Σάββατο 3 Φεβρουαρίου 2024

Φίλιππος Β΄ της Μακεδονίας (382 π.Χ. - 21 Οκτωβρίου 336 π.Χ.)

Ο τρεις φορές Ολυμπιονίκης Φίλιππος Β΄ της Μακεδονίας
Στους Ολυμπιακούς Αγώνες έπερναν μέρος μόνο Έλληνες στην Αρχαία Ελλάδα, οπότε μέρος πήρε και ο Βασιλέας Φίλιππος Β΄ ο οποίος αναδείχθηκε τρεις φορές Ολυμπιονίκης. Στην 106η Ολυμπιάδα, το 356 π.Χ. έτρεξε με το άλογό του. Στην 107η Ολυμπιάδα, το 352 π.Χ. έτρεξε με τα τέθριππά του. Στην 108η Ολυμπιάδα, το 348 π.Χ., νίκησε στη συνωρίδα.

Ὁ Φίλιππος, τριτότοκος γιὸς τοῦ βασιλέως τῶν Ἀργεαδῶν Μακεδόνων Ἀμύντα Γ΄ καὶ τῆς Εὐρυδίκης, θυγατέρας τοῦ βασιλέως τῶν Λυγκηστῶν Μακεδόνων, γεννήθηκε τὸ 382 π.Χ.
Ὁ πρεσβύτερος ἀδελφός του Ἀλέξανδρος Β΄, ποὺ εἶχε διαδεχθεῖ τὸν Ἀμύντα, εἶχε πέσει θῦμα δολοφονίας. Ὁ ἕτερος ἀδελφός του Περδίκκας Γ΄ ἔκειτο νεκρὸς μαζὶ μὲ 4.000 Μακεδόνες μετὰ ἀπὸ μία ὀλέθρια ἧττα ἀπὸ τοὺς Ἰλλυριούς τὸ θέρος τοῦ 360 π.Χ. 
Τὸ βασίλειο τῆς Μακεδονίας εἶχε βυθισθεῖ σὲ κρίση ποὺ ἀπειλοῦσε τὴν ἴδια του τὴν ὕπαρξη. Ἰλλυριοί, Παίονες, Θρᾶκες, Ἀθηναῖοι ἐπέπιπταν ἀπὸ ὅλα τὰ σημεῖα τοῦ ὁρίζοντος στὸ βασίλειο εἴτε γιὰ νὰ τοῦ ἀποσπάσουν ἐπαρχίες εἴτε μὲ τὸ πρόσχημα νὰ ἐγκαταστήσουν κάποιον ἀναταπαιτητὴ τῆς ἐπιλογῆς τους στὸν θρόνο. 
Ἡ συνέχεια τῆς ἱστορίας εἶναι γνωστή. Ἐντὸς τῶν εἴκοσι τεσσάρων ἐτῶν τῆς βασιλείας τοῦ Φιλίππου Β΄ ἡ Μακεδονία ἀπὸ κράτος στὴν περιφέρεια –ἂν ὄχι στὸ περιθώριο– τῆς ἑλληνικῆς οἰκουμένης ἔγινε ἡ μεγαλύτερη δύναμη ὄχι μόνον τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ ἐπίσης τῆς Νοτιο-Ἀνατολικῆς Εὐρώπης. 
Προτομή, που προσδιορίζεται προσωρινά ως Φίλιππος Β' της Μακεδονίας, μέσα του 4ου αιώνα π.Χ.

Σύμφωνα με τον Έλληνα ιστορικό Θεόπομπο της Χίου (378/377 π.Χ. στη Χίο - 323 ή 300 π.Χ., πιθανώς στην Αλεξάνδρεια), η Ευρώπη δεν είχε δει ποτέ άνθρωπο σαν τον βασιλιά Φίλιππο της Μακεδονίας, και ονόμασε την ιστορία του στα μέσα του τέταρτου αιώνα π.Χ. Φιλιππική Ιστορία.

Τα κύρια έργα του Θεόπομπου είναι τα Ελληνικά («Ελληνική ιστορία») και τα Φιλιππικά («Ιστορία του βασιλιά Φιλίππου»). Η πρώτη δημοσίευση αφηγήθηκε την ιστορία της Ελλάδας από το έτος 411, όπου ξεκινά η Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου του Θουκυδίδη, έως το έτος 394. (Υπάρχει ένα παρόμοιο βιβλίο του Ξενοφώντα, με τον ίδιο τίτλο και το ίδιο θέμα.) Σώζονται μόνο δεκαεννέα θραύσματα, τα οποία δεν αρκούν για να πούμε περισσότερα για τη δομή και την έκταση των δώδεκα βιβλίων του Ελληνικών.

Ο Φίλιππος Β΄ ο Μακεδών (382 π.Χ. - 336 π.Χ.) ήταν Έλληνας βασιλιάς του Βασιλείου της Μακεδονίας από το 359 π.Χ. μέχρι τη δολοφονία του από τον Παυσανία, το 336 π.Χ.

