Translate

Ασπασία (περ. 470 – περ. 400 π.Χ.)

Μαρμάρινη προτομή της Ασπασίας, που φέρει επιγραφή με το όνομά της. Ρωμαϊκό αντίγραφο, ελληνιστικού αγάλματος. Μουσείο του Βατικανού, Ρώμη.

Η Ασπασία (περ. 470 – περ. 400 π.Χ. ) καταγόταν από τη Μίλητο και ήταν διάσημη για τον δεσμό, που διατηρούσε με τον επιφανή Αθηναίο πολιτικό Περικλή. Ελάχιστα πράγματα είναι γνωστά για τη ζωή της. Πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ενήλικης ζωής της στην Αθήνα και υπάρχει η πιθανότητα να επηρέασε, διαμέσου του Περικλή, την πολιτική του αθηναϊκού κράτους. Στο όνομά της αναφέρονται στα έργα τους οι Πλάτων, Αριστοφάνης, Ξενοφών και άλλοι συγγραφείς της εποχής.
Σύγχρονη προτομή της Ασπασίας στην Αθήνα

Η Ελληνίδα Ασπασία ήταν  φιλόσοφος, ρήτορας και συγγραφέας.
Σύμφωνα με μια παράδοση που χρονολογείται από τον τέταρτο αιώνα π.Χ., η Ασπασία ήταν επιδέξιος ρήτορας. Σε αυτόν τον πίνακα του Nicolas-André Monsiau, μιλάει ενώ ο Σωκράτης και ο Περικλής ακούνε με προσοχή.

Ορισμένοι από αυτούς υποστηρίζουν πως η Ασπασία διατηρούσε οίκο ανοχής, ενώ ήταν πόρνη και η ίδια. Ωστόσο οι σύγχρονοι μελετητές είναι επιφυλακτικοί ως προς αυτό το ζήτημα, δεδομένου ότι πρόκειται για ισχυρισμό συγγραφέων (μεταξύ αυτών και κωμικοί ποιητές) που ως στόχο είχαν τη δυσφήμιση του Περικλή. Ορισμένοι μελετητές αμφισβητούν ακόμη και την παράδοση βάσει της οποίας η Ασπασία ήταν εταίρα, θεωρώντας πως στην πραγματικότητα το ζεύγος ήταν παντρεμένο. Η Ασπασία απέκτησε με τον Περικλή ένα γιο, ο οποίος επίσης ονομάστηκε Περικλής. Ο τελευταίος αργότερα έγινε στρατηγός του αθηναϊκού στρατού και εκτελέστηκε μετά τη Ναυμαχία των Αργινουσών. Μετά τον θάνατο του Περικλή του Πρεσβύτερου, πιστεύεται πως η Ασπασία έγινε εταίρα του Λυσικλή, ενός άλλου Αθηναίου πολιτικού και στρατιωτικού.
Καταγωγή
Η Ασπασία γεννήθηκε στην ιωνική πόλη της Μιλήτου, στη σημερινή επαρχία του Αϊδινίου στη σημερινή Τουρκία. Ελάχιστα είναι γνωστά για την οικογένειά της, πέρα από το ότι ο πατέρας της ονομαζόταν Αξίοχος. Εντούτοις, θεωρείται ότι καταγόταν από εύπορη οικογένεια, καθώς η Ασπασία κατείχε εξαιρετική μόρφωση. Ορισμένες πηγές αναφέρουν ότι ήταν αιχμάλωτη πολέμου από την Καρυά. Γενικά αυτή η άποψη θεωρείται λανθασμένη.

Δεν είναι γνωστές οι συνθήκες υπό τις οποίες ταξίδεψε στην Αθήνα. Η ανακάλυψη μιας ταφικής επιγραφής, που χρονολογείται τον 4ο αιώνα π.Χ. και η οποία αναφέρει τα ονόματα Αξίοχος και Ασπάσιος, οδήγησε τον ιστορικό Πίτερ Κ. Μπίκνελ σε μια προσπάθεια αναδημιουργίας του οικογενειακού περιβάλλοντος της Ασπασίας και τις πιθανές σχέσεις του με την Αθήνα. Η θεωρία του τη συνδέει με τον Αλκιβιάδη Β' των Σκαμβονιδών, ο οποίος εξοστρακίστηκε από την Αθήνα το 460 π.Χ. και ίσως έζησε τα χρόνια της εξορίας του στη Μίλητο. Ο Μπίκνελ εικάζει ότι, μετά την αποπομπή του, ο Αλκιβιάδης μετέβη στη Μίλητο, όπου και παντρεύτηκε την κόρη κάποιου που ονομαζόταν Αξίοχος. Τελικά ο Αλκιβιάδης επέστρεψε στην Αθήνα με τη νέα του σύζυγο και τη μικρότερη αδελφή της, την Ασπασία. Ο Μπίκνελ υποστηρίζει προς το πρώτο παιδί αυτού του γάμου ονομαζόταν Αξίοχος (θείος του διάσημου Αλκιβιάδη), ενώ το δεύτερο Ασπάσιος. Επίσης, εικάζει ότι ο Περικλής γνωρίστηκε με την Ασπασία, επειδή διατηρούσε στενές σχέσεις με το σπιτικό του Αλκιβιάδη.
Ο φιλόσοφος Σωκράτης αναζητεί τον Αλκιβιάδη στο σπίτι της Ασπασίας. Έργο του Jean-Léon Gérôme (1861)

