Παρασκευή 26 Ιανουαρίου 2024

Το φρούριο Κούλες στο λιμάνι Ηρακλείου

Το «Φρούριο στη Θάλασσα» βενετσιάνικο κάστρο του λιμανιού (Rocca al Mare το όνομα που έδωσαν οι ενετοί) αποτελεί ίσως το χαρακτηριστοκότερο αξιοθέατο του Ηρακλείου.
Κούλες λέγεται το θαλάσσιο φρούριο που κτίστηκε από τους Ενετούς στο Ηράκλειο. Βρίσκεται στην είσοδο του ενετικού λιμανιού, ώστε να προστατεύει το λιμάνι του Ηρακλείου και μαζί με το Κάστρο του Παλαιοκάστρου τον κόλπο της Αμμουδάρας από τις εισβολές και τις αποβάσεις άλλων κατακτητών. Είναι γνωστό επίσης και ως Καστέλλο ντελ Μόλο (Castello del Molo), Ρόκκα α Μάρε (Rocca a Mare), Κάστρο της θάλασσας (Castello a Mare), Κάστρο της Κάντια ή πρώην Χάνδακα (Castel di Candia).
Το σημερινό φρούριο κτίστηκε το χρονικό διάστημα 1523-1540 στη θέση παλαιότερου πύργου, ο οποίος κρίθηκε ανεπαρκής. Λόγω της φθοράς από τα κύματα, δέχεται συχνές επισκευές. Όμως, παρά το μεγάλο κόστος συντήρησης, έπαιξε ελάσσονα ρόλο στην πολιορκία του Χάνδακα από τους Οθωμανούς. Κατά τους οθωμανικούς χρόνους λειτούργησε ως φυλακή και κτίστηκε σε αυτό ένας μικρός φάρος. Σήμερα είναι επισκέψιμο για το κοινό.
Γενικά για το Φρούριο
Το Φρούριο κτίστηκε από τους Ενετούς, κατά τα πρώτα χρόνια της κυριαρχίας τους στο Χάνδακα, για την καλύτερη προστασία του λιμένα της πόλης, που είχε εξέχουσα στρατηγική και εμπορική σημασία. Το αρχικό κτίσμα, που ήταν χαμηλό και χωρίς σκάρπα, καταστράφηκε από το σεισμό του 1303 και επισκευάστηκε. 
Στις αρχές του 16ου αι., μέσα στα πλαίσια του γενικότερου επανασχεδιασμού των οχυρώσεων της πόλης, το παλαιό φρούριο κατεδαφίστηκε και στη θέση του κατασκευάστηκε το φρούριο που σώζεται μέχρι σήμερα στο διάστημα από το 1523 (χρονολογία που αναφέρεται σε επιγραφή πάνω από τη βορεινή πύλη) ως το 1540. 
Αναπαράσταση της Κάντιας, πρωτεύουσας της Κρήτης, από τον Francesco Valegio (1595), όπου βλέπουμε, μεταφορικά, το ενετικό φρούριο, στα δεξιά, που παριστάνεται από έναν πύργο (ίσως ο συγγραφέας δεν κατάλαβε ότι δεν επισκέφτηκε ποτέ την Κρήτη και βασίστηκε σε προηγούμενα γραπτά στην κατασκευή του φρουρίου Κούλες, όταν υπήρχε μόνο ένας πύργος).

Οι ογκώδεις δόμοι του μεταφέρθηκαν από τα Φρασκιά και την Ντία. To φρούριο είναι διώροφο και στην τελική του μορφή κάλυπτε επιφάνεια περίπου 3.600 τ.μ. 
Το ισόγειο χωρίζεται με τοίχους μεγάλου πάχους σε 26 διαμερίσματα που χρησίμευαν ως αποθήκες τροφίμων και πολεμοφοδίων, αλλά και ως κελλιά φυλακής, στα οποία βασανίστηκαν πολλοί Κρήτες επαναστάτες. Στον όροφο είχαν διαμορφωθεί καταλύματα για τον καστελλάνο και τους αξιωματικούς της φρουράς. Υπήρχαν ένας φούρνος, ένας μύλος και μια μικρή εκκλησία. Στις τρεις πλευρές που έβλεπαν προς τη θάλασσα ανοίγονταν θυρίδες για τα πυροβόλα που προστάτευαν το λιμάνι. 
Εδώ, η παλαιότερη αναπαράσταση κανoνiού στην Ευρώπη, De Nobilitatibus Sapientii Et Prudentiis Regum Walter de Milemete, 1326.

Στα 1630 υπήρχαν 18 πυροβόλα στο ισόγειο και 25 στον όροφο. Μια κεκλιμένη δίοδος που χρησίμευε στη μεταφορά των πολυβόλων οδηγούσε ως το δώμα. Στη ΒΑ, Δ και Ν πλευρά εξωτερικά ήταν εντοιχισμένες μαρμάρινες ανάγλυφες παραστάσεις του φτερωτού λέοντα της Βενετίας που σήμερα σώζονται ακρωτηριασμένες. Οι επάλξεις του φρουρίου έχουν αναστηλωθεί. 
Ιστορία
Παλαιότερες οχυρώσεις
Το παλιό λιμάνι του Ηρακλείου δημιουργήθηκε σε φυσικό όρμο του οποίου η βόρεια πλευρά περικλειόταν από σειρά βράχων και υφάλων, στις βόρειες ακτές της Κρήτης. 
Στην άκρη αυτών