Ήταν μέλος της δυναστείας των Αργεάδων των Μακεδόνων βασιλιάδων, τρίτος γιος του βασιλιά Αμύντα Γ' της Μακεδονίας και πατέρας του Μεγάλου Αλεξάνδρου και του Φιλίππου Γ'. Η άνοδος της Μακεδονίας, η κατάκτησή της και η πολιτική εδραίωση του μεγαλύτερου μέρους της Κλασικής Ελλάδας κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Φιλίππου Β' επιτεύχθηκε εν μέρει με την αναμόρφωση του μακεδονικού στρατού, ιδρύοντας την ξακουστη μακεδονική φάλαγγα που αποδείχθηκε κρίσιμη για την εξασφάλιση των νικών στο πεδίο της μάχης, την εκτεταμένη χρήση των μηχανημάτων πολιορκίας και τη χρήση αποτελεσματικών συμμαχιών διπλωματίας και γάμου.
Άγαλμα του Φιλίππου Β΄, 350-400 μ.Χ. Ρηνανικό Κρατιδιακό Μουσείο του Τριρ.

Αφού νίκησε τις ελληνικές πόλεις-κράτη της Αθήνας και της Θήβας στη Μάχη της Χαιρώνειας το 338 π.Χ., ο Φίλιππος Β' ηγήθηκε της προσπάθειας για την ίδρυση μιας ομοσπονδίας ελληνικών κρατών, γνωστό ως το Συνεδριο της Κορίνθου, με επικεφαλής τον ίδιο και στόχο τη διεξαγωγή εισβολής στην Αχαιμενιδική Αυτοκρατορία της Περσίας. Ωστόσο, η δολοφονία του από έναν βασιλικό σωματοφύλακα, τον Παυσανία του Ορέστη, οδήγησε στην άμεση διαδοχή του γιου του Αλέξανδρου, ο οποίος θα εισέβαλε στην Περσική Αυτοκρατορία στη θέση του πατέρα του.
Από τους προκατόχους του Φιλίππου ο αναμφίβολα σημαντικότερος ήταν ο Αρχέλαος (413-399 π.Χ.), ένας επιτυχημένος βασιλιάς που προχώρησε σε σημαντικές οικονομικές και στρατιωτικές μεταρρυθμίσεις και προσπάθησε να οργανώσει μια σχετικά ισχυρή κεντρική διοίκηση και να ανεβάσει το πολιτισμικό επίπεδο της αυλής. Τον Αρχέλαο διαδέχτηκαν περισσότεροι από 10 βασιλείς μέσα σε μια τριακονταετία.Επί Αλεξάνδρου B' (369-368) οι Θηβαίοι απαίτησαν να τους παραδοθούν ως όμηροι
50 Μακεδόνες γόνοι ευγενών. Μεταξύ αυτών ήταν και ο μικρότερος αδερφός του βασιλιά, ο μετέπειτα βασιλιάς της Μακεδονίας Φίλιππος Β', που παρέμεινε στη Θήβα 3 έτη και έμαθε πολλά από τις στρατιωτικές τους πρακτικές. Τον Αλέξανδρο Β’ διαδέχτηκε ο Περδίκκας Γ', που κυβέρνησε με σχετική σταθερότητα το μακεδονικό βασίλειο μέχρι το 360/359 π.Χ, όταν σκοτώθηκε μαζί με 4.000 Μακεδόνες
πολεμώντας εναντίον των Ιλλυριών. Ο διάδοχος Αμύντας ήταν ανήλικος και έτσι ο θείος του Φίλιππος επρόκειτο να ανέλθει στον θρόνο (Worthington 2011: 44-45, Turner 2012: 21).

Ο Φίλιππος, αφού πρώτα εκτέλεσε τον ετεροθαλή αδελφό του Αρχέλαο στη συνέχεια ανακηρύχθηκε βασιλιάς από τον μακεδονικό στρατό, και τελικά ποτέ δεν εξόντωσε τον μικρό του ανιψιό και γιο του Περδίκκα, Αμύντα, ο οποίος έζησε μια ήσυχη ζωή στη μακεδονική αυλή και τελικά παντρεύτηκε μια κόρη του Φιλίππου. Πιθανώς ρόλο σε αυτό να έπαιξε η ήρεμη προσωπικότητά του, κάτι που σίγουρα αποτιμούσε θετικά ο Φίλιππος. Η ανακήρυξη του Φιλίππου σε βασιλιά και όχι σε αντιβασιλιά, είχε πιθανότατα να κάνει με το γεγονός ότι είχε ήδη δώσει κάποια εικόνα των προσόντων του, εκείνων που ήταν απαραίτητα προκειμένου να αντιμετωπιστεί μια εξαιρετικά επικίνδυνη κατάσταση για το μακεδονικό βασίλειο, με την προοπτική να εκδηλωθεί εισβολή εναντίον του από τέσσερις πλευρές: 
1) από τους Ιλλυριούς, που ήδη κατείχαν κάποια βορειοδυτικά τμήματα του βασιλείου, 
2) τους Παίονες από τα βόρεια, 
3) τους Θράκες από τα ανατολικά, από την περιοχή του Στρυμόνα, όπου ο βασιλιάς τους Βηρισάδης ήδη φιλοξενούσε τον ανταπαιτητή του θρόνου Παυσανία, και 
4) τους Αθηναίους, που μπορούσαν να πλήξουν τις παραθαλάσσιες περιοχές της Μακεδονίας, και που και αυτοί φιλοξενούσαν έναν άλλον ανταπαιτητή, τον Αργαίο.
Αποφασιστικής σημασίας για τον Φίλιππο ήταν να κερδίσει χρόνο. «Το κέρδος χρόνου είναι μια πρωταρχική λειτουργία της διπλωματίας, και η διπλωματία  προοριζόταν να γίνει το προσφιλές πεδίο δράσεως του Φιλίππου» (Hammond & Griffith 1995: 243, 244).
Έτσι, ο Φίλιππος ξεκίνησε με τη δωροδοκία των βασιλιάδων των Παιόνων και των Θρακών. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Διόδωρος 16.3.4 «έστειλε πρεσβευτές στους Παίονες, και διαφθείροντάς τους άλλους με δώρα και άλλους με γενναίες υποσχέσεις, έκανε μια συμφωνία για τη διατήρηση της ειρήνης προς το παρόν» Πιθανώς οι διαπραγματεύσεις να μην ήταν μόνο οικονομικές, δεδομένου ότι ο
Φίλιππος μπορεί να μην μπορούσε να καταβάλλει άμεσα τα 100 ή 200 τάλαντα που θα τους έπειθαν να αλλάξουν την πολιτική των κρατών τους, αλλά και πολιτικές. Φαίνεται δηλ. ότι οι απεσταλμένοι του Φιλίππου έδωσαν πολλές και μεγάλες υποσχέσεις στους Παίονες και τους Θράκες και τελικά τους έπεισαν να μην κινηθούν εχθρικά προς τους Μακεδόνες (Hammond & Griffith 1995: 245, Turner 2012: 24). Ιδιαίτερα, για τους Παίονες, ο Διόδωρος γράφει ότι ο Φίλιππος «μερικούς από αυτούς τους δωροδόκησε, άλλους τους έπεισε με υποσχέσεις να κρατήσουν την ειρήνη» (16.3.4).


Τα πρώτα χρόνια
Πριν τη Βασιλεία
Ο Φίλιππος Β΄ γεννήθηκε το 382 π.Χ. στην Πέλλα, ήταν τριτότοκος γιος του βασιλιά της Μακεδονίας Αμύντα Γ΄ και της Ευρυδίκης, κόρης του Σίρρα (γαμπρού του βασιλιά της Λυγκηστίδος Αρραβαίου Α΄) και ο ισχυρότερος και επιφανέστερος Έλληνας της εποχής του. Μετά τη δολοφονία του μεγαλύτερου αδελφού του, Αλέξανδρου Β', ο Φίλιππος στάλθηκε όμηρος στην Ιλλυρία από τον Πτολεμαίο του Άλορου.

Μετά την ήττα των Μακεδόνων από τους Θηβαίους με αρχηγό τον Πελοπίδα στη Θεσσαλία, ο βασιλιάς Αλέξανδρος ο Β' αναγκάστηκε να συνάψει συνθήκη και να παραδώσει 50 ομήρους στη Θήβα, περιλαμβανομένου και του Φιλίππου. Ενώ βρισκόταν στη Θήβα(368-365 π.Χ), ο Φίλιππος έλαβε στρατιωτική και διπλωματική εκπαίδευση από τον Επαμεινώνδα, έγινε ερωμένος του Πελοπίδα και έζησε με τον Παμμένη, ο οποίος ήταν ενθουσιώδης υπέρμαχος του Ιερού Λόχου της Θήβας. Όταν επέστρεψε τελικά στη Μακεδονία, έγινε κυβερνήτης των ανατολικών επαρχιών και παντρεύτηκε μια Μακεδόνα αριστοκράτισσα, τη Φίλινα. Το 359 π.Χ., ο άλλος αδελφός του Φιλίππου, ο βασιλιάς Περδίκκας Γ', πέθανε στη μάχη κατά των Ιλλυριών. Πριν φύγει, ο Περδίκκας είχε διορίσει τον Φίλιππο ως αντιβασιλέα του βρέφους γιου του Αμύντα Δ', αλλά ο Φίλιππος κατάφερε να πάρει το βασίλειο για τον εαυτό του.

Οι στρατιωτικές ικανότητες και το επεκτατικό όραμα του Φίλιππου για τη Μακεδονία του έφεραν πρόωρη επιτυχία. Έπρεπε πρώτα να διορθώσει τα δεινά που αντιμετώπιζε το βασίλειο στη Μακεδονία. Αυτή ήταν μια δύσκολη κατάσταση που είχε επιδεινωθεί πολύ με την ήττα της Μακεδονίας από τους Ιλλυριούς, έναν αγώνα στον οποίο είχε πεθάνει ο ίδιος ο βασιλιάς Περδίκκας. Οι Παίονες και οι Θράκες είχαν λεηλατήσει και εισβάλλει στις ανατολικές περιοχές της Μακεδονίας, ενώ οι Αθηναίοι είχαν αποβιβαστεί στη Μεθώνη στα παράλια με ένα απόσπασμα υπό τον Αργαίο Β΄.

Αρχικές ενέργειες
Με μία σειρά θεμελιωδών μεταρρυθμίσεων στο σύνολο της δομής του βασιλείου του κατάφερε να εισέλθει δυναμικά στο προσκήνιο των ελληνικών υποθέσεων στα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ. Αφού αναδιοργάνωσε ριζικά τον στρατό του, εισάγοντας μεταξύ άλλων τη σάρισα, και επινόησε καινούργιες τακτικές για τη φάλαγγα των οπλιτών. Κατά τον Αρριανό, αντέγραψε από τους Θράκες και υιοθέτησε την τριγωνική παράταξη για τις επιθέσεις του μακεδονικού ιππικού. Ο αναγεννημένος στρατός πέτυχε τότε τις πρώτες του νίκες, εξουδετερώνοντας οριστικά τις ληστρικές επιδρομές των βαλκανικών λαών που περιέβαλλαν τη Μακεδονία και προχώρησε σε κεραυνοβόλες επιθετικές ενέργειες εναντίον των βόρειων, δυτικών και ανατολικών γειτόνων του. Δημιούργησε έτσι στη χερσόνησο του Αίμου ένα μεγάλο κράτος με σχέσεις συμμαχίας, υποτέλειας ή υποταγής με τους παρακάτω λαούς: Ιλλυριοί, Παίονες, Τριβαλλοί, Θράκες, Γέτες, Σκύθες.

Χρησιμοποιώντας διπλωματία, ο Φίλιππος απώθησε τους Παίονες και τους Θράκες υποσχόμενος καταβολή φόρων και νίκησε τους 3.000 Αθηναίους οπλίτες (359 π.Χ.). Στιγμιαία απαλλαγμένος από τους αντιπάλους του, επικεντρώθηκε στην ενίσχυση της εσωτερικής του θέσης και κυρίως του στρατού του. Ο Φίλιππος Β' έκανε πολλές αξιόλογες συνεισφορές στον μακεδονικό στρατό. Το ιππικό και το πεζικό, που ήταν η κύρια πηγή δύναμης του στρατού, διπλασιάστηκαν περίπου από την εποχή των μαχών με τους Ιλλυριούς έως το 334 π.Χ.  Αυξήθηκε επίσης η πειθαρχία και η εκπαίδευση των στρατιωτών και στους Μακεδόνες στρατιώτες υπό τον Φίλιππο δόθηκε η δυνατότητα προαγωγής μέσω των βαθμών και ανταμοιβών και επιδομάτων για εξαιρετική υπηρεσία. Εκτός από αυτές τις αλλαγές, ο Φίλιππος δημιούργησε τη Μακεδονική φάλαγγα, έναν σχηματισμό πεζικού που αποτελούνταν από στρατιώτες οπλισμένους όλοι με μια σάρισα. Ο Φίλιππος πιστώνεται για την προσθήκη της σάρισας στον μακεδονικό στρατό, όπου σύντομα ήταν το κοινό όπλο που χρησιμοποιούσαν οι περισσότεροι στρατιώτες. 

Η πλήρης επικράτηση στη νότιο Ελλάδα
Ο Φίλιππος είχε παντρευτεί την Αυδάτη, δισέγγονη του Ιλλυριού βασιλιά της Δαρδανίας, Βαρδύλλη. Ωστόσο, αυτός ο γάμος δεν τον εμπόδισε να βαδίσει κατά των Ιλλυριών το 358 π.Χ. και να τους νικήσει σε μια μάχη στην οποία σκοτώθηκαν περίπου 7.000 Ιλλυριοί (357). Με αυτή την κίνηση, ο Φίλιππος εδραίωσε την εξουσία του στην ενδοχώρα μέχρι τη λίμνη Αχρίδα και κέρδισε την εύνοια των Ηπειρωτών.

Αφού εξασφάλισε τα δυτικά και νότια σύνορα της Μακεδονίας, ο Φίλιππος συνέχισε να πολιορκεί την Αμφίπολη το 357 π.Χ. Οι Αθηναίοι δεν μπόρεσαν να κατακτήσουν την Αμφίπολη, που διοικούσε τα χρυσωρυχεία του όρους Παγγαίου, οπότε ο Φίλιππος συμφώνησε με την Αθήνα να τους μισθώσει την πόλη μετά την κατάκτησή της, με αντάλλαγμα την Πύδνα (η οποία έχασε η Μακεδονία το 363 π.Χ.). Ωστόσο, μετά την κατάκτηση της Αμφίπολης, ο Φίλιππος κατέλαβε για λογαριασμό του την Πύδνα και κράτησε και τις δύο πόλεις (357 π.Χ.). Η Αθήνα σύντομα κήρυξε τον πόλεμο εναντίον του, και ως αποτέλεσμα, ο Φίλιππος συμμάχησε τη Μακεδονία με τη Χαλκιδική Συμμαχία της Ολύνθου. Στη συνέχεια κατέκτησε την Ποτίδαια, κρατώντας αυτή τη φορά τον λόγο του και την παραχώρησε στη Συμμαχία το 356 π.Χ. 

Το 357 π.Χ., ο Φίλιππος παντρεύτηκε την Ηπειρώτισσα πριγκίπισσα Ολυμπιάδα, η οποία ήταν κόρη του βασιλιά των Μολοσσών. Ο Αλέξανδρος γεννήθηκε το 356 π.Χ., την ίδια χρονιά που το άλογο κούρσας του Φιλίππου κέρδισε στους Ολυμπιακούς Αγώνες.

Κατά το 356 π.Χ., ο Φίλιππος κατέλαβε την πόλη Κρενίδες και άλλαξε το όνομά της σε Φιλίππους. Στη συνέχεια ίδρυσε μια ισχυρή φρουρά εκεί για να ελέγχει τα ορυχεία της, τα οποία απέδωσαν μεγάλο μέρος του χρυσού που χρησιμοποίησε αργότερα για τις εκστρατείες του. Στο μεταξύ, ο στρατηγός του Παρμενίωνας νίκησε ξανά τους Ιλλυριούς. 

Έχοντας αυξήσει το γόητρο του με το να γίνει ολυμπιονίκης κατά τους 106ους (356 π.Χ.), 107ους (352 π.Χ.) και 108ους (348 π.Χ.) Ολυμπιακούς αγώνες στα ιππικά αγωνίσματα του κέλη, τέθριππου και συνωρίδος αντίστοιχα, από το 346 π.Χ. προσπάθησε να πείσει τις ελληνικές πόλεις-κράτη του νότου με τη δύναμη της διπλωματίας για ένωση και κοινή εκστρατεία κατά των Περσών με κυριότερο σύμμαχο ως το 338 π.Χ. τη Θήβα, αλλά και με υπολογίσιμους αντιπάλους την Αθήνα και τη Σπάρτη.

Το 355–354 π.Χ. πολιόρκησε τη Μεθώνη, την τελευταία πόλη στον Θερμαϊκό Κόλπο που ελεγχόταν από την Αθήνα. Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας, ο Φίλιππος τραυματίστηκε στο δεξί του μάτι, το οποίο αργότερα αφαιρέθηκε χειρουργικά. Παρά την άφιξη δύο αθηναϊκών στόλων, η πόλη έπεσε το 354 π.Χ. Ο Φίλιππος επιτέθηκε επίσης στα Άβδηρα και τη Μαρώνεια, στα θρακικά παράλια (354–353 π.Χ.).

Κατά τη διάρκεια του Γ΄ Ιερού Πολέμου (355-352 π.Χ.) συγκρούστηκε με την ανερχόμενη δύναμη της Φωκίδας και τον τύραννο των Φερρών, και παρά τις αρχικές του αποτυχίες κατάφερε να τους νικήσει στη μάχη του Κρόκιου Πεδίου το 352 π.Χ., πετυχαίνοντας παράλληλα άλλες δύο νίκες στο στρατιωτικό και το διπλωματικό πεδίο: την υποταγή της Θεσσαλίας στη Μακεδονία (άρα και την ένταξη του περίφημου θεσσαλικού ιππικού στον στρατό του) και την αποδοχή της Μακεδονίας ως μέλους του Αμφικτυονικού Συνεδρίου των Δελφών, προβάλλοντας έτσι τη Μακεδονία ως πρωταγωνιστική δύναμη σταθερότητας στα ελληνικά πράγματα.

Η εμπλοκή του Φιλίππου στον Τρίτο Ιερό Πόλεμο (356-346 π.Χ.) ξεκίνησε το 354 π.Χ. Μετά από αίτημα της Θεσσαλικής Συμμαχίας, ο Φίλιππος και ο στρατός του ταξίδεψαν στη Θεσσαλία για να καταλάβουν τις Παγάσες, με αποτέλεσμα να συμμαχήσουν με τη Θήβα. Ένα χρόνο αργότερα, το 353 π.Χ., ο Φίλιππος κλήθηκε για άλλη μια φορά να βοηθήσει στη μάχη, αλλά αυτή τη φορά εναντίον του τυράννου Λυκόφρονα που υποστηριζόταν από τον Ονόμαρχο. Ο Φίλιππος και οι δυνάμεις του εισέβαλαν στη Θεσσαλία, νικώντας 7.000 Φωκείς και αναγκάζοντας τον Φαήλλο, τον αδελφό του Ονόμαρχου, να φύγει.

Την ίδια χρονιά, ο Ονόμαρχος και ο στρατός του νίκησαν τον Φίλιππο σε δύο διαδοχικές μάχες. Ο Φίλιππος επέστρεψε στη Θεσσαλία το επόμενο καλοκαίρι, αυτή τη φορά με στρατό 20.000 πεζών, 3.000 ιππείς και την πρόσθετη υποστήριξη των δυνάμεων της Θεσσαλικής Συμμαχίας. Στη μάχη του Κρόκιου Πεδίου, 6.000 Φωκείς έπεσαν και 3.000 αιχμαλωτίστηκαν και αργότερα πνίγηκαν. Αυτή η μάχη έδωσε στον Φίλιππο τεράστιο κύρος καθώς και τη δωρεάν προσάρτηση των Φερών. Έγινε αρχηγός ( άρχων ) της Θεσσαλικής Συμμαχίας και μπόρεσε να διεκδικήσει τη Μαγνησία και την Περραιβία, που επέκτεινε την επικράτειά του στις Παγάσες. Ο Φίλιππος δεν επιχείρησε να προχωρήσει στη Στερεά Ελλάδα γιατί οι Αθηναίοι, μη μπορώντας να φτάσουν έγκαιρα για να υπερασπιστούν τις Παγάσες, είχαν καταλάβει τις Θερμοπύλες.

Δεν υπήρξαν ακόμη εχθροπραξίες με την Αθήνα, αλλά η Αθήνα απειλήθηκε από τους Μακεδόνες. Από το 352 έως το 346 π.Χ., ο Φίλιππος δεν ταξίδεψε ξανά νότια. Δραστηριοποιήθηκε στην ολοκλήρωση της υποταγής της βαλκανικής ορεινής χώρας στα δυτικά και βόρεια και στη μείωση των ελληνικών πόλεων της ακτής μέχρι τον Έβρο. Στον αρχηγό αυτών των παράκτιων πόλεων, την Όλυνθο, ο Φίλιππος συνέχισε να δηλώνει φιλία έως ότου οι γειτονικές πόλεις ήταν στα χέρια του.

Το 348 π.Χ., ο Φίλιππος ξεκίνησε την πολιορκία της Ολύνθου, η οποία, εκτός από τη στρατηγική της θέση, στέγασε τα ετεροθαλή αδέρφια του, τον Αρριδαίο και τον Μενέλαο, διεκδικητές του μακεδονικού θρόνου. Η Όλυνθος είχε αρχικά συμμαχήσει με τον Φίλιππο, αλλά αργότερα μετατόπισε την πίστη της στην Αθήνα. Ο τελευταίος όμως δεν έκανε τίποτα για να βοηθήσει την πόλη γιατί οι εκστρατείες της αναχαιτίστηκαν από μια εξέγερση στην Εύβοια. Ο Μακεδόνας βασιλιάς πήρε την Όλυνθο το 348 π.Χ. και ισοπέδωσε την πόλη. Την ίδια τύχη είχαν και άλλες πόλεις της Χαλκιδικής χερσονήσου, με αποτέλεσμα να διαλυθεί η Χαλκιδική Συμμαχία.

Η Μακεδονία και οι γειτονικές της περιοχές έχοντας πλέον ενοποιηθεί με ασφάλεια, ο Φίλιππος γιόρτασε τους Ολυμπιακούς Αγώνες στο Δίον. Το 347 π.Χ., ο Φίλιππος προχώρησε στην κατάκτηση των ανατολικών συνοικιών γύρω από τον Έβρο και ανάγκασε την υποταγή του Θράκα πρίγκιπα Κερσοβλέπτη. Το 346 π.Χ., παρενέβη αποτελεσματικά στον πόλεμο μεταξύ Θηβαίων και Φωκαίων, αλλά οι πόλεμοι του με την Αθήνα συνεχίστηκαν κατά διαστήματα. Ωστόσο, η Αθήνα είχε κάνει προτροπές για ειρήνη και όταν ο Φίλιππος μετακόμισε πάλι νότια, ορκίστηκε ειρήνη στη Θεσσαλία. 

Με βασικές ελληνικές πόλεις-κράτη υποταγμένες, ο Φίλιππος Β' στράφηκε προς τη Σπάρτη, προειδοποιώντας τις: «Αν εισβάλω στη Λακωνία, θα σας διώξω. Η λακωνική απάντηση των Σπαρτιατών ήταν μονολεκτική: «Αν». Ο Φίλιππος προχώρησε στην εισβολή κατά της Λακωνίας, ερήμωσε μεγάλο μέρος της και εκδίωξε τους Σπαρτιάτες από διάφορα μέρη. 

Το 345 π.Χ., ο Φίλιππος διεξήγαγε μια σκληρή εκστρατεία εναντίον των Αρδιαίων ( Αρδιαίοι ), υπό τον βασιλιά τους Πλεύρατο Α΄, κατά την οποία ο Φίλιππος τραυματίστηκε σοβαρά στο κάτω δεξί πόδι από έναν Άρδιο στρατιώτη.

Το 342 π.Χ., ο Φίλιππος οδήγησε μια στρατιωτική εκστρατεία βόρεια κατά των Σκυθών, κατακτώντας τον οχυρωμένο Θρακικό οικισμό Ευμολπία για να του δώσει το όνομά του, Φιλιππούπολη (σημερινή Πλόβντιβ).

Το 340 π.Χ., ο Φίλιππος ξεκίνησε την πολιορκία της Περίνθου και το 339 π.Χ., άρχισε μια άλλη πολιορκία κατά της πόλης του Βυζαντίου. Καθώς και οι δύο πολιορκίες απέτυχαν, η επιρροή του Φιλίππου στην Ελλάδα διακυβεύτηκε. Επιβεβαίωσε με επιτυχία την εξουσία του στο Αιγαίο νικώντας μια συμμαχία Θηβαίων και Αθηναίων στη μάχη της Χαιρώνειας το 338 π.Χ., και την ίδια χρονιά, κατέστρεψε την Άμφισσα γιατί οι κάτοικοι είχαν καλλιεργήσει παράνομα μέρος της Κρισαίας πεδιάδας που ανήκε στους Δελφούς. Αυτές οι αποφασιστικές νίκες οδήγησαν στην αναγνώριση του Φίλιππου ως στρατιωτικού ηγέτη του Συνεδρίου της Κορίνθου, μιας ελληνικής συνομοσπονδίας που συμμάχησε κατά της Περσικής Αυτοκρατορίας, το 338/7 π.Χ. Τα μέλη του συνεδρίου συμφώνησαν να μην διεξάγουν ποτέ πόλεμο μεταξύ τους, εκτός αν ήταν για να καταστείλουν κάποια επανάσταση.

Όμως μόλις το 338 π.Χ., μετά την ιδιαίτερης σκληρότητας μάχη της Χαιρώνειας, κατάφερε ο Φίλιππος να ενώσει τους Έλληνες. Στη μάχη αυτή ο Φίλιππος μαζί με τον Αλέξανδρο, που διοικούσε ένα τμήμα του στρατού, αντιμετώπισε τον συνασπισμό Αθηναίων, Θηβαίων και όλων σχεδόν των νότιων Ελλήνων και τους νίκησε.

Ύστερα, με το συνέδριο της Κορίνθου, ένωσε τους Έλληνες και πολιτικά, εκτός από τη Σπάρτη, που επέλεξε την απομόνωση και τη συνεχή αντιπαράθεση με τους Μακεδόνες, και την ουδέτερη Κρήτη.

Φίλιππος και Μέγας Αλέξανδρος
Ο Φίλιππος, έχοντας διώξει την πρώτη του σύζυγο και μητέρα του Αλέξανδρου, Ολυμπιάδα, παντρεύτηκε μια Μακεδόνισσα πριγκίπισσα, την Κλεοπάτρα, ανιψιά του Αττάλου. Στο γαμήλιο γλέντι ο Άτταλος εύχεται στο ζευγάρι να αποκτήσει γρήγορα ένα νόμιμο διάδοχο (αποκαλώντας έμμεσα τον Αλέξανδρο νόθο). Ο Αλέξανδρος αδειάζει το ποτήρι του στο πρόσωπο του Αττάλου και ξεσπά ένας φοβερός καυγάς. Ο Φίλιππος, μεθυσμένος, τραβά το ξίφος του, αλλά σκοντάφτει και πέφτει κάτω. Ο Αλέξανδρος σχολιάζει «δείτε τον άνθρωπο που θέλει να περάσει στην Ασία και δεν μπορεί να περάσει πάνω από ένα τραπέζι».

Η Ολυμπιάδα με τον Αλέξανδρο καταφεύγουν στο σπίτι του πατέρα της στην Ήπειρο. Η φυγή του Αλέξανδρου χαλάει τα σχέδια του Φιλίππου, που δεν μπορεί να εκστρατεύσει χωρίς αντιβασιλέα. Ο Αλέξανδρος αργότερα γύρισε και ο Φίλιππος ξανάρχισε τα σχέδιά του, στέλνοντας τον Ιούνιο του 336 π.Χ. στον Ελλήσποντο τον Άτταλο και τον Παρμενίωνα με 10.000 στρατό, για να προετοιμάσουν την εκστρατεία.

Εκστρατείες κατά της Περσίας
Ο Φίλιππος Β' ενεπλάκη αρκετά νωρίς σε αγώνες ενάντια στην αυτοκρατορία των Αχαιμενιδών. Περίπου το 352 π.Χ., υποστήριξε αρκετούς Πέρσες αντιπάλους του Αρταξέρξη Γ΄, όπως ο Αρτάβαζος Β΄, ο Αμμινάπης ή ένας Πέρσης ευγενής ονόματι Αρχέλαος, δεχόμενος τους για αρκετά χρόνια ως εξόριστους στη Μακεδονική αυλή. Η υποδοχή των εξόριστων του έδωσε μια καλή γνώση των περσικών ζητημάτων, και ίσως μάλιστα να επηρέασε κάποιες από τις καινοτομίες του στη διαχείριση του μακεδονικού κράτους. Με αυτούς τους Πέρσες εξόριστους έκανε παρέα και ο Αλέξανδρος στα νιάτα του.

Το 336 π.Χ., ο Φίλιππος Β' έστειλε τον Παρμενίωνα, με τον Αμύντα, τον Ανδρομένη και τον Άτταλο, και στρατό 10.000 ανδρών στη Μικρά Ασία για να προετοιμαστούν για μια εισβολή για να απελευθερώσουν τους Έλληνες που ζούσαν στη δυτική ακτή και τα νησιά από την κυριαρχία των Αχαιμενιδών.  Στην αρχή όλα πήγαν καλά. Οι ελληνικές πόλεις στη δυτική ακτή της Μικράς Ασίας επαναστάτησαν μέχρι που έφτασε η είδηση ότι ο Φίλιππος είχε δολοφονηθεί και τον διαδέχθηκε ως βασιλιάς ο μικρός γιος του Αλέξανδρος. Οι Μακεδόνες αποθαρρύνθηκαν από τον θάνατο του Φιλίππου και στη συνέχεια ηττήθηκαν κοντά στη Μαγνησία από τους Αχαιμενίδες υπό τη διοίκηση του μισθοφόρου Μέμνονα της Ρόδου.

Δολοφονία και διαδοχή
Ακολούθως οργάνωσε τον εορτασμό για τους γάμους της κόρης του Κλεοπάτρας με τον βασιλιά των Μολοσσών, Αλέξανδρο Α΄, στο θέατρο των Αιγών. Σύμφωνα με τον Διόδωρο, σε μια επίδειξη δύναμης, ο Φίλιππος έκανε την είσοδό του στο θέατρο χωρίς τη φρουρά του. Τότε όμως δολοφονήθηκε από έναν από τους πιο έμπιστους σωματοφύλακές του, τον Παυσανία. Ο Παυσανίας σκοτώθηκε λίγα λεπτά αργότερα από τους διώκτες του - Λεοννάτο μαζί με τον Περδίκκα-.

Ο Αλέξανδρος και με την υποστήριξη του Αντίπατρου, που εκτελούσε χρέη αντιβασιλέα, ανακηρύχθηκε από τον στρατό νέος βασιλιάς. Οι λόγοι και οι ηθικοί αυτουργοί της δολοφονίας δεν έγιναν γνωστοί. Φαίνεται όμως ότι είχε συνεργούς, πράγμα που στρέφει τις υποψίες είτε στους Πέρσες, που ήθελαν να αποτρέψουν την εισβολή στο κράτος τους, είτε στην Ολυμπιάδα, που αισθανόταν ταπεινωμένη, επειδή ο Φίλιππος την είχε χωρίσει για μία νεότερη και ανιψιά του στρατηγού Αττάλου. Θα μπορούσαν όμως να είναι κάποιοι εσωτερικοί αντίπαλοι του Φιλίππου στη Μακεδονία και την υπόλοιπη Ελλάδα.
Ο τάφος του Φιλίππου Β' της Μακεδονίας στο Μουσείο Βασιλικών Τάφων στη Βεργίνα

Ο τάφος του Φιλίππου
Στις 8 Νοεμβρίου 1977, ο αρχαιολόγος Μανώλης Ανδρόνικος ανακοίνωσε την ανακάλυψη του ασύλητου τάφου (Τάφος ΙΙ, όπως έχει ονομαστεί από τους αρχαιολόγους) του Φιλίππου Β΄ στη Βεργίνα της Ημαθίας, γεγονός που υπήρξε μείζων αρχαιολογική ανακάλυψη παγκοσμίως. Τα ευρήματα του τάφου αργότερα συμπεριλήφθηκαν στην έκθεση «Αναζητώντας τον Αλέξανδρο» που έγινε σε τέσσερις πόλεις των Η.Π.Α. από το 1980 έως το 1982. Η ταυτοποίηση του τάφου αμφισβητήθηκε, συχνά στην Αμερική και την Ιταλία, από το 1978 και από Έλληνες αρχαιολόγους και συνεχίζει να αμφισβητείται ακόμη και σήμερα. Από ορισμένους αρχαιολόγους και ιστορικούς, όπως η καθηγήτρια Όλγα Παλαγγιά, οι P. Lehmann, Α.Μ. Prestianni Giallobardo, Β. Tripodi, Ε.Ν. Borza, υποστηρίχθηκε ότι ο νεκρός του Τάφου ΙΙ είναι ο Φίλιππος Γ΄ ο Αρριδαίος ο οποίος δολοφονήθηκε το 317 π.Χ. Ο αναπληρωτής καθηγητής αρχαιολογίας Παναγιώτης Φάκλαρης υποστήριξε, από το 1994, ότι οι τάφοι στη Βεργίνα δεν είναι βασιλικοί, και απέκλεισε την ταύτιση της Βεργίνας με τις Αιγές.
Η χρυσή λάρναξ και το χρυσό ταφικό στέμμα του Φιλίππου

Ο Μιλτιάδης Χατζόπουλος, συνόψισε όλον τον σχετικό επιστημονικό διάλογο έως το 2008, κλίνοντας υπέρ της εκδοχής του Φιλίππου Β΄, σημειώνοντας ότι η συζήτηση για τη χρονολόγηση του τάφου συσκοτίστηκε από την επιδίωξη δημοσιότητας, πολιτικές ατζέντες, προσωπικές διαφορές και έλλειψη κοινής λογικής, τα οποία οδήγησαν κάποιους σε «σειρά από αμφίβολες υπο-χρονολογήσεις»..

Μετά από τις αμφισβητήσεις έγινε επανεξέταση των οστών που βρέθηκαν στον Τάφο ΙΙ, από Βρετανούς ειδικούς, η οποία απορρίπτει την εκδοχή του Φιλίππου Γ΄ Αρριδαίου. Μεταγενέστερη κριτική εξέταση των επιχειρημάτων έως το 2011 κατέληξε στο συμπέρασμα ότι σίγουρα ο τάφος δεν ανήκει στον Φίλιππο Γ' Αρριδαίο και ότι αυτή η άποψη μπορεί να απορριφθεί από τη σύγχρονη επιστήμη.

Τον Μάρτιο του 2015, πιστοποιήθηκε από ομάδα ερευνητών ότι η σορός του Τάφου Ι εμφανίζει οπή στο οστό του γονάτου. Σύμφωνα με ιστορικές πηγές, το 339 π.Χ., τρία χρόνια δηλαδή πριν από τη δολοφονία του Φιλίππου, κατά τη διάρκεια μάχης, είχε τραυματιστεί από δόρυ που διαπέρασε το πόδι του. Το οστούν έχει επίσης υποστεί αγκύλωση μεταξύ της κνήμης και του μηρού, που δείχνει ότι το άτομο κούτσαινε, όπως και ο Φίλιππος μετά τον τραυματισμό του. Όλα αυτά δείχνουν, κατά την ερευνητική ομάδα, πως ο Τάφος Ι ανήκει στον Φίλιππο Β΄ και ο ασύλητος Τάφος ΙΙ (τον οποίο ο Ανδρόνικος είχε συνδέσει με τον Φίλιππο Β΄) στον Φίλιππο Γ΄ Αρριδαίο