της 5ης Ορεινής Μεραρχίας στο αεροδρόμιο, παρόλο που αυτό ακόμη βαλλόταν από διακοπτόμενα πυρά πυροβόλων και πολυβόλων. Με τις ενισχύσεις και τα εφόδια να μεταφέρονται συνεχώς η μοίρα της Κρήτης είχε πλέον σφραγιστεί Ύστερα από μια αποτυχημένη αντεπίθεση για την ανακατάληψη του αεροδρομίου του Μάλεμε και του υψ. 107, τη νύχτα 23/24 Μαΐου οι ελληνοβρετανικές δυνάμεις συμπτύχθηκαν σε νέα τοποθεσία ανατολικότερα. Παρότι η πρωτοβουλία των επιχειρήσεων περιήλθε στους Γερμανούς ο αγώνας, στον οποίο συμμετείχαν και κάτοικοι του νησιού, συνεχίστηκε με σφοδρότητα μέχρι της 29 Μαΐου.

Με διαταγή του Φρέιμπεργκ ξεκίνησε στις 27 Μαΐου η επιχείρηση εκκένωσης των στρατευμάτων από την Κρήτη, που ολοκληρώθηκε στις 31 Μαΐου. Όσοι Έλληνες και Βρετανοί στρατιώτες έμειναν στο νησί συνθηκολόγησαν με τους Γερμανούς ή κατέφυγαν σε ορεινές περιοχές, με σκοπό να διαφύγουν στη Μέση Ανατολή. Μετά λοιπόν από αγώνα δώδεκα ημερών έληξε η Μάχη της Κρήτης με τους Γερμανούς να συλλαμβάνουν 12.245 άνδρες των Κοινοπολιτειακών δυνάμεων και 5.255 Έλληνες. Ο συνολικός αριθμός απωλειών (νεκρών αγνοούμενων και τραυματιών) για τις Κοινοπολιτειακές δυνάμεις ξεπερνούσαν τους 18.000 άνδρες, ενώ οι Έλληνες που έχασαν τη ζωή ήταν περισσότεροι από 400 άνδρες. Στους 6.580 άνδρες ανήλθε για τους Γερμανούς ο συνολικός αριθμός απωλειών, που ήταν τρομακτικές σε σύγκριση με προηγούμενες επιχειρήσεις τους, γεγονός που έκανε τον Χίτλερ να απαγορεύσει τη διενέργεια παρόμοιων αεραποβατικών επιχειρήσεων.

Η Μάχη της Κρήτης
Μάχη της Κρήτης (Γερμανικά Luftlandeschlacht um Kreta, Unternehmen "Merkur") ονομάζεται η επιχείρηση κατάληψης της Κρήτης από τους Γερμανούς κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, και συγκεκριμένα από το πρωί της 20ής Μαΐου 1941, όταν ξεκίνησε η αεραπόβαση των Γερμανών με συνθηματικό όνομα «Unternehmen Merkur» (Επιχείρηση Ερμής) εναντίον του νησιού, ως την 1η Ιουνίου. Με την επιχείρηση αυτή οι Γερμανοί κατάφεραν να καταλάβουν το νησί από τις αγγλοελληνικές συμμαχικές δυνάμεις, ωστόσο αυτή τους η επιτυχία κόστισε τόσο πολύ ώστε να μην επιχειρήσουν ξανά άλλη αεροπορική έφοδο της ίδιας κλίμακας κατά τη διάρκεια του πόλεμου.

Σήμερα, η μάχη της Κρήτης θεωρείται η πρώτη μεγάλη αεραποβατική επιχείρηση και παραμένει μοναδική στο ότι ο κύριος αντικειμενικός σκοπός κατελήφθη εξ ολοκλήρου από αέρος. Η μάχη θεωρείται επίσης πολύ σημαντική για τους Κρητικούς, λόγω της αναπάντεχης σθεναρής αντίστασης που πρόβαλλαν εναντίον των αριθμητικά ανώτερων Γερμανών και του μεγάλου τιμήματος που είχε η επίθεση, και η επακόλουθη κατοχή, στον πληθυσμό του νησιού.

Πρόλογος
Δείτε επίσης: Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και Ελληνοϊταλικός Πόλεμος
Η Κρήτη βρισκόταν στα σχέδια των Βρετανών από τα πρώτα στάδια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Τον Απρίλιο του 1940 οι Αρχηγοί των Γενικών Επιτελείων εξέτασαν το ενδεχόμενο κατάληψης της νήσου σε περίπτωση εισόδου στον πόλεμο της Ιταλίας, η οποία έως τότε κρατούσε ουδέτερη στάση. Τον Ιούνιο του ίδιου έτους με την διαφαινόμενη κατάρρευση της Γαλλίας, συμμάχου του Ηνωμένου Βασιλείου, και την είσοδο τελικά της Ιταλίας στον πόλεμο, οι Βρετανοί έθεσαν ως στρατηγικούς στόχους στην ανατολική Μεσόγειο να μην πέσει η Κρήτη στα χέρια των Ιταλών και να εξουδετερωθούν οι ιταλικές δυνάμεις στα Δωδεκάνησα. Παράλληλα εξασφάλισαν τη συγκατάθεση της ελληνικής κυβέρνησης να καταλάβουν την Κρήτη και τη Μήλο σε περίπτωση που η Ελλάδα δεχόταν επίθεση από την Ιταλία. Οι Γερμανοί είχαν επίσης επισημάνει αρκετά νωρίς τη σπουδαιότητα της γεωγραφικής θέσης της Κρήτης. Στις 25 Οκτωβρίου 1940 ο αντιστράτηγος Φραντς Χάλντερ, αρχηγός του γενικού επιτελείου του στρατού ξηράς, ανέφερε ότι η κυριαρχία στην ανατολική Μεσόγειο εξαρτιόταν από την κατάληψη της Κρήτης και ότι ο καλύτερος τρόπος για να επιτευχθεί αυτό θα ήταν η εισβολή από αέρος, ενώ ο Άλφρεντ Γιοντλ, αρχηγός του επιτελείου επιχειρήσεων της Ανώτατης Διοίκησης Ενόπλων Δυνάμεων, είχε προτείνει την κατάληψή της από τους Ιταλούς, ώστε να μην πέσει στα χέρια των Βρετανών. Στις 28 Οκτωβρίου 1940, κατά τη διάρκεια της συνάντησής τους στη Φλωρεντία, ο Χίτλερπρόσφερε στον Μουσολίνι μια αερομεταφερόμενη μεραρχία και μια μεραρχία αλεξιπτωτιστών για αυτόν τον σκοπό.

Όταν άρχισε η ένταση με την Ιταλία, αρκετούς μήνες πριν την ιταλική εισβολή, η ελληνική κυβέρνηση εκπόνησε αμυντικά σχέδια και έλαβε μέτρα για την απόκρουση ενδεχόμενης ιταλικής επίθεσης στο νησί. Η άμυνα της Κρήτης ήταν έργο της 5ης Μεραρχίας Πεζικού, της Μεραρχίας Κρητών, δύναμης 22.000 ανδρών. Αποτελούνταν από 3 συντάγματα πεζικού, το 14ο, το 43ο και το 44ο που βρίσκονταν στα Χανιά, το Ρέθυμνο και το Ηράκλειο, καθώς και το 5ο Σύνταγμα Πυροβολικού που ήταν εγκατεστημένο στον όρμο της Σούδας. Με την έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου, η ελληνική κυβέρνηση κάλεσε τους Βρετανούς να αναλάβουν την άμυνα της Κρήτης και μετέφερε την 5η Μεραρχία στο μέτωπο της Ηπείρου, με εξαίρεση κάποιες μονάδες του εφοδιασμού και τη Χωροφυλακή.

Η άμυνα της Κρήτης πέρασε στην ευθύνη του βρετανικού Αρχηγείου της Μέσης Ανατολής, με έδρα το Κάιρο και επικεφαλής τον στρατηγό Άρτσιμπαλντ Ουέηβελ. Ωστόσο η Κρήτη αποτελούσε χαμηλή προτεραιότητα για τους Βρετανούς στρατιωτικούς. Το φθινόπωρο του 1940 ήταν ακόμα ανοικτό το ενδεχόμενο γερμανικής εισβολής στο νησί τους και είχαν να αντιμετωπίσουν τους γερμανικούς αεροπορικούς βομβαρδισμούς και τον υποβρυχιακό πόλεμο στον Ατλαντικό Ωκεανό. Το Αρχηγείο της Μέσης Ανατολής, που πολεμούσε εναντίον των Ιταλών στη Λιβύη και την Ανατολική Αφρική, ήταν επιφορτισμένο με την άμυνα ενός εκτεταμένου μετώπου που περιλάμβανε την Αίγυπτο, το Σουδάν, την Παλαιστίνη, την Υπεριορδανία, την Κύπρο, τη Βρετανική Σομαλιλάνδη, το Άντεν, το Ιράν και την περιοχή του Περσικού Κόλπου. Ο ανεφοδιασμός του γινόταν με νηοπομπές που έκαναν τον περίπλου της Αφρικής και διαρκούσαν 6 εβδομάδες. Ο Ουέηβελ δεν μπορούσε να αναπτύξει νοτιοαφρικανικά στρατεύματα παρά μόνο στο μέτωπο της Ανατολικής Αφρικής, ενώ για τη χρησιμοποίηση νεοζηλανδικών και αυστραλιανών μονάδων χρειαζόταν την έγκριση των κυβερνήσεων των χωρών αυτών. Αντίστοιχα μεγάλες ελλείψεις εξοπλισμού και εφοδιασμού υπήρχαν στην αεροπορία και το ναυτικό. Στις 29 Οκτωβρίου 1940 ο Βρετανός πρωθυπουργός Ουίνστον Τσώρτσιλ, σε σύσκεψη επιτελών στο Λονδίνο, ζήτησε να σταλούν στην Κρήτη 2 ταξιαρχίες, να κατασκευαστούν αεροδρόμια και να μετατραπεί ο όρμος της Σούδας σε βάση ανεφοδιασμού του βρετανικού στόλου της Μεσογείου.

Οι πρώτες δυνάμεις που στάλθηκαν στο νησί ήταν, στις 31 Οκτωβρίου, ένα τάγμα πεζικού στον κόλπο της Σούδας και ακόμη 2.500 άνδρες που αφίχθησαν στις 6 Νοεμβρίου, εξοπλισμένοι με αντιαεροπορικά πυροβόλα. Πρώτος διοικητής των βρετανικών δυνάμεων στην Κρήτη ήταν ο ταξίαρχος Ορντ Τίντμπουρι.

Γένεση και προετοιμασία της επιχείρησης Ερμής
Οι Γερμανοί, αφού πραγματοποίησαν σε σύντομο χρονικό διάστημα, 6-30 Απριλίου 1941 το κύριο μέρος της αποστολής τους, δηλαδή την κατάκτηση της ηπειρωτικής Ελλάδας, άρχισαν αμέσως και προπαρασκευάζονται για την κατάκτηση της Κρήτης. Η εισβολή των Γερμανών έπρεπε να πραγματοποιηθεί σύντομα και κατά τρόπο κεραυνοβόλο, για να συνεχίσουν τα κατακτητικά τους σχέδια προς Ρωσία, Μάλτα και Κύπρο. Την πρόταση για εισβολή από αέρος στην Κρήτη έκανε, στον αρχηγό της γερμανικής πολεμικής αεροπορίας, Χέρμαν Γκαίρινγκ, ο πτέραρχος Κουρτ Στούντεντ, δημιουργός της μεραρχίας αλεξιπτωτιστών και διοικητής του 11ου Αεροπορικού Σώματος. Οι δυό τους επισκέφτηκαν τον Χίτλερ στις 21 Απριλίου 1941, ο οποίος εξέφρασε επιφυλάξεις προβλέποντας μεγάλες απώλειες και προτείνοντας τη χρησιμοποίηση των αλεξιπτωτιστών για την κατάκτηση της Μάλτας. Ωστόσο έδωσε την έγκρισή του για την επιχείρηση, που ονομάστηκε Ερμής, εκδίδοντας την υπ' αριθμό 28 Διαταγή γενικών Επιχειρήσεων, στις 25 Απριλίου 1941. Η διοίκησή της ανατέθηκε στον Γκαίρινγκ, ο σχεδιασμός και η διεξαγωγή της στον πτέραρχο Αλεξάντερ Λερ, διοικητή του 4ου Αεροπορικού Στόλου. Ο 4ος Αεροπορικός Στόλος περιλάμβανε το 11ο και το 8ο Αεροπορικό Σώμα. Το 11ο Αεροπορικό Σώμα αποτελούνταν από τις μονάδες που θα πολεμούσαν στο έδαφος, την 7η Μεραρχία Αλεξιπτωτιστών και την 22η Αερομεταφερόμενη Μεραρχία. Το 8ο Αεροπορικό Σώμα περιλάμβανε 550 βομβαρδιστικά και καταδιωκτικά αεροσκάφη. Επίσης, είχε στη διάθεσή του δέκα σμηναρχίες μεταγωγικών αεροσκαφών από τις οποίες οι εννέα θα μετέφεραν τους αλεξιπτωτιστές και μία θα ρυμουλκούσε ανεμοπλάνα των μονάδων εφόδου. Η επιχείρηση Ερμής ήταν η πρώτη αποστολή που επρόκειτο να φέρει σε πέρας μόνη της η πολεμική αεροπορία.

Κατά τον σχεδιασμό της επιχείρησης είχαν εκπονηθεί δυο σενάρια. Το πρώτο, το οποίο υποστηριζόταν από τον Λερ, προέβλεπε την απόβαση μόνο στο δυτικό μέρος του νησιού, από το αεροδρόμιο του Μάλεμε έως τα Χανιά, ενώ στη συνέχεια θα γινόταν προώθηση προς τα ανατολικά. Το σενάριο αυτό εξασφάλιζε τη συγκέντρωση δυνάμεων σε ένα μόνο σημείο και κατά συνέπεια γερμανική κυριαρχία τόσο στο έδαφος όσο και στον αέρα. Τα μειονεκτήματά του ήταν ότι παρατεινόταν η διάρκεια της επιχείρησης, τα στρατεύματα θα έπρεπε να ανεφοδιάζονται από αέρος, άφηνε τα άλλα δυο αεροδρόμια της Κρήτης στη διάθεση των αντιπάλων, ενώ ήταν αμφίβολη η δυνατότητα του διαδρόμου προσγείωσης στο Μάλεμε να εξυπηρετήσει τόσο μεγάλη κίνηση. Το δεύτερο σενάριο, το οποίο υποστηριζόταν από τον Στούντεντ, προέβλεπε την ταυτόχρονη επίθεση σε επτά σημεία, με σκοπό να πέσουν αμέσως στα χέρια των αλεξιπτωτιστών οι μεγάλες πόλεις και τα αεροδρόμια. Αυτό όμως θα είχε ως συνέπεια τη διάσπαση την λιγοστών γερμανικών δυνάμεων και θα καθιστούσε ευχερή την εξόντωσή τους. Ο Στούντεντ επιθυμούσε επίσης να μην υπάρξουν προπαρασκευστικοί βομβαρδισμοί ώστε να αιφνιδιαστούν οι αμυνόμενοι. Στο παράτολμο αυτό σχέδιο ήταν αντίθετος ο διοικητής του 8ου Αεροπορικού Σώματος, Βόλφραμ φον Ρίχτχοφεν, καθώς το Σώμα του δεν θα μπορούσε να υποστηρίξει επαρκώς τις επίγειες δυνάμεις. Ο ίδιος επιθυμούσε να προηγηθεί της απόβασης τετραήμερος αεροπορικός βομβαρδισμός με σκοπό την καταστροφή των εχθρικών αεροσκαφών, πλοίων, αντιαεροπορικών πυροβόλων και του επικοινωνιακού δικτύου.

Τελικά αποφασίστηκε η πραγματοποίηση επίθεσης σε τέσσερα σημεία, στο Μάλεμε, τα Χανιά, το Ρέθυμνο και το Ηράκλειο. Η επίθεση θα γινόταν σε δύο κύματα, καθώς δεν επαρκούσαν τα μεταγωγικά αεροσκάφη για ταυτόχρονη επίθεση. Το πρώτο κύμα θα εξαπολυόταν στις 07:15 το πρωί και αποτελούνταν από δύο ομάδες. Η ομάδα Κομήτης θα έπρεπε να καταλάβει τον διάδρομο προσγείωσης του Μάλεμε και να τον διατηρήσει ανοικτό ώστε να είναι δυνατή η προσγείωση γερμανικών αεροσκαφών. Το πρώτο κλιμάκιο της ομάδας Άρης θα καταλάμβανε την πόλη των Χανίων και το λιμάνι της Σούδας. Το δεύτερο κύμα θα εξαπολυόταν στις 15:15 το απόγευμα, αποτελούμενο επίσης από δύο ομάδες. Το δεύτερο κλιμάκιο της ομάδας Άρης θα καταλάμβανε το Ρέθυμνο και τον διάδρομο προσγείωσης της περιοχής. Τέλος η ομάδα Ωρίων θα καταλάμβανε την πόλη και το αεροδρόμιο του Ηρακλείου. Την κατάληψη του τελευταίου θα ακολουθούσε προσγείωση αερομεταφερόμενων μονάδων οι οποίες μαζί με τους αλεξιπτωτιστές θα κινούνταν προς τα Χανιά και θα κύκλωναν το σύνολο των αμυνόμενων. Το 8ο Αεροπορικό Σώμα θα παρείχε, τελικά, αεροπορική υποστήριξη στην επιχείρηση. Την δεύτερη μέρα της επιχείρησης, δύο στολίσκοι αποτελούμενοι από επιταγμένα πλοία, εξήντα τρία μηχανοκίνητα καΐκια και επτά μικρά φορτηγά, θα απέπλεαν από τα Μέγαρα και τη Χαλκίδα μεταφέροντας ενισχύσεις, εφόδια και υποζύγια. Ο πρώτος στολίσκος θα είχε προορισμό τον κόλπο της Σούδας ή τα Χανιά και ο δεύτερος το Ηράκλειο. Μετά την κατάληψη του Ηρακλείου, θα αναχωρούσε από τον Πειραιά ένας τρίτος στολίσκος από μεγαλύτερα ακτοπλοϊκά σκάφη που θα μετέφερε ελαφρά τεθωρακισμένα και μηχανοκίνητα μέσα μεταφοράς. Για την προστασία των στολίσκων, το ιταλικό πολεμικό ναυτικό διέθεσε δύο παλαιές τορπιλακάτους. Το σχέδιο μεταφοράς από τη θάλασσα είχε προστεθεί, ως ασφαλιστική δικλίδα, κατόπιν επιμονής του Χίτλερ.

Η προετοιμασία της επιχείρησης Ερμής συνάντησε πολλές οργανωτικές δυσκολίες που οφείλονταν στο φτωχό οδικό και σιδηροδρομικό δίκτυο των Βαλκανίων καθώς και στον ελάχιστο διαθέσιμο χρόνο προετοιμασίας, λόγω της επερχόμενης γερμανικής εισβολής στη Σοβιετική Ένωση. Ο 4ος Αεροπορικός Στόλος είχε ήδη μεταφέρει προς ανατολάς μεγάλο τμήμα του προσωπικού εδάφους, των πυρομαχικών και των αεροσκαφών του. Η 22η Αερομεταφερόμενη Μεραρχία, η οποία βρισκόταν στη Ρουμανία, ήταν αδύνατον να μεταφερθεί εγκαίρως στην Ελλάδα. Αντικαταστάθηκε από την 5η Ορεινή Μεραρχία η οποία είχε πάρει μέρος στην κατάληψη της Ελλάδας και στρατοπέδευε στη Χαλκίδα. Εξαιτίας των σοβαρών απωλειών της στις μάχες στη στενωπό του Ρούπελ, η 5η Ορεινή Μεραρχία ενισχύθηκε με ένα τμήμα ορεινού συντάγματος από άλλη μεραρχία. Για τον εφοδιασμό με καύσιμα των μεταγωγικών αεροσκαφών έπρεπε να μεταφερθούν από την Ιταλία, με δύο ατμόπλοια, 12.000 τόνοι καυσίμων. Καθώς, για λόγους ασφαλείας, έπρεπε να διέλθουν από τη διώρυγα της Κορίνθου, κλήθηκαν βατραχάνθρωποι του πολεμικού ναυτικού από το Κίελο, για την καθαρίσουν. Η καθυστέρηση αυτή οδήγησε στη μετάθεση της έναρξης της επιχείρησης Ερμής από τις 17 στις 20 Μαΐου. Για την εξυπηρέτηση ενός τόσο μεγάλου αριθμού αεροσκαφών, οι Γερμανοί, μέσα σε λίγες εβδομάδες είχαν καθαρίσει, επεκτείνει και κατασκευάσει εκ νέου διαδρόμους απογείωσης, χρησιμοποιώντας ανηλεώς καταναγκαστική εργασία πολιτών.

Ο ιταλικός στρατός αρχικά απωθήθηκε από τους Έλληνες, στην συνέχεια όμως η γερμανική επέμβαση ανέτρεψε τα δεδομένα. Μετά την επιτυχή γερμανική εισβολή, το Βρετανικό Βασιλικό Ναυτικό, με τη συνδρομή οποιουδήποτε πλωτού μέσου ήταν διαθέσιμο στα ελληνικά λιμάνια εκείνη τη στιγμή, απομάκρυνε 57.000 συμμάχους στρατιώτες από την ηπειρωτική Ελλάδα. Από αυτούς, αρκετοί κατέληξαν στην Κρήτη, όπου ενίσχυσαν την υπάρχουσα στρατιωτική δύναμη των 14.000 ανδρών.

Στην πραγματικότητα, στην αρχή της μάχης οι Σύμμαχοι είχαν το πλεονέκτημα της αριθμητικής ανωτερότητας και της ναυτικής υπεροχής. Οι Γερμανοί είχαν αεροπορική υπεροχή και μεγαλύτερη κινητικότητα, κάτι που τους επέτρεπε να συγκεντρώνουν τις δυνάμεις τους πιο αποτελεσματικά.

Συμμαχικές Δυνάμεις
Τον Μάιο του 1941 η άμυνα αποτελείτο από περίπου 11.551 Έλληνες: τρία τάγματα της V Μεραρχίας του Ελληνικού Στρατού, (τα οποία είχαν μείνει πίσω όταν η υπόλοιπη μονάδα είχε μεταφερθεί στην ηπειρωτική Ελλάδα για να αντιμετωπίσει την ιταλική εισβολή), την Κρητική Χωροφυλακή με 2.500 άνδρες, τη Φρουρά Ηρακλείου (τάγμα άμυνας που αποτελούνταν κυρίως από προσωπικό για μεταφορές και διοικητική μέριμνα) και υπολείμματα της 12ης και 20ης μεραρχιών ελληνικού στρατού ( που είχαν καταφύγει στην Κρήτη και είχαν οργανωθεί υπό βρετανική διοίκηση).

Υπήρχαν, ακόμη, μαθητές της Σχολής Οπλιτών Χωροφυλακής, οι μαθητές της Σχολής Ευελπίδων, τμήμα Οπλιτών της Αεροπορίας και οκτώ τάγματα νεοσυλλέκτων που είχαν καταφύγει στο νησί, μέσω Πελοποννήσου Αυτές οι δυνάμεις ήταν ήδη οργανωμένες σε ισάριθμα συντάγματα εκπαιδευομένων νεοσυλλέκτων και αποφασίστηκε να χρησιμοποιηθεί η υπάρχουσα διαμόρφωση για την οργάνωση των ελληνικών μονάδων, ενισχύοντάς τες με έμπειρους άνδρες που έφθαναν από την ηπειρωτική χώρα.

Τα στρατεύματα της Βρετανικής Κοινοπολιτείας αποτελούνταν από την αρχική βρετανική φρουρά και 25.000 ακόμα στρατιώτες που είχαν διαφύγει από την ηπειρωτική χώρα. Αυτοί ήταν ένα μίγμα από ακέραιες μονάδες κάτω από την κανονική τους διοίκηση και μονάδες συγκροτημένες επί τόπου από στρατιώτες κάθε όπλου, εθνικότητας και ειδικότητας. Οι περισσότεροι από αυτούς διέφυγαν από την ηπειρωτική Ελλάδα με τον ατομικό τους μόνον εξοπλισμό, μερικοί χωρίς καν αυτόν.

Οι μονάδες που υπεράσπιζαν το νησί ήταν η 2η Νεοζηλανδική Μεραρχία (εκτός από την 6η ταξιαρχία και την διοίκηση του τμήματος, που είχε σταλεί στην Αίγυπτο), η αυστραλιανή 19η ταξιαρχία και η βρετανική 14η ταξιαρχία πεζικού. Στη Νεοζηλανδική Μεραρχία, δίπλα στα εννέα της τάγματα, εντάχθηκαν τά 1ο, 2ο,  6ο και 8ο Ελληνικά Συντάγματα και το Έμπεδο Χανίων, στη 19η Αυστραλιανή Ταξιαρχία με τα δύο της τάγματα εντάχθηκαν τα 4ο, 5ο Συντάγματα του Ελληνικού Στρατού, τό Έμπεδο Ρεθύμνου και τό Τάγμα Οπλιτών της Σχολής Χωροφυλακής.Τέλος στα 3 Βρετανικά, ένα Αυστραλιανό καί ένα Σκωτσέζικο τάγματα της 14ης Βρετανικής Ταξιαρχίας εντάχθηκαν τα 3ο και 7ο Συντάγματα του Ελληνικού Στρατού και το Έμπεδο Ηρακλείου.

Οι συμμαχικές δυνάμεις είχαν στη διάθεσή τους 16 άρματα μάχης τύπου Cruiser Mk I. Υπήρχαν ακόμα περίπου 20 μοίρες με πυροβόλα διαφόρων διαμετρημάτων, κυρίως βαρέα, πεδινά και αντιαεροπορικά. Πολλά από τά πεδινά ήταν ιταλικά που είχαν περιέλθει σε ελληνικά χέρια και δεν διέθεταν στόχαστρα βομβαρδισμού. Γενικά, οι αμυνόμενοι μειονεκτούσαν σοβαρά σε θέματα εξοπλισμού, αφού ο οπλισμός, τα πυρομαχικά και τα άλλα εφόδια βρίσκονταν πολύ κάτω από τις απαραίτητες ποσότητες, ενώ δεν υπήρχε καθόλου συμμαχική αεροπορία.

Στις 30 Απριλίου, ο Νεοζηλανδός στρατηγός Μπέρναρντ Φράιμπεργκ διορίστηκε διοικητής των συμμαχικών δυνάμεων στην Κρήτη.

Η κατοχή του νησιού παρείχε στο βρετανικό Βασιλικό Ναυτικό άριστα λιμάνια για την ανατολική Μεσόγειο. Με βάση τη Σούδα δρούσαν δύο στόλοι: Ένας με δύο καταδρομικά και 4 αντιτορπιλλικά για να απαγορεύσει αποβάσεις στην Κρήτη από τη θάλασσα και ένας με δύο θωρηκτά και οκτώ καταδρομικά με αποστολή την προστασία του νησιού από τον Ιταλικό Στόλο. Από την Κρήτη, η συμμαχική αεροπορία μπορούσε να βομβαρδίσει τις πετρελαιοπηγές του Πλοϊέστι στη Ρουμανία. Επιπλέον, με την Κρήτη σε συμμαχικά χέρια, η νότιο-ανατολική θέση των δυνάμεων του Άξονα δεν θα ήταν ποτέ ασφαλής, κάτι που θα ήταν ζωτικής σημασίας πριν ξεκινήσει η επιχείρηση Μπαρμπαρόσσα, δηλαδή η εισβολή στη Σοβιετική Ένωση στις 22 Ιουνίου 1941. Οι Γερμανοί πραγματοποίησαν επιχειρήσεις με συνεχείς βομβαρδισμούς του νησιού, κάτι που τελικά ανάγκασε τη βρετανική Βασιλική Αεροπορία να μεταφέρει τα αεροσκάφη της στην Αλεξάνδρεια, δίνοντας έτσι στη Γερμανική Αεροπορία (Luftwaffe) την αεροπορική υπεροχή. Παρόλα αυτά το νησί παρέμενε απειλή και θα έπρεπε τελικά να κατακτηθεί.
Στις 25 Απριλίου, ο Αδόλφος Χίτλερ υπέγραψε την Διαταγή του υπ' αριθμ. 28, διατάζοντας έτσι την εισβολή στην Κρήτη. Οι δυνάμεις του βρετανικού Βασιλικού Ναυτικού από την Αλεξάνδρεια διατηρούσαν τον έλεγχο του υδάτινου χώρου γύρω από την Κρήτη. Έτσι η έκβαση κάθε αμφίβιας επίθεσης θα αποφασιζόταν από μία μάχης αεροναυτικής φύσης, κάνοντας τη ένα ριψοκίνδυνο τόλμημα, στην καλύτερη περίπτωση. Έτσι, λόγω της γερμανικής υπεροχής από αέρος, αποφασίστηκε εισβολή από αέρος.

Αυτή θα ήταν η πρώτη πραγματική μεγάλης κλίμακας αεροπορική εισβολή, παρόλο που οι Γερμανοί είχαν χρησιμοποιήσει αλεξιπτωτιστές και ανεμοπλάνα σε επιθέσεις (αλλά σε πολύ μικρότερη κλίμακα) στην εισβολή στη Γαλλία και στις Κάτω Χώρες, στη Νορβηγία αλλά και στην ηπειρωτική Ελλάδα. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, Γερμανοί αλεξιπτωτιστές είχαν σταλεί να καταλάβουν την γέφυρα της διώρυγας της Κορίνθου που οι Βρετανοί Βασιλικοί Μηχανικοί (σκαπανείς) ετοιμάζονταν να ανατινάξουν. Γερμανοί μηχανικοί προσγειώθηκαν με ανεμοπλάνα κοντά στη γέφυρα, ενώ πεζικό αλεξιπτωτιστών ασκούσε πίεση στις περιμετρικές δυνάμεις άμυνας. Η γέφυρα υπέστη ζημιές κατά τη διάρκεια της σύρραξης, κάτι που καθυστέρησε την γερμανική προέλαση και έδωσε στους Συμμάχους χρόνο να μεταφέρουν 18.000 στρατιώτες στην Κρήτη και 23.000 ακόμα στην Αίγυπτο, με κόστος όμως την απώλεια ενός μεγάλου τμήματος του βαρέος οπλισμού.

Υπήρχε η πρόθεση να χρησιμοποιηθούν Fallschirmjäger (Γερμανοί αλεξιπτωτιστές της Γερμανικής Αεροπορίας) για να καταληφθούν θέσεις-κλειδιά του νησιού, συμπεριλαμβανομένων και αεροδρομίων τα οποία μετέπειτα θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για μεταφορά προμηθειών και πολεμοφοδίων από αέρος. Για την πραγματοποίηση της επίθεσης, το 11ο Αερομεταφερόμενο Σώμα (XI Fliegerkorps) θα έπρεπε να διαθέσει την 7η Αερομεταφερόμενη Μεραρχία, η οποία και θα έριχνε τους άνδρες της με αλεξίπτωτα και ανεμοπλάνα, ακολουθούμενη από την 22η Μεραρχία Αεραπόβασης, όταν τα αεροδρόμια θα ήταν ασφαλή. Η επίθεση ήταν αρχικά προγραμματισμένη για τις 16 Μαΐου, αναβλήθηκε, όμως, για τις 20 και η 5η Ορεινή Μεραρχία αντικατέστησε την 22η Μεραρχία.

Στρατηγικό σχέδιο, τακτικές, πληροφορίες, όπλα και εξοπλισμός
Κατασκοπεία και Πληροφορίες
Οι βρετανικές πληροφορίες και οι υποκλοπές Ultra
Μέχρι τότε, οι διοικητές των Συμμάχων ήταν ήδη ενήμεροι για την επικείμενη εισβολή, μέσω των υποκλοπών Ultra. Ο στρατηγός Φρέυμπεργκ είχε ενημερωθεί για το σχέδιο μάχης των Γερμανών και είχε ξεκινήσει να ετοιμάζει την άμυνα κοντά στα αεροδρόμια και στις βόρειες ακτές. Παρ' όλα αυτά καθυστέρησε σημαντικά λόγω έλλειψης σύγχρονου εξοπλισμού, και συνειδητοποίησε ότι ακόμα και οι ελαφρά οπλισμένοι αλεξιπτωτιστές είχαν ίση ή μεγαλύτερη δύναμη πυρός από τα δικά του στρατεύματα. Αν και οι πληροφορίες που είχε ο Φρέυμπεργκ από τις υποκλοπές της Ultra ήταν πολύ λεπτομερείς, η μετάφραση από τα γερμανικά είχε γίνει από γλωσσολόγους και όχι ειδικούς στην τακτική. Το αποτέλεσμα ήταν παραπλανητικές πληροφορίες που είχαν βγει από τα συμφραζόμενα. Για παράδειγμα, τα γερμανικά μηνύματα ανέφεραν ναυτικές επιχειρήσεις, κάτι που επηρέασε σημαντικά την τοποθέτηση των στρατευμάτων του Φρέυμπεργκ καθώς περίμενε αμφίβια απόβαση ενώ ο πραγματικός στόχος των Γερμανών ήταν το αεροδρόμιο του Μάλεμε.

Γερμανική κατασκοπεία
Ο ναύαρχος Βίλχελμ Κανάρις, αρχηγός της γερμανικής Άμπβερ (υπηρεσίας πληροφοριών), αρχικά ανέφερε ότι υπήρχαν μόνο 5.000 Βρετανοί στρατιώτες στην Κρήτη και καθόλου ελληνικές δυνάμεις. Η Άμπβερ επιπλέον είχε προβλέψει ότι ο κρητικός πληθυσμός θα υποδεχόταν τους Γερμανούς ως απελευθερωτές, λόγω των ισχυρών τους δημοκρατικών και αντιμοναρχικών πεποιθήσεων τους, και ότι θα ήθελαν να συμμετάσχουν στην «ευνοϊκή» συμφωνία που απολάμβανε η ηπειρωτική Ελλάδα. Παρ' όλο που ο πρωθυπουργός της Ελλάδας, Ελευθέριος Βενιζέλος, ήταν Κρητικός και έχαιρε μεγάλης υποστήριξης από το νησί, οι Γερμανοί υποτίμησαν σοβαρά το βάθος του πατριωτισμού των Κρητικών. Στην πραγματικότητα, ο βασιλιάς Γεώργιος Β' (χαρακτηρισμένος ως ο υπ' αριθμόν 2 εχθρός του Άξονα) και η ακολουθία του είχαν εγκαταλείψει την Ελλάδα μέσω της Κρήτης με τη βοήθεια Ελλήνων και Κοινοπολιτειακών στρατιωτών, Κρητών πολιτών, ακόμα και μίας ομάδας φυλακισμένων που είχαν απελευθερωθεί λόγω της προέλασης των Γερμανών.

Η υπηρεσία πληροφοριών της γερμανικής 12ης Στρατιάς περιέγραφε την κατάσταση ως λιγότερο αισιόδοξη, αλλά πίστευε ότι υπήρχαν πολύ λιγότεροι Βρετανοί και Κοινοπολιτειακοί στρατιώτες απ' ό,τι υπήρχαν στην πραγματικότητα, και ακόμα υποτίμησε τον αριθμό των Ελλήνων στρατιωτών που είχαν εγκαταλείψει την ηπειρωτική χώρα. Ο στρατηγός Αλεξάντερ Λερ (Alexander Löhr) ήταν πεπεισμένος ότι θα μπορούσε να κατακτήσει το νησί με δύο μεραρχίες, αλλά αποφάσισε να κρατήσει την 6η Ορεινή Μεραρχία στην Αθήνα ως εφεδρεία. Τα γεγονότα που ακολούθησαν θα επαλήθευαν ότι αυτή ήταν μία σοφή απόφαση.

Φορητά όπλα
Γερμανικά
Το τουφέκι kar 98k, το υποπολυβόλο Mp40 και το πιστόλι Luger Parabellum 09.

Ελληνικά
Το άγνωστο για πολλούς ΕΠΚ της ΠΥΡΚΑΛ, τουφέκια μάουζερ και μάνλιχερ.

Βρετανικά και Κοινοπολιτείας
Το τυφέκιο του βρετανικού στρατού, το οποίο χρησιμοποιήθηκε από αρκετές συμμαχικές δυνάμεις, ήταν το Short Magazine, Lee-Enfield. Το υποπολυβόλο του βρετανικού στρατού ήταν το STEN των 9mm. Ένα άλλο ελαφρύ όπλο υποστήριξης ήταν το οπλοπολυβόλο Bren, με τον χαρακτηριστικά ανεστραμμένο γεμιστήρα, που είτε τροφοδοτούνταν με 28 φυσιγγια των .303 ιντσών (7.67mm), είτε με 28 των .202 ιντσών. Βαρύ πολυβόλο ήταν το Vickers k. Χρησιμοποιήθηκε επίσης σε μεγάλη κλίμακα και το αμερικανικό οπλοπολυβόλο Thomson.

Στρατηγικό σχέδιο και τακτικές
Την πρώτη ημέρα προβλέπονταν η κατάληψη των αεροδρομίων και λιμένων Χανίων, Ρεθύμνου και Ηρακλείου, την δεύτερη της Σούδας, όπως και μεταφορά της 5ης Ορεινής Μεραρχίας στο Μάλεμε γιά ενίσχυση των αλεξιπτωτιστών. Οι ομάδες επιθέσεως ήταν τρείς:

Δυτική Ομάδα «Κομήτης», Σύνταγμα Εφόδου Αλεξιπτωτιστών.

Κεντρική Ομάδα «Άρης», 2ο και 3ο Σύνταγμα της 7ης Μεραρχίας Αλεξπτωτιστών.

Ανατολική Ομάδα «Ωρίων»,1ο Σύνταγμα της 7ης Μεραρχίας Αλεξιπτωτιστών.

Η επίθεση
1η ημέρα
Το πρωί της 20ής Μαίου, μετά από σφοδρό βομβαρδισμό και πολυβολισμό από αεροσκάφη της Λουφτβάφφε, άρχισε η κατά κύματα ρίψη των αλεξιπτωτιστών και η προσγείωση ανεμοπλάνων στην δυτική Κρήτη. Οι ελληνοβρετανικές δυνάμεις αμέσως άρχισαν την εκτόξευση αντιαεροπορικών πυρών, ενώ οι μονάδες πεζικού προσέβαλαν με δραστικά πυρά τους αλεξιπτωτιστές στον αέρα και στο έδαφος. Στο Μάλεμε η ομάδα Κομήτης, υπό τον Υποστράτηγο Μάιντλ, κατέλαβε την γέφυρα του ποταμού Ταυρωνίτη και το στρατόπεδο της ΡΑΦ, αλλά δεν μπόρεσε να καταλάβει το αεροδρόμιο. Μέχρι τις απογευματινές ώρες η μάχη για το ύψωμα 107, που δέσποζε του αεροδρομίου, ήταν σκληρή, με τους Νεοζηλανδούς να προτάσσουν σθεναρή άμυνα. Η φθορά που είχαν υποστεί οι δυνάμεις των αμυνομένων στο ύψ. 107 έκανε τον διοικητή τους να αμφιβάλει για το πόσο μπορούσε να αντέξει νέα γερμανική επίθεση την επόμενη μέρα, με αποτέλεσμα την νύχτα να αποσυρθεί από το ύψωμα. Δυτικά του Μάλεμε, στο Κολυμπάρι, η ελληνική Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων απέκρουσε με επιτυχία τους Γερμανούς αλλά οι απώλειές της και η έλλειψη πυρομαχικών την ανάγκασαν σε σύμπτυξη σε νέα τοποθεσία.

Ανατολικότερα, στην περιοχή της Αγυιάς, διεξήχθησαν σφοδροί αγώνες ολόκληρη την μέρα, με το 6ο Ελληνικό Σύνταγμα Πεζικού, που κατείχε τα υψώματα νότια του χωριού Γαλατά και βρέθηκε μέσα στην ζώνη προσγείωσης του όγκου των Γερμανών αλεξιπτωτιστών της ομάδας Άρης, να δέχεται αλλεπάλληλες επιθέσεις. Ο διοικητής, ο υποδιοικητής, ένας διοικητής λόχου και πολλοί διμοιρίτες του Συντάγματος ήταν μεταξύ των πρώτων νεκρών. Ο άνισος αγώνας υποχρέωσε το Σύνταγμα σε σύμπτυξη προς τον Γαλατά. Οι Γερμανοί παρά τις σοβαρές απώλειες κατάφεραν να σταθεροποιηθούν στην περιοχή των φυλακών της Αγυιάς, όπου απέκρουσαν αντεπίθεση από ένα Νεοζηλανδικό τάγμα το βράδυ. Η επίθεση για την κατάληψη της Σούδας και των Χανίων απέτυχε με μεγάλες απώλειες για τους αλεξιπτωτιστές, αναγκάζοντας τους Γερμανούς, που ανέμεναν αντεπίθεση από τους Βρετανούς την νύχτα, να συγκεντρώσουν τις δυνάμεις τους και να οργανωθούν αμυντικά στην περιοχή των φυλακών Αγυιάς 

Τις απογευματινές ώρες, 161 μεταφορικά αεροσκάφη πραγματοποίησαν ρίψη αλεξιπτωτιστών και στρατιωτικού υλικού στην περιοχή του Ρεθύμνου. Ένα τμήμα αλεξιπτωτιστών, αφού κατέλαβε τα χωριά Περιβόλια και Καστελάκια, κινήθηκε προς το Ρέθυμνο, αποκρούστηκε όμως από το Τάγμα Οπλιτών Χωροφυλακής με σημαντικές απώλειες και για τις δύο πλευρές. Έλληνες και Αυστραλοί απέκρουσαν με επιτυχία την επίθεση σε ένα λόφο δυτικά του αεροδρομίου του Ρεθύμνου, συλλαμβάνοντας μάλιστα 80 αιχμαλώτους. Παρά τις σοβαρές απώλειές τους, που ανήλθαν στο ένα τρίτο της δύναμής τους, οι Γερμανοί κατάφεραν να καταλάβουν το χωριό Αμπελάκια και έναν λόφο ανατολικά του αεροδρομίου.

Στον Τομέα Ηρακλείου η επίθεση της ομάδας Ωρίων ξεκίνησε στις 15:00, με την πόλη του Ηρακλείου να δέχεται για μία ώρα σφοδρό βομβαρδισμό που της προκάλεσε σοβαρές καταστροφές. Η ρίψη των αλεξιπτωτιστών έγινε στις 16:00, χωρίς όμως να έχουν αεροπορική υποστήριξη, γεγονός που ήταν αποφασιστικής σημασίας για την τύχη των γερμανικών τμημάτων. Το τάγμα αλεξιπτωτιστών που είχε ως στόχο την κατάληψη του αεροδρομίου εξοντώθηκε από βρετανικές και αυστραλιανές δυνάμεις, ενώ δύο τάγματα αλεξιπτωτιστών (μειωμένης δύναμης) υποχρεώθηκαν σε αμυντική στάση λόγω των επιθέσεων που δέχτηκαν από τολμηρούς ένοπλους πολίτες, χωροφύλακες και οπλίτες του 7ου Ελληνικού Συντάγματος Πεζικού.

2η ημέρα
Στις 06.00, γερμανικό μεταγωγικό προσγειώθηκε κάτω άπό τά πυρά των Συμμάχων, με σκοπό τη διακομιδή του τραυματία στρατηγού Μάιντλ.Το 6ο Ελληνικό Σύνταγμα αναδιοργανώθηκε στον Γαλατά. Το 8ο απέκρουσε γερμανική επίθεση, αντεπιτέθηκε και διασκόρπισε τα εχθρικά τμήματα, αιχμαλωτίζοντας τραυματίες Γερμανούς. Οι Γερμανοί εγκαταστάθηκαν στον λόφο 107 που δεσπόζει στο Μάλεμε, μετά την απροσδόκητη και αδικαιολόγητη εγκατάλειψή του από τους Νεοζηλανδούς, η οποία κόστισε ουσιαστικά στους Συμμάχους τη Μάχη της Κρήτης. Από τις 18.00, τα μεταγωγικά Γιούνκερ JU 52 άρχισαν να προσγειώνονται κάτω από τα πυρά των Συμμάχων, άλλα εκεί, άλλα στην παραλία, άλλα προσθαλασσώνονταν φλεγόμενα. Κάποια αποβίβαζαν άνδρες και υλικό και απογειώνονταν αμέσως, κάποια ούτε σταματούσαν, απλά τροχοδρομούσαν καί οι άνδρες πηδούσαν έξω .Επειδή το μικρό αεροδρόμιο δεν χωρούσε τέτοιον όγκο αεροσκαφών και υλικού, ένα κυριευμένο βρετανικό τάνκ απομάκρυνε συνεχώς τά συντρίμια από τόν διάδρομο προσγειώσεως.

Δύο γερμανικές νηοπομπές, 60 καΐκια με συνοδεία ιταλικών τορπιλακάτων, τα οποί ξεκίνησαν από Χαλκίδα καί Πειραιά μεταφέροντας δύο τάγματα ορεινών καταδρομέων, επισημάνθηκαν από τον βρετανικό στόλο που βύθισε 15 από αυτά, τα δε υπόλοιπα αναγκάσθηκαν να καταφύγουν στη Μήλο. Πολλοί πνίγηκαν μπροστά στά μάτια των αλεξιπτωτιστών που πετούσαν από πάνω τους μέσα στα Γιούνκερ προς Κρήτη.Παλαίμαχοι αλεξιπτωτιστές αναφέρουν ότι έριχναν τα σωσίβιά τους στούς συντρόφους στη θάλασσα.

Πολεμικές απώλειες
Η συνολική στρατιωτική δύναμη της Κρήτης, μετά από ενίσχυσή της και από δυνάμεις που μεταφέρθηκαν από την ηπειρωτική Ελλάδα, ανερχόταν περίπου σε σύνολο 43.000 άντρες, σε 11.500 Έλληνες και 31.500 Βρετανούς και Νεοζηλανδούς. Οι απώλειες των Συμμάχων ανήλθαν, σύμφωνα με την Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, για τους Έλληνες, σε 426 νεκρούς και μεγάλο αριθμό τραυματιών και αιχμαλώτων ο οποίος δεν αναφέρεται. Οι απώλειες των Βρετανών ανήλθαν σε 1.742 νεκρούς, 1.737 τραυματίες και 11.835 αιχμαλώτους. Επίσης βυθίστηκαν 2 καταδρομικά, 6 αντιτορπιλλικά και απωλέσθησαν πάνω από 2.000 αξιωματικοί και ναύτες.

Η συνολική δύναμη του Άξονα που πήρε μέρος στην επιχείρηση Ερμής ανερχόταν σε 22.750 άνδρες, από τους οποίους οι 14.000 ήταν αλεξιπτωτιστές, 1.370 αεροπλάνα και ανεμόπτερα και 70 πλοία. Οι απώλειες του Άξονα ανέρχονταν, σύμφωνα με την Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, σε 1.990 νεκρούς, 1.995 αγνοούμενους και σοβαρό αριθμό τραυματιών. Συνολικά οι απώλειες του επίλεκτου σώματος των Γερμανών αλεξιπτωτιστών ξεπέρασαν τους 8.000 άνδρες. Οι απώλειες σε αεροσκάφη ανήλθαν σε 220 τελείως κατεστραμμένα και 150 περίπου με σοβαρές ζημιές. Σύμφωνα όμως με τον Κουρτ Στούντεντ, ο οποίος είχε και την διοίκηση της επιχείρησης από τη γερμανική πλευρά, οι απώλειες ανέρχονταν σε 4.000 νεκρούς και αγνοούμενους αλεξιπτωτιστές και στρατιώτες της 5ης Ορεινής Μεραρχίας. Σύμφωνα με άλλες γερμανικές πηγές οι απώλειες έφθασαν τους 6.453 άνδρες Στο Γερμανικό νεκροταφείο Μάλεμε βρίσκονται οι τάφοι 4.465 στρατιωτών του Γερμανικού Στρατού της μάχης της Κρήτης και της κατοχικής περιόδου.

Αντίποινα
Τα αντίποινα στην Κρήτη ήταν σφοδρά, όπως η πλήρης καταστροφή και ισοπέδωση του χωριού της Κανδάνου. Ένας Γερμανός αλεξιπτωτιστής θυμάται την κατάσταση του πολέμου στην Κρήτη. Οι Κρητικοί πολίτες για να μας ξεγελούν κουβάλαγαν σημαίες με την Σβάστικα. Δεν τους κάλυπτε ούτε ο Κανονισμός Πολέμου Εδάφους της Χάγης, ούτε η σύμβαση της Γενεύης. Τους αποκαλούσαμε ελεύθερους σκοπευτές και ήμασταν πολύ θυμωμένοι.

Σφαγή στο Κοντομαρί
Η σφαγή στο Κοντομαρί αφορά στην εκτέλεση των αρρένων χωρικών, στο Κοντομαρί, στην Κρήτη από ένα εκτελεστικό απόσπασμα Γερμανών αλεξιπτωτιστών, που είχε δημιουργηθεί για αυτόν το σκοπό, στις 2 Ιουνίου 1941, κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Η εκτέλεση αποτελούσε την πρώτη από μια σειρά αντιποίνων στην Κρήτη. Ενορχηστρώθηκε από τον Πτέραρχο Κουρτ Στουντέντ σε αντίποινα για την συμμετοχή των Κρητών στη Μάχη της Κρήτης, που είχε καταλήξει με την παράδοση της νήσου, δύο ημέρες νωρίτερα. Η σφαγή καταγράφηκε από τον φωτογραφικό φακό του πολεμικού ανταποκριτή που συνόδευε το απόσπασμα για λογαριασμό της προπαγάνδας του Γερμανικού στρατού. Τα αρνητικά των φωτογραφιών ανακαλύφθηκαν μετά από 39 χρόνια στα Ομοσπονδιακά Γερμανικά Αρχεία από Έλληνα δημοσιογράφο.

Παρασκήνιο
Γεωγραφία
Το χωριό Κοντομαρί ανήκει στο δήμο του Πλατανιά και βρίσκεται κοντά στη βόρεια ακτή της Κρήτης, 18 χιλιόμετρα δυτικά των Χανίων και 3 χιλιόμετρα νοτιοανατολικού του αεροδιαδρόμου του Μάλεμε.
Οι διαταγές του Στουντέντ για αντίποινα
Κατά τη διάρκεια της Μάχης της Κρήτης, οι Συμμαχικές δυνάμεις και οι Κρητικοί είχαν επιφέρει βαριές απώλειες στους στρατιώτες της Βέρμαχτ. Η αντίσταση του τοπικού πληθυσμού ήταν άνευ προηγουμένου και δεν αναμενόταν από τους Γερμανούς. Οι αναφορές του Στρατηγού Γιούλιους Ρίγκελ, διοικητή της 5ης Ορεινής Μεραρχίας, έκαναν λόγο για επίθεση με μαχαίρια, τσεκούρια και δρεπάνια εναντίον των αλεξιπτωτιστών. Ακόμη και πριν τη λήξη της μάχης κυκλοφορούσαν αναπόδεικτες και υπερβολικές ιστορίες από το μέτωπο, οι οποίες απέδιδαν τον υψηλό φόρο αίματος των Γερμανών αλεξιπτωτιστών στα βασανιστήρια και τους ακρωτηριασμούς που τους υπέβαλλαν οι Κρητικοί.

Στον αντίλογο, τα εκτενή τραύματα προκαλούσαν οι «γκράδες» (τα τυφέκια του προηγούμενου αιώνα), τα μολύβδινα βλήματα των οποίων δεν έφεραν μεταλλική επικάλυψη, ενώ οι βαρείς τραυματισμοί οφείλοταν και στα γεωργικά εργαλεία των Κρητών. Οι περιορισμένοι ακρωτηριασμοί αυτιών, δε συνάδουν με την ιδιοσυγκρασία των Κρητών, αλλά όπως και οι ακρωτηριασμοί γεννητικών οργάνων και η τοποθέτησή των στα στόματα νεκρών Γερμανών, ήταν μέρος του φρικώδους τελετουργικού των Μαορί, που πολέμησαν στη Μάχη της Κρήτης ως επίλεκτες μονάδες των Αυστραλιανών και Νεοζηλανδικών δυνάμεων. Μία ακόμη ερμηνεία της παραμόρφωσης των πτωμάτων των Γερμάνων έχει να κάνει με τα όρνεα και την αποσύνθεσή τους, εξαιτίας του έντονου καύσωνα της περιόδου και των άταφων πτωμάτων. Την τελευταία ερμηνεία υποστηρίζει και ιατροδικαστική έκθεση της εγκληματολογικής υπηρεσίας του Βερολίνου. Όταν αυτές οι αναφορές έφτασαν στην Ανώτατη Διοίκηση της Λούφτβαφφε στο Βερολίνο, ο ίδιος ο Γκαίρινγκ διέταξε τον προσωρινό Γενικό Διοικητή της Μάχης της Κρήτης Πτέραρχο Κουρτ Στουντέντ να διερευνήσει το ζήτημα και να προβεί σε αντίποινα. Έτσι, προκειμένου να καταπνίξει αντιδράσεις αλλά και την όποια διάθεση για αντίσταση, ο Στουντέντ πριν ακόμη ολοκληρωθούν οι έρευνες, διέταξε μια σειρά κτηνωδών αντιποίνων ενάντια στον τοπικό πληθυσμό, αμέσως μετά την επίσημη παράδοση της Κρήτης στις 31 Μαΐου. Τα αντίποινα θα διενεργούνταν χωρίς να τηρηθούν οι δέουσες διαδικασίες, χωρίς δίκες και από τις ίδιες τις στρατιωτικές μονάδες των Γερμανών που είχαν δεχθεί τις απώλειες από τους ντόπιους.

Η επόμενη μέρα
Τριπλή Κατοχή
Στις 13 Απριλίου 1941 ο Χίτλερ εξέδωσε την Οδηγία Νο. 27 η οποία σκιαγραφούσε τη μελλοντική πολιτική του για την κατοχή της Ελλάδας. Οριστικοποίησε τη δικαιοδοσία στα Βαλκάνια με την Οδηγία Νο. 31 που εξεδόθη στις 9 Ιουνίου. Η ηπειρωτική Ελλάδα χωρίστηκε μεταξύ της Γερμανίας, της Ιταλίας και της Βουλγαρίας. Οι γερμανικές δυνάμεις κατέλαβαν τις πλέον στρατηγικά σημαντικές θέσεις, συμπεριλαμβανομένων της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης και της κεντρικής Μακεδονίας, αρκετά νησιά του Αιγαίου και το μεγαλύτερο μέρος της Κρήτης. Κατέλαβαν, επίσης, τη Φλώρινα, η οποία διεκδικούνταν τόσο από την Ιταλία όσο και από τη Βουλγαρία. Την ίδια μέρα που ο Τσολάκογλου προσέφερε την παράδοση του, ο Βουλγαρικός Στρατός εισέβαλε στη Θράκη. Ο σκοπός του ήταν η δημιουργία μίας διόδου προς το Αιγαίο στη Δυτική Θράκη και την Ανατολική Μακεδονία. Οι Βούλγαροι κατέλαβαν την περιοχή μεταξύ του Στρυμόνα και μία γραμμή που οριοθετούνταν από την Αλεξανδρούπολη και το Σβίλενγκραντ, δυτικά του ποταμού Έβρου. Η υπόλοιπη Ελλάδα παρέμεινε υπό την κατοχή των Ιταλών. Τα ιταλικά στρατεύματα άρχισαν να καταλαμβάνουν τα νησιά του Ιονίου και του Αιγαίου στις 28 Απριλίου. Στις 2 Ιουνίου κατέλαβαν την Πελοπόννησο, στις 8 Ιουνίου τη Θεσσαλία και στις 12 Ιουνίου το μεγαλύτερο μέρος της Αττικής.

Με την αναχώρηση της ελληνικής κυβέρνησης Τσουδερού και του Βασιλιά για την Κρήτη στις 25 Απριλίου (και αργότερα για το Κάιρο), στην Ελλάδα εγκαταστάθηκε η Κυβέρνηση Γεωργίου Τσολάκογλου στις 29 Απριλίου 1941, διορισμένη από τους Γερμανούς. Το κράτος μετονομάστηκε από Βασίλειον της Ελλάδος σε Ελληνική Πολιτεία.

Η κατοχή της Ελλάδας, στη διάρκεια της οποίας οι πολίτες υπέστησαν τρομερές κακουχίες που κορυφώθηκαν με τον Μεγάλο Λιμό και τις λεηλασίες των κατοχικών αρχών, αποδείχθηκε δύσκολο και δαπανηρό εγχείρημα. Οδήγησε στη δημιουργία αρκετών αντιστασιακών ομάδων, οι οποίες επιδόθηκαν σε ανταρτοπόλεμο με τις δυνάμεις κατοχής και δημιούργησαν δίκτυα κατασκοπείας.

Συμπεράσματα
Η επιχείρηση Μαρίτα έληξε με καθολική γερμανική νίκη. Οι Βρετανοί δεν διέθεταν τους απαραίτητους στρατιωτικούς πόρους στη Μέση Ανατολή που να τους επιτρέψουν την ταυτόχρονη διεξαγωγή ευρείας κλίμακας επιχειρήσεων στη Βόρεια Αφρική και τα Βαλκάνια. Επιπλέον, ακόμα και αν κατόρθωναν να εμποδίσουν τη γερμανική προέλαση στην Ελλάδα, δεν θα μπορούσαν να εκμεταλλευτούν την κατάσταση με μία αντεπίθεση στα Βαλκάνια. Παρόλα αυτά οι Βρετανοί έφτασαν πολύ κοντά στο να κρατήσουν την Κρήτη και αρχικά θα πρέπει να είχαν λογικές προοπτικές να κρατήσουν την Κρήτη και ίσως μερικά ακόμα νησιά τα οποία θα ήταν πολύτιμα ως αεροπορικές βάσεις από τις οποίες θα υποστηρίζονταν ναυτικές επιχειρήσεις σε όλη την ανατολική Μεσόγειο.

Απαριθμώντας τους λόγους της καθολικής γερμανικής νίκης στην Ελλάδα (επιχείρηση Μαρίτα), εξαιρετικά σημαντικοί φαίνεται να υπήρξαν οι εξής παράμετροι:

Η γερμανική υπεροχή σε επίγειες δυνάμεις και εξοπλισμό.
Η γερμανική υπεροχή στον αέρα σε συνδυασμό με την αδυναμία των Ελλήνων να παράσχουν στη RAF περισσότερα αεροδρόμια.
Η ανεπάρκεια της βρετανικής εκστρατευτικής δύναμης αφού η διαθέσιμη αυτοκρατορική δύναμη ήταν μικρή.
Η φτωχή κατάσταση του Ελληνικού Στρατού και οι ελλείψεις σε σύγχρονο εξοπλισμό.
Οι ανεπαρκείς υποδομές σε λιμάνια, δρόμους και σιδηροδρόμους.
Η απουσία μίας κοινής διοίκησης και η έλλειψη συνεργασίας μεταξύ των ελληνικών, γιουγκοσλαβικών και βρετανικών δυνάμεων.
Η αυστηρή ουδετερότητα της Τουρκίας.
Η γρήγορη πτώση της γιουγκοσλαβικής αντίστασης.
Η πλειονότητα του ελληνικού στρατού βρισκόταν στην Αλβανία πολεμώντας τους Ιταλούς και μακριά από τα θέατρα επιχειρήσεων των Γερμανών.
Το 1942, μέλη της Βρετανικής Βουλής χαρακτήρισαν την εκστρατεία στην Ελλάδα ως «πολιτική και συναισθηματική απόφαση». Ο Άντονι Ήντεν απέρριψε την κριτική, αντιπρότεινε ότι η απόφαση του Ηνωμένου Βασιλείου ήταν ομόφωνη και ισχυρίστηκε ότι η Μάχη της Ελλάδας καθυστέρησε την επίθεση του Άξονα στη Σοβιετική Ένωση. Αυτό το επιχείρημα χρησιμοποιήθηκε από κάποιους ιστορικούς όπως ο Κίγκαν ώστε να αποδείξουν ότι η ελληνική αντίσταση μπορεί να υπήρξε καθοριστικό σημείο στον Β’ παγκόσμιο πόλεμο. Σύμφωνα με τη Λένι Ρίφενσταλ (Leni Riefenstahl) ο Χίτλερ είπε ότι «αν οι Ιταλοί δεν είχαν επιτεθεί στην Ελλάδα και χρειάζονταν τη βοήθειά μας ο πόλεμος θα είχε πάρει άλλη διαφορετική τροχιά. Θα προλαμβάναμε το ρωσικό κρύο για βδομάδες και θα κατακτούσαμε το Λένινγκραντ και τη Μόσχα. Δεν θα υπήρχε κανένα Στάλινγκραντ». Παρά τις επιφυλάξεις του ο Άλαν Μπρουκ, αρχηγός του βρετανικού Αυτοκρατορικού Γενικού Επιτελείου, φέρεται να αποδέχεται ότι η έναρξη της επίθεσης ενάντια στη Σοβιετική Ένωση καθυστέρησε εξαιτίας της βαλκανικής εκστρατείας. Οι Τζον Ν. Μπράντλεϊ (John N. Bradley) και Τόμας Μπ. Μπιούελ (Thomas B. Buell) καταλήγουν ότι «παρόλο που κανένα τμήμα της βαλκανικής εκστρατείας δεν ανάγκασε τους Γερμανούς να καθυστερήσουν την Επιχείρηση Μπαρμπαρόσα, προφανώς όλη η εκστρατεία του ανάγκασε να καθυστερήσουν». Από την άλλη πλευρά ο Ρίχτερ αποκαλεί τους ισχυρισμούς του Ίντεν «παραποίηση της ιστορίας». Οι Μπέιζιλ Λίντελ Χαρτ (Basil Liddell Hart) και ντε Γκουίνγκαρντ ισχυρίστηκαν ότι, ακόμα και αν η επιχείρηση Μαρίτα καθυστέρησε την επίθεση του Άξονα στη Σοβιετική Ένωση, αυτό δεν ήταν αρκετό να δικαιώσει την απόφαση της βρετανικής κυβέρνησης γιατί δεν ήταν ο αρχικός στρατηγικός σκοπός της. Το 1952, το Ιστορικό Τμήμα του Βρετανικού Κοινοβουλίου κατέληξε ότι η βαλκανική εκστρατεία δεν επηρέασε την έναρξη της Επιχείρησης Μπαρμπαρόσα. Σύμφωνα με τον Ρόμπερτ Κιρχούμπελ (Robert Kirchubel), «οι κύριες αιτίες για τη μετάθεση την ημερομηνία έναρξης της Επιχείρησης Μπαρμπαρόσα από τις 15 Μαΐου στις 22 Ιουνίου ήταν οι μη ολοκληρωμένες εφοδιαστικές προετοιμασίες και ένας ασυνήθιστα υγρός χειμώνας που κράτησε τα ποτάμια πλημμυρισμένα μέχρι αργά την άνοιξη», άποψη που συμμερίζονται και οι ιστορικοί Κρεγκ Στόκινγκς και Έλενορ Χάνκοκ, Τζον Λούκατς και Ίαν Κέρσοου, ο οποίος απορρίπτει την προαναφερθείσα δικαιολογία του Χίτλερ ως εκ των υστέρων προσπάθεια διάσωσης της υστεροφημίας του.

Σύμφωνα με τον Τζον Κίγκαν (John Keegan) «η ελληνική εκστρατεία έπρεπε να είναι ένας παλαιομοδίτικος πόλεμος κυρίων, με τιμή από και προς τους γενναίους αντιπάλους σε κάθε πλευρά» και οι ελληνικές και συμμαχικές δυνάμεις, υπό το βάρος της τεράστιας αριθμητικής υπεροχής των Γερμανών «είχαν, δικαίως, την αίσθηση ότι πολέμησαν για καλό σκοπό».

Η στρατιά του Στρατάρχου Βίλχελμ Λιστ κατά τη διάρκεια της βαλκανικής εκστρατείας αιχμαλώτισε 90.000 Γιουγκοσλάβους, 270.000 Έλληνες και 13.000 Βρετανούς με απώλειες όχι άνω των 5.000 νεκρών και τραυματιών στρατιωτών, όταν οι βρετανικές εφημερίδες για λόγους προπαγάνδας ανέβαζαν τα ποσοστά των νεκρών Γερμανών στρατιωτών στους 250.000. Δεν συγκαταλέγονται σε αυτές, οι απώλειες της Μάχης της Κρήτης.

Όσον αφορά τη Μάχη της Κρήτης, παρά την επιτυχία των Γερμανών, το υψηλό τίμημα που κατέβαλαν για την κατάληψη του νησιού, οδήγησε τον Χίτλερ να χάσει την εμπιστοσύνη του στις αεροκίνητες επιχειρήσεις. Η χρήση των επίλεκτων αεροκίνητων μονάδων σε ρόλο πεζικού κατά την εκστρατεία στην ΕΣΣΔ, οδήγησε τον Πτέραρχο Κουρτ Στούντεντ να δηλώσει ότι Η Κρήτη ήταν ο τάφος των Γερμανών αλεξιπτωτιστών. Επιπλέον η Κρήτη, ως βάση επιθετικών επιχειρήσεων των δυνάμεων του Άξονα, αποδείχτηκε μικρής αξίας και ούτε αποτέλεσε, όπως ήλπιζαν οι Γερμανοί, το σκαλοπάτι προς το Σουέζ και τη Μέση Ανατολή, παρά μάλλον την κατάληξη των εκστρατειών στα Βαλκάνια.

Αναγνώριση της ελληνικής αντίστασης
Σε μία ομιλία του στο Ράιχσταγκ το 1941, ο Χίτλερ εξέφρασε τον θαυμασμό του για την ελληνική αντίσταση, λέγοντας για την εκστρατεία «η ιστορική δικαιοσύνη με υποχρεώνει να δηλώσω ότι από τους εχθρούς οι οποίοι μας αντιτάχθηκαν, ο Έλληνας στρατιώτης πολέμησε με το μεγαλύτερο κουράγιο. Συνθηκολόγησε μόνο όταν η περαιτέρω αντίσταση κατέστη αδύνατη και άνευ σκοπού». Ο Φύρερ διέταξε επίσης την απελευθέρωση και επαναπατρισμό όλων των Ελλήνων αιχμαλώτων πολέμου, αμέσως μόλις αυτοί αφοπλίζονταν «λόγω της γενναίας συμπεριφοράς τους». Σύμφωνα με τον επιτελάρχη του Χίτλερ, στρατάρχη Βίλχελμ Κάιτελ, ο Φύρερ «ήθελε να δώσει στους Έλληνες ένα δίκαιο διακανονισμό σε αναγνώριση της γενναίας προσπάθειάς τους και της άδικης αιτίας αυτού του πολέμου. Ούτως ή άλλως τον ξεκίνησαν οι Ιταλοί». Σε απάντηση ενός γράμματος από τον βασιλιά Γεώργιο Β΄ με ημερομηνία 3 Δεκεμβρίου 1940, ο Αμερικανός πρόεδρος Φραγκλίνος Ρούζβελτ δήλωσε ότι «όλοι οι ελεύθεροι άνθρωποι είναι βαθύτατα εντυπωσιασμένοι από το κουράγιο και τη σταθερότητα του Ελληνικού έθνους».
Καταφύγιο της λεγόμενης γραμμής Μεταξά το 1941 στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο

Χρονολόγιο
4 Οκτωβρίου 1940
Συνάντηση Χίτλερ Μουσολίνο στο Μπρένερ, «πράσινο φως» του Χίτλερ για επίθεση Ιταλίας στην Ελλάδα με απώτερο στόχο την κατάληψη της Κρήτης.
25 Οκτωβρίου 1940
Ο Χίτλερ λαμβάνει ενημέρωση περί της προκείμενης επίθεσης των Ιταλών στην Ελλάδα.
28 Οκτωβρίου 1940
Η Ιταλία εισβάλει από την Αλβανία στην Ελλάδα. Ο στρατηγός Παπάγος με 300.000 στρατό αμύνεται. Οι Ιταλοί βομβαρδίζουν το Τατόι, την Πρέβεζα και την Πάτρα.
31 Οκτωβρίου 1940
Βρετανικός στρατός ξηράς και αεροπορία εγκαθίστανται στην Κρήτη.
4 Νοεμβρίου 1940
Αφού ο Ελληνικός στρατός αναχαίτισε τους Ιταλούς, ο Χίτλερ αποφασίζει την εισβολή στην Ελλάδα μέσω Ουγγαρίας, Ρουμανίας, Βουλγαρίας.
12 Νοεμβρίου 1940
Ο Χίτλερ υπογράφει διαταγή έναρξης προετοιμασιών για την από Βουλγαρίας εισβολή στην Ελλάδα.
28 Δεκεμβρίου 1940
Ο Μουσολίνι ζητάει τη βοήθεια των Γερμανών στην Αλβανία.
7 Ιανουαρίου 1941
Οι Βρετανοί ενισχύουν την παρουσία τους στη Σούδα.
16 Μαρτίου 1941
Καθοριστική ήττα των Ιταλών.
17 Μαρτίου 1941
Οι γερμανικές δυνάμεις συντάσσονται εμπρος στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα.
6 Απριλίου 1941
Ώρα 5:15 οι γερμανικές στρατιές εισβάλουν στην Ελλάδα.
7 Απριλίου 1941
Σκληρές μάχες στη Γραμμή Μεταξά. Καταλαμβάνονται τα οχυρά Ιστίμπεη, Κελκαγιά, Αρπαλούκι και Νυμφαία.
8 Απριλίου 1941
Η επίμονη προσπάθεια των γερμανικών δυνάμεων έχει σαν αποτέλεσμα τη διάσπαση της Γραμμής Μεταξά από δύο Ορεινές Μεραρχίες. Η 2η Μεραρχία Πάντζερ εισβάλει στο ελληνικό έδαφος και απειλεί με κύκλωση το Τμήμα Στρατιάς Ανατολικής Μακεδονίας (ΤΣΑΜ). Η γερμανική 164η Μεραρχία Πεζικού καταλαμβάνει την Ξάνθη.
9 Απριλίου 1941
Τα γερμανικά στρατεύματα καταλαμβάνουν τη Θεσσαλονίκη.
Η γερμανική 72η Μεραρχία Πεζικού διασπά τη Γραμμή Μεταξά.
Υποκύπτει το οχυρό Εχίνος. Το Τμήμα Στρατιάς Ανατολικής Μακεδονίας (ΤΣΑΜ) συνθηκολογεί άνευ όρων.
10 Απριλίου 1941
Οι Γερμανοί κάμπτουν την εχθρική αντίσταση βόρεια της Βεύης, στο πέρασμα του Κλειδιού.
12 Απριλίου 1941
Τη νύχτα ξεκινά η υποχώρηση του Τμήματος Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας.
13 Απριλίου 1941
Ο στρατηγός σερ Ουίλσον αποφασίζει να αποσύρει όλες τις βρετανικές δυνάμεις στον ποταμό Αλιάκμονα και στη συνέχεια στις Θερμοπύλες.
Τμήματα των ελληνικών στρατευμάτων που επιχειρούσαν στην Αλβανία αποσύρονται προς την Πίνδο.
Ο Χίτλερ εκδίδει την Οδηγία Νο. 27, η οποία καθορίζει τη μελλοντική του πολιτική κατοχής της Ελλάδας.
14 Απριλίου 1941
Οι στρατιώτες της 9ης Μεραρχίας Πάνζερ φτάνουν στην Κοζάνη.
Μετά από συγκρούσεις στη Μάχη της στενωπού της Κλεισούρας, οι Γερμανοί μπλοκάρουν την ελληνική υποχώρηση, η οποία εκτείνεται κατά μήκος ολόκληρου του αλβανικού μετώπου.
15 Απριλίου 1941
Δυνάμεις των SS καταλαμβάνουν την Καστοριά ύστερα από μάχη στο όμορο Άργος Ορεστικό.
16 Απριλίου 1941
Ο Ουίλσον ενημερώνει τον στρατηγό Παπάγο για την απόφασή του να αποσυρθεί από τις Θερμοπύλες. Το Τμήμα Στρατιάς Ηπείρου αναφέρει στο Γενικό Στρατηγείο ότι είναι αδήριτη η ανάγκη πολιτικης επέμβασης για να σωθούν τα ελληνικά στρατεύματα από τη διάλυση.
17 Απριλίου 1941
Γερμανικές δυνάμεις κινούμενες προς τη δυτική είσοδο της κοιλάδας των Τεμπών δημιουργούν απειλή στο δεξιό πλευρό των βρετανικών δυνάμεων.
18 Απριλίου 1941
Μετά από μάχες τριών ημερών το γερμανικό μηχανοκίνητο πεζικό περνάει τον ποταμό Πηνειό.
Η Leibstandarte SS Adolf Hitler, η οποία είχε φτάσει στα Γρεβενά, συντρίβει αρκετές ελληνικές μονάδες.
19 Απριλίου 1941
Γερμανικά στρατεύματα εισέρχονται στη Λάρισα και καταλαμβάνουν το αεροδρόμιο.
Γερμανικά στρατεύματα καταλαμβάνουν τα Ιωάννινα.
20 Απριλίου 1941
Ο διοικητής του Γ΄ Σώματος Στρατού αντιστράτηγος Γεώργιος Τσολάκογλου παραδίδει το στρατό του μόνο στους Γερμανούς.
Ο Βουλγαρικός Στρατός εισβάλει στη Θράκη.
21 Απριλίου 1941
Λαμβάνεται η τελική απόφαση για την εκκένωση των κοινοπολιτειακών δυνάμεων στην Κρήτη και την Αίγυπτο.
Ο Γερμανοί καταλαμβάνουν τον Βόλο.
23 Απριλίου 1941
Επίσημη παράδοση των Ελληνικών δυνάμεων στην Αλβανία τόσο στους Γερμανούς όσο και στους Ιταλούς έπειτα από προσωπική παρέμβαση του Μουσολίνι στον Χίτλερ.
24 Απριλίου 1941
Οι Γερμανοί επιτίθενται στις κοινοπολιτειακές δυνάμεις στις Θερμοπύλες. Η βρετανική οπισθοφυλακή αποσύρεται στη Θήβα.
5.200 στρατιώτες της Κοινοπολιτείας εκκενώνονται από το Πόρτο Ράφτη της ανατολικής Αττικής.
25 Απριλίου 1941
Οι λιγοστές μοίρες της RAF φεύγουν από την Ελλάδα. Περίπου 10.200 Αυστραλοί στρατιώτες εκκενώνονται από το Ναύπλιο και τα Μέγαρα.
Οι Γερμανοί ξεκινούν από αέρος επίθεση για την κατάληψη των γεφυρών του ισθμού της Κορίνθου.
27 Απριλίου 1941
Οι πρώτοι Γερμανοί εισέρχονται στην Αθήνα.
28 Απριλίου 1941
Ιταλικά στρατεύματα αρχίζουν την κατοχή νησιών στο Ιόνιο και το Αιγαίο.
29 Απριλίου 1941
Μονάδες της 5ης Μεραρχίας Πάντσερ φτάνουν στο νότιο άκρο της Πελοποννήσου, όπου ενώνονται με στρατεύματα των SS που φτάνουν από τον Πύργο.
Σχηματισμός κυβέρνησης υπό τον Γ. Τσολάκογλου
30 Απριλίου 1941
Η εκκένωση περίπου 50.000 στρατιωτών ολοκληρώνεται. Οι Γερμανοί καταφέρνουν να αιχμαλωτίσουν περίπου 7.000-8.000 στρατιώτες της Κοινοπολιτείας.
20 Μαΐου 1941
Ξεκινά η Μάχη της Κρήτης με γερμανική αεραποβατική ενέργεια.
Δημιουργία γερμανικού προγεφυρώματος στον ποταμό Ταυρωνίτη. Στο Ρέθυμνο και στο Ηράκλειο διεξάγονται μάχες με μεγάλες και ανυπολόγιστες απώλειες για τους Γερμανούς.
21 Μαΐου 1941
Τη νύχτα 20/21 εγκαταλείπεται από τις βρετανικές δυνάμεις το ύψ. 107. Το αεροδρόμιο του Μάλεμε καταλαμβάνεται από Γερμανούς αλεξιπτωτιστές.
22 Μαΐου 1941
Η αντεπίθεση βρετανικών δυνάμεων για την ανακατάληψη του Μάλεμε και του ύψ. 107 αποτυγχάνει.
23 Μαΐου 1941
Η συνεχής ενίσχυση των Γερμανών και η αποτυχημένη προσπάθεια άμυνας των ελληνοβρετανικών δυνάμεων κρίνει την τύχη της νήσου. Η πρωτοβουλία των επιχειρήσεων περιέρχεται στους Γερμανούς.
27 Μαΐου 1941
Κατάληψη των Χανίων και του λιμανιού της Σούδας από γερμανικές δυνάμεις.
29 Μαΐου 1941
Αρχίζει η εκκένωση της Κρήτης από τις βρετανικές δυνάμεις.
31 Μαΐου 1941
Αποχώρηση του μεγαλύτερου τμήματος των Βρετανικών δυνάμεων. Όσοι από τους Έλληνες και Βρετανούς παραμένουν στην Κρήτη είτε παραδίδονται είτε καταφεύγουν στα βουνά.