Η ζωή της στην Αθήνα
Σύμφωνα με τις αμφισβητήσιμες αναφορές των αρχαίων συγγραφέων και ορισμένων σύγχρονων μελετητών, στην Αθήνα η Ασπασία έγινε εταίρα και πιθανώς ιδιοκτήτρια οίκου ανοχής. Οι εταίρες ήταν επαγγελματίες, που αναλάμβαναν την ψυχαγωγία ανδρών της ανώτερης τάξης και ήταν και παλλακίδες τους. Πέρα από την εξωτερική τους ομορφιά, διέφεραν από τις άλλες Αθηναίες στο γεγονός ότι ήταν μορφωμένες (συχνά σε υψηλό επίπεδο, όπως η Ασπασία), ήταν ανεξάρτητες και πλήρωναν φόρους. Ίσως ήταν ό,τι πιο κοντινό μπορεί να φανταστεί κανείς στις απελευθερωμένες γυναίκες και η Ασπασία, η οποία εξελίχτηκε σε λαμπερή προσωπικότητα της αθηναϊκής κοινωνίας, ήταν πιθανώς ένα προφανές παράδειγμα. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, η Ασπασία συγκρινόταν με τη διαβόητη Θαργηλία, μια άλλη ξακουστή εταίρα από την αρχαία Ιωνία.

Ούσα ξένη και ίσως εταίρα, η Ασπασία ήταν ελεύθερη από τις νομικές δεσμεύσεις, που κατά παράδοση καθήλωναν τις παντρεμένες γυναίκες στα σπίτια τους, κι έτσι της επιτρεπόταν να συμμετέχει στη κοινωνική ζωή της πόλης. Έγινε ερωμένη του επιφανούς πολιτικού Περικλή στις αρχές της δεκαετίας του 440 π.Χ. Μετά το διαζύγιό του από την πρώτη του σύζυγο (περ. 445 π.Χ.), η Ασπασία άρχισε να συγκατοικεί μαζί του, αν και δεν υπάρχει κοινά αποδεκτή άποψη για το αν παντρεύτηκαν ή όχι. Ο γιος τους, Περικλής, είχε έρθει στον κόσμο γύρω στο 440 π.Χ. Η Ασπασία θα πρέπει να ήταν πολύ νέα, αν κρίνει κανείς από το γεγονός πως χάρισε ένα παιδί στον Λυσικλή περίπου το 428 π.Χ.

Στους κοινωνικούς κύκλους η Ασπασία ήταν γνωστή για την ικανότητά της στον λόγο και τις συμβουλές της, παρά απλά για τη φυσική της ομορφιά.[15] Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, το σπίτι της έγινε κέντρο πολιτισμού στην πόλη των Αθηνών, προσελκύοντας επιφανείς συγγραφείς και στοχαστές, ανάμεσα στους οποίους και τον φιλόσοφο Σωκράτη. Ο Πλούταρχος αναφέρει ότι παρά την «ανήθικη» ζωή της, οι Αθηναίοι έφερναν μαζί τις συζύγους τους για να ακούν τις συζητήσεις της.

Πολιτικές και νομικές επιθέσεις
Ο Περικλής, η Ασπασία και το φιλικό τους περιβάλλον δεν ήταν απρόσβλητοι από επιθέσεις, καθώς στην Αθηναϊκή Δημοκρατία το πρόσωπο που πρωτοστατούσε στην πολιτική ζωή δεν ήταν απαραβίαστο. Η σχέση της με τον Περικλή και η επακόλουθη ανάμειξή της στην πολιτική ζωή ξεσήκωσε πολλές αντιδράσεις. Ο Ντόναλντ Κάγκαν, ιστορικός στο Πανεπιστήμιο Γέιλ, πιστεύει ότι η Ασπασία δεν ήταν καθόλου δημοφιλής την περίοδο που ακολούθησε τον Σαμιακό Πόλεμο.Το 440 π.Χ., η Σάμος βρισκόταν σε πόλεμο με τη Μίλητο για την Πριήνη, μια αρχαία πόλη της Ιωνίας στους πρόποδες των λόφων της Μυκάλης. Όταν έχασαν τον πόλεμο, οι Μιλήσιοι ζήτησαν από τους Αθηναίους να μεσολαβήσουν υπέρ αυτών στη διαμάχη τους με τη Σάμο. Όταν οι Αθηναίοι διέταξαν τις δύο πλευρές να παύσουν τις εχθροπραξίες και να τους αναθέσουν τη διαιτησία, οι Σαμιώτες αρνήθηκαν. Ως εκ τούτου, ο Περικλής προκάλεσε ψήφισμα εκστρατείας κατά της Σάμου. Η εκστρατεία αποδείχτηκε δυσχερής και οι Αθηναίοι υπέφεραν από βαριές απώλειες προτού καταφέρουν να υποτάξουν τελικά τη Σάμο. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, κυκλοφόρησε η φήμη ότι η Ασπασία, η οποία γεννήθηκε στη Μίλητο, υποκίνησε έναν πόλεμο που ο Περικλής δεν επιθυμούσε, και τελικά το έκανε για να την ευχαριστήσει.

Καὶ ταῦτα μὲν δὴ σμικρὰ κἀπιχώρια, πόρνην δὲ Σιμαίθαν ἰόντες Μεγαράδε νεανίαι κλέπτουσι μεθυσοκότταβοι` κᾆθ᾽ οἱ Μεγαρῆς ὀδύναις πεφυσιγγωμένοι ἀντεξέκλεψαν Ἀσπασίας πόρνα δύο` κἀντεῦθεν ἀρχὴ τοῦ πολέμου κατεῤῥάγη Ἕλλησι πᾶσιν ἐκ τριῶν λαικαστριῶν. ἐντεῦθεν ὀργῇ Περικλέης οὑλύμπιος ἤστραπτ᾽ ἐβρόντα ξυνεκύκα τὴν Ἑλλάδα, ἐτίθει νόμους ὥσπερ σκόλια γεγραμμένους, ὡς χρὴ Μεγαρέας μήτε γῇ μήτ᾽ ἐν ἀγορᾷ μήτ᾽ ἐν θαλάττῃ μήτ᾽ ἐν οὐρανῷ μένειν.
Αριστοφάνη, Αχαρνείς (523–534)

Πριν από την έκρηξη του Πελοποννησιακού Πολέμου (431 π.Χ. – 404 π.Χ.), ο Περικλής, κάποιοι από τους στενούς του συνεργάτες και η Ασπασία αντιμετώπισαν μια σειρά προσωπικών και νομικών επιθέσεων. Ιδιαίτερα η Ασπασία κατηγορήθηκε ότι διέφθειρε νεαρά κορίτσια, προκειμένου να ικανοποιήσει τις διαστροφές του Περικλή. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, δικάστηκε για ασέβεια, με δημόσιο κατήγορο τον κωμικό ποιητή Έρμιππο. Αυτές οι κατηγορίες δεν ήταν, πιθανώς, τίποτε περισσότερο από αστήριχτες συκοφαντίες, ωστόσο η όλη εμπειρία άφησε τον μεγάλο Αθηναίο πολιτικό με μεγάλη πικρία. Παρόλο που η Ασπασία αθωώθηκε χάρη σε ένα ασυνήθιστο συναισθηματικό ξέσπασμα του Περικλή, ο φίλος του γλύπτης Φειδίας πέθανε στη φυλακή. Ένας άλλος φίλος του, ο Αναξαγόρας, δέχτηκε επίθεση από την Εκκλησία του Δήμου για τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις. Ο Κάγκαν θεωρεί πιθανό το ενδεχόμενο η ίδια η αφήγηση της δίκης και της αθώωσης της Ασπασίας να είναι πλαστή, «στην οποία πραγματικές συκοφαντίες, υποψίες και χυδαία αστεία μετατράπηκαν σε μια φανταστική δικαστική διαμάχη». Ο Άντονυ Τζ. Ποντλέκι, Καθηγητής των Κλασικών στο Πανεπιστήμιο της Βρετανικής Κολομβίας του Καναδά (University of British Columbia), ισχυρίζεται ότι ο Πλούταρχος ή η πηγή του παρεξήγησαν κάποια σκηνή από ένα θεατρικό έργο. Ο Κάγκαν καταλήγει πως ακόμη και να πιστέψει κανείς τις ιστορίες αυτές, η Ασπασία βγήκε άθικτη με ή χωρίς τη βοήθεια του Περικλή.

Στην κωμωδία «Αχαρνής», ο κωμικός Αριστοφάνης κατηγορεί την Ασπασία για τον Πελοποννησιακό Πόλεμο. Υποστηρίζει ότι το Μεγαρικό Διάταγμα που εξέδωσε ο Περικλής, το οποίο απαγόρευσε στα Μέγαρα τη διεξαγωγή εμπορίου με τους Αθηναίους και τους συμμάχους τους, ήταν πράξη εκδίκησης επειδή κάποιοι Μεγαρείς απήγαγαν πόρνες από τον οίκο της Ασπασίας. Η απόδοση ευθυνών στην Ασπασία για τον Πελοποννησιακό Πόλεμο από τον Αριστοφάνη ίσως αντικατοπτρίζει αναμνήσεις από το προγενέστερο επεισόδιο με τον πόλεμο ανάμεσα στη Μίλητο και τη Σάμο.Ο Πλούταρχος αναφέρει επίσης τα σατιρικά σχόλια και άλλων κωμικών ποιητών, όπως ο Εύπολις και ο Κρατίνος. Σύμφωνα με τον Ποντλέσκι, ο τύραννος της Σάμου, Δούρις, φέρεται να υποστηρίζει την άποψη πως η Ασπασία ευθύνεται για το ξέσπασμα τόσο του Σαμιακού, όσο και του Πελοποννησιακού Πολέμου.

Η Ασπασία ονομάστηκε κατά καιρούς «Νέα Ομφάλη» , «Δηιάνειρα» , «Ήρα»  και «Ελένη»  Επιπρόσθετες επιθέσεις κατά του ζεύγους αναφέρει ο Αθήναιος. Ακόμη και ο γιος του Περικλή, ο Ξάνθιππος, ο οποίος είχε βλέψεις στην πολιτική, δεν δίστασε να κακολογήσει τον πατέρα του για την προσωπική του ζωή.

Τελευταία χρόνια και θάνατος
Το 429 π.Χ., χρονιά κατά την οποία η Αθήνα δοκιμαζόταν από τον λοιμό των Αθηνών, ο Περικλής στάθηκε μάρτυρας του θανάτου τόσο της αδελφής του, όσο και των δύο νόμιμων παιδιών του από την πρώτη του σύζυγο, του Ξάνθιππου και του πολυαγαπημένου του Πάραλου. Με το ηθικό ιδιαίτερα χαμηλό, έπεσε σε βαθιά θλίψη, και ούτε η συντροφιά της Ασπασίας μπόρεσε να τον παρηγορήσει. Λίγο πριν τον θάνατό του, οι Αθηναίοι επέτρεψαν μια αλλαγή στον νόμο που αφορούσε την ιδιότητα του Αθηναίου Πολίτη του 451 π.Χ., κι έτσι μπόρεσε ο γιος του από την Ασπασία, ο Περικλής, που ήταν κατά το ήμισυ Αθηναίος, να αποκτήσει πλήρη πολιτικά δικαιώματα και να γίνει κληρονόμος του. Εντύπωση προκαλεί το γεγονός πως ήταν ο Περικλής εκείνος που είχε προτείνει τον νόμο βάσει του οποίου πλήρη πολιτικά δικαιώματα είχαν μονάχα τα άτομα που είχαν και τους δύο γονείς Αθηναίους. Ο Περικλής απεβίωσε εξαιτίας του λοιμού το φθινόπωρο του 429 π.Χ.

Ο Πλούταρχος μεταφέρει πληροφορίες του Αισχίνη του Σωκρατικού, ο οποίος έγραψε ένα διάλογο με θέμα την Ασπασία (σήμερα χαμένο), σύμφωνα με τις οποίες μετά τον θάνατο του Περικλή η Ασπασία έζησε στο πλευρό του Λυσικλή, με τον οποίο απέκτησε έναν ακόμη γιο, και τον οποίο έκανε τον πρώτο άνδρα της πόλης.Ο Λυσικλής σκοτώθηκε πάνω στο καθήκον το 428 π.Χ.Με τον θάνατο του Λυσικλή σταματούν οι αναφορές των συγχρόνων της συγγραφέων. Είναι άγνωστο, για παράδειγμα, αν ήταν ακόμη εν ζωή όταν ο γιος της, Περικλής, εξελέγη στρατηγός ή όταν εκτελέστηκε μετά τη Ναυμαχία των Αργινουσών. Ο θάνατός της τοποθετείται περίπου το 401 - 400 π.Χ. από τους ιστορικούς, εξαιτίας της εκτίμησης ότι είχε ήδη πεθάνει όταν εκτελέστηκε ο Σωκράτης το 399 π.Χ., μια χρονολόγηση που προκύπτει από τη δομή της «Ασπασίας» του Αισχίνη.

Αναφορές σε λογοτεχνικά κείμενα
Αρχαία φιλοσοφικά έργα
Η Ασπασία εμφανίζεται στα φιλοσοφικά κείμενα του Πλάτωνα, του Ξενοφώντα, του Αισχίνη του Σωκρατικού και του Αντισθένη. Ορισμένοι μελετητές εικάζουν ότι ο Πλάτων εντυπωσιάστηκε τόσο από την ευστροφία της, ώστε βάσισε τη Διοτίμα, χαρακτήρα του «Συμποσίου» του σε εκείνη. Υπάρχουν ωστόσο και άλλοι που θεωρούν τη Διοτίμα υπαρκτό πρόσωπο. Σύμφωνα με τον Τσαρλς Καν, καθηγητή της Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Πενσυλβάνια, η Διοτίμα είναι από πολλές απόψεις η απάντηση του Πλάτωνα στην Ασπασία του Αισχίνη.

Στο «Μενέξενο», ο Πλάτων διακωμωδεί τη σχέση της Ασπασίας με τον Περικλή  και αναφέρεται σε μια ειρωνική ρήση του Σωκράτη, ότι η Ασπασία δίδαξε πολλούς ρήτορες. Η πρόθεση του Σωκράτη είναι να αμαυρώσει τη φήμη του Περικλή ως ρήτορα, υποστηρίζοντας ειρωνικά πως, από τη στιγμή που τον δίδαξε η Ασπασία, ο Αθηναίος πολιτικός θα ήταν ανώτερος στη ρητορική από κάποιον που τον δίδαξε ο Αντιφών. Επίσης αποδίδει τη συγγραφή του περίφημου «Επιταφίου» του Περικλή στην Ασπασία και κατακρίνει την ευλάβεια των συγχρόνων του στο πρόσωπο του Περικλή. Ο Καν υποστηρίζει ότι ο Πλάτων ασπάστηκε την άποψη του Αισχίνη ότι η Ασπασία δίδαξε τη ρητορική στον Περικλή και τον Σωκράτη. Η Ασπασία του Πλάτωνα και η «Λυσιστράτη» του Αριστοφάνη αποτελούν δυο εξαιρέσεις στην αντίληψη πως οι γυναίκες δεν έχουν ρητορικές ικανότητες, αν και οι δύο αυτοί φανταστικοί χαρακτήρες δεν μας λένε κάτι για την πραγματική θέση της γυναίκας στην Αρχαία Αθήνα.[44] Όπως παρατηρεί η Μάρθα Λ. Ρόουζ, Καθηγήτρια Ιστορίας στο Κρατικό Πανεπιστήμιο Τρούμαν: «μοναχά στις κωμωδίες τα σκυλιά καταφεύγουν στα δικαστήρια, τα πουλιά κυβερνούν και οι γυναίκες δημηγορούν».

ἐπεὶ δ' Ἀσπασία χαριζόμενος δοκεῖ πρᾶξαι τὰ πρὸς Σαμίους, ἐνταῦθα ἂν εἴη καιρὸς διαπορῆσαι μάλιστα περὶ τῆς ἀνθρώπου, τίνα τέχνην ἢ δύναμιν τοσαύτην ἔχουσα τῶν τε πολιτικῶν τοὺς πρωτεύοντας ἐχειρώσατο καὶ τοῖς φιλοσόφοις οὐ φαῦλον οὐδ' ὀλίγον ὑπὲρ αὑτῆς παρέσχε λόγον.
Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι, «Περικλής» (XXIV)

Ο Ξενοφών αναφέρει σε δύο περιστάσεις την Ασπασία στα σωκρατικά του έργα: στα «Απομνημονεύματα» και στον «Οικονομικό». Και στις δύο περιπτώσεις ο Σωκράτης προτείνει στον Κριτόβουλο να τη συμβουλευτεί. Στα «Απομνημονεύματα» ο Σωκράτης αναφέρει μια ρήση της Ασπασίας, ότι το πρόσωπο που κάνει ένα συνοικέσιο θα πρέπει να αναφέρει με ειλικρίνεια τα καλά χαρακτηριστικά ενός άνδρα. Στον «Οικονομικό» ο Σωκράτης παραδέχεται ότι η Ασπασία κατέχει περισσότερες γνώσεις σχετικά με τη διαχείριση ενός σπιτιού και την οικονομική σχέση ανάμεσα στους δύο συζύγους.

Τόσο ο Αισχίνης ο Σωκρατικός, όσο και ο Αντισθένης, ονόμασαν έναν σωκρατικό διάλογο «Ασπασία», αν και σήμερα δεν σώζονται παρά λίγα αποσπάσματα. Οι κύριες πηγές μας για την «Ασπασία» του Αισχίνη είναι οι Αθήναιος, Πλούταρχος και Κικέρων. Στο διάλογο, ο Σωκράτης προτείνει στον Καλλία να στείλει τον γιο του Ιππόνικο στην Ασπασία για καθοδήγηση. Όταν ο Καλλίας αντιτίθεται στην προοπτική μιας γυναίκας δασκάλας, ο Σωκράτης απαντά ότι η Ασπασία επηρέασε θετικά τον Περικλή και, μετά τον θάνατό του, τον Λυσικλή. Σε ένα απόσπασμα του διαλόγου που διασώζει στα λατινικά ο Κικέρων, η Ασπασία εμφανίζεται ως «θηλυκός Σωκράτης», συμβουλεύοντας αρχικά τη σύζυγο του Ξενοφώντα και κατόπιν τον ίδιο (ο συγκεκριμένος Ξενοφών δεν είναι ο διάσημος ιστορικός) σχετικά με την απόκτηση αρετής διαμέσου της αυτογνωσίας. Ο Αισχίνης παρουσιάζει την Ασπασία ως δασκάλα και εμπνευστή της τελειότητας, συνδέοντας τις αρετές αυτές με την ιδιότητά της ως εταίρας. Σύμφωνα με τον Καν, καθένα από τα επεισόδια στην Ασπασία του Αισχίνη δεν είναι απλά πλαστό, αλλά και απίστευτο.

Από την «Ασπασία» του Αντισθένη διασώζονται μόλις δύο ή τρία αποσπάσματα. Αυτός ο διάλογος περιέχει αρκετή λασπολογία, αλλά και ανέκδοτα σχετικά με το βίο του Περικλή. Ο Αντισθένης κατά τα φαινόμενα δεν εξαπέλυσε επίθεση μοναχά κατά της Ασπασίας, αλλά εναντίον ολόκληρης της οικογένειας του Περικλή, συμπεριλαμβανομένων των γιων του. Ο φιλόσοφος πιστεύει ότι ο μεγάλος πολιτικός επέλεξε την ηδονή από την αρετή.Κατ’ επέκταση η Ασπασία παρουσιάζεται ως η προσωποποίηση μιας ζωής παραδομένης σε σεξουαλικές απολαύσεις.
Αυτοπροσωπογραφία της Marie Bouliard, η οποία ποζάρει ως Ασπασία, 1794.

Σύγχρονη λογοτεχνία
Η Ασπασία εμφανίζεται σε πολλά σημαντικά έργα της σύγχρονης λογοτεχνίας. Ο ρομαντικός δεσμός της με τον Περικλή ενέπνευσε μερικούς από τους διασημότερους μυθιστοριογράφους και ποιητές των τελευταίων αιώνων. Ιδιαίτερα οι εκπρόσωποι του ρομαντισμού κατά το 19ο αιώνα και οι συγγραφείς ιστορικών μυθιστορημάτων του 20ου αιώνα βρήκαν στην ιστορία της μια αστείρευτη πηγή έμπνευσης.

Το 1835 η Λυδία Μαρία Τσάιλντ, μια Αμερικανίδα οπαδός της κατάργησης της δουλείας, συγγραφέας και δημοσιογράφος, δημοσίευσε τη «Φιλοθέα», ένα κλασικό ρομάντζο, που τοποθετείται την εποχή του Περικλή και της Ασπασίας. Το συγκεκριμένο έργο θεωρείται το πιο επιτυχημένο και περίτεχνο της συγγραφέως, επειδή οι γυναικείοι χαρακτήρες, και ειδικά η Ασπασία, παρουσιάζονται με ιδιαίτερη ομορφιά και λεπτότητα.

Το 1836, ο Γουόλτερ Σάβατζ Λάντορ, Άγγλος συγγραφέας και ποιητής, δημοσίευσε το «Περικλής και Ασπασία», ένα από τα διασημότερα βιβλία του. Το έργο αυτό είναι μια αναπαράσταση της κλασικής Αθήνας διαμέσου μιας σειράς από φανταστικά γράμματα, που περιέχουν πολυάριθμα ποιήματα. Τα γράμματα συχνά ξεφεύγουν από τα πραγματικά γεγονότα αλλά προσπαθούν να αιχμαλωτίσουν το πνεύμα του Χρυσού Αιώνα του Περικλή.

Ο Ρόμπερτ Χάμερλινγκ είναι ένας ακόμη λογοτέχνης που άντλησε έμπνευση από την προσωπικότητα της Ασπασίας. Το 1876 δημοσίευσε το μυθιστόρημα «Ασπασία», ένα βιβλίο για τους τρόπους και τα ήθη της εποχής του Περικλή, καθώς και έργα πολιτιστικού και ιστορικού ενδιαφέροντος.

Ο Ιταλός ποιητής Τζάκομο Λεοπάρντι, που εμπνεύστηκε από το κίνημα του ρομαντισμού, δημοσίευσε ένα σύνολο από πέντε ποιήματα, γνωστά ως «ο Κύκλος της Ασπασίας». Τα ποιήματα αυτά είναι εμπνευσμένα από την επώδυνη εμπειρία του απελπισμένου και ανεκπλήρωτου έρωτα για μια γυναίκα, τη Φάννυ Ταρτζόνι Τοτσέττι. Ο Λεοπάρντι αποκαλεί τη γυναίκα αυτή Ασπασία, από τη σύντροφο του Περικλή.

Το 1918, ο μυθιστοριογράφος και θεατρικός συγγραφέας Τζωρτζ Κραμ Κουκ παρουσίασε το πρώτο του θεατρικό «Οι Αθηναίες», που παρουσιάζει την Ασπασία ως καθοδηγήτρια ενός κινήματος για ειρήνη. Ο Κουκ συνδύασε το αντιπολεμικό αίσθημα των ημερών του με το σκηνικό της Αρχαίας Αθήνας.

Η Αμερικανίδα συγγραφέας Γερτρούδη Άθερτον στο έργο «Ο Αθάνατος Γάμος» (1927) πραγματεύεται την ιστορία του Περικλή και της Ασπασίας, κάνοντας αναφορά στις περιόδους του Σαμιακού Πολέμου, του Πελοποννησιακού Πολέμου και του Λοιμού των Αθηνών.

Φήμη και κριτική
Το όνομα της Ασπασίας συνδέεται στενά με τη δόξα και τη φήμη του Περικλή. Ο Πλούταρχος την αναγνωρίζει ως μια σημαντική προσωπικότητα ανάμεσα στους πολιτικούς και τους διανοούμενους, και εκφράζει τον θαυμασμό του για μια γυναίκα που «χειριζόταν όπως επιθυμούσε τους σπουδαιότερους άνδρες του κράτους και παρείχε αφορμή στους φιλοσόφους να μιλούν κολακευτικά για εκείνη και εις μάκρος».[19] Ο συγγραφέας αναφέρει ότι η φήμη της Ασπασίας ήταν τέτοια, που ακόμη και ο Κύρος ο Νεότερος, που ενεπλάκη σε πόλεμο με τον βασιλιά Αρταξέρξη Β' της Περσίας, χάρισε το όνομά της σε μια από τις παλλακίδες του. Όταν ο Κύρος έχασε τη ζωή του στη μάχη, η γυναίκα αυτή δόθηκε ως λάφυρο στον βασιλιά, στον οποίο άσκησε μεγάλη επιρροή. Ο Λουκιανός αποκαλεί την Ασπασία «πρότυπο σοφίας» και εξυμνεί «τις γνώσεις της γύρω από την πολιτική, τη διορατικότητα, την εξυπνάδα και την οξυδέρκειά της». Ένα κείμενο συριακής προέλευσης, σύμφωνα με το οποίο η Ασπασία συνέθεσε ένα λόγο και ζήτησε από έναν άνδρα να το διαβάσει για χάρη της στο δικαστήριο, επιβεβαιώνει τη φήμη της ρητορικής δεινότητας της. Μια βυζαντινή εγκυκλοπαίδεια του 10ου αιώνα, η Σούδα, αναφέρει ότι η Ασπασία χρησιμοποιούσε έξυπνα τις λέξεις, πως ήταν σοφίστρια και δασκάλα της ρητορικής.

Βασιζόμενοι στις παραπάνω αποτιμήσεις, μια σειρά από μελετητές υποστηρίζουν ότι η Ασπασία υπήρξε, κατά τα φαινόμενα, η μοναδική γυναίκα στην κλασική Ελλάδα που κατάφερε να διακριθεί στο δημόσιο βίο, επηρεάζοντας τον Περικλή στη σύνταξη των δημόσιων λόγων του. Μια μερίδα ιστορικών είναι της άποψης ότι η Ασπασία ίδρυσε μια Ακαδημία για κορίτσια πλούσιων οικογενειών ή ακόμη ότι αποτελεί τον εφευρέτη της σωκρατικής μεθόδου. Ωστόσο, ο Ρόμπερτ Γ. Γουάλας, Καθηγητής των Κλασικών στο Northwestern University, τονίζει πως «δεν μπορούμε να δεχτούμε ως ιστορική αλήθεια το ανέκδοτο της εποχής, βάσει του οποίου η Ασπασία έμαθε στον Περικλή να μιλά, οπότε ήταν σημαντική ρήτορας ή φιλόσοφος». Ο Γουάλας θεωρεί ότι πιθανώς ο Πλάτων αποδίδει αυτό τον ρόλο στην Ασπασία επηρεασμένος από την κωμωδία. Ο Κάγκαν με τη σειρά του περιγράφει την Ασπασία ως μια «όμορφη, ανεξάρτητη, εξαιρετικά έξυπνη νεαρή γυναίκα, ικανή να συμμετέχει επί ίσοις όροις σε μια συζήτηση ανάμεσα στα μεγαλύτερα μυαλά της Ελλάδας, καθώς και να συζητά και να δίνει διευκρινήσεις σε οποιαδήποτε ερώτηση με τον σύζυγό της». Ο Ρότζερ Τζαστ, Καθηγητής της κοινωνικής ανθρωπολογίας στο Πανεπιστήμιο του Κεντ, πιστεύει ότι η Ασπασία ήταν ένα εξαιρετικό πρόσωπο, αλλά το παράδειγμά της είναι από μόνο του αρκετό για να τονίσει το γεγονός ότι για να γίνει μια γυναίκα ισάξια πνευματικά και κοινωνικά ενός άντρα έπρεπε να ήταν εταίρα. Σύμφωνα με την Προύντενς Άλλεν, φιλόσοφο και καθηγήτρια, η Ασπασία προώθησε την προοπτική να γίνει μια γυναίκα φιλόσοφος ένα βήμα παραπέρα από την ποιήτρια Σαπφώ.

Ιστορικότητα
Όπως τονίζει ο Τζόνα Λέντερινγκ, το βασικότερο πρόβλημα των σύγχρονων μελετητών είναι πως τα περισσότερα πράγματα που είναι γνωστά για το βίο της Ασπασίας είναι απλές υποθέσεις. Ο Θουκυδίδης δεν την αναφέρει καθόλου. Μοναδικές μας πηγές είναι αναξιόπιστες αναπαραστάσεις και υποθέσεις που καταγράφονται από λογοτέχνες και φιλοσόφους, οι οποίοι δεν ενδιαφέρονταν για την Ασπασία ως ιστορικό πρόσωπο. Κατ’ επέκταση, για το πρόσωπό της διαθέτουμε μια σειρά από αναφορές που αντιφάσκουν: άλλοτε είναι μια καλή σύζυγος όπως η Θεανώ κι άλλοτε ένας συνδυασμός παλλακίδας και πόρνης, όπως η Θαργηλία. Για τους παραπάνω λόγους, υπάρχουν αμφιβολίες σχετικά με το αν πρόκειται για υπαρκτό πρόσωπο.

Σύμφωνα με τον Γουάλας, «για μας η Ασπασία διαθέτει και μπορεί να διαθέσει σχεδόν μηδενική ιστορική υπόσταση». Για το λόγο αυτό, η Μαντλέν Μ. Χένρυ, Καθηγήτρια των Κλασικών στο Πανεπιστήμιο της Αϊόβα, αναφέρει ότι «τα βιογραφικά ανέκδοτα που κυκλοφόρησαν κατά την αρχαιότητα για την Ασπασία είναι εξαιρετικά παραστατικά, σχεδόν με μηδενική επαληθευσιμότητα, και παραμένουν ζωντανά μέχρι τον 20ό αιώνα». Καταλήγει πως «είναι δυνατό να χαρτογραφήσουμε μονάχα τις απλούστερες πιθανότητες σχετικά με τη ζωή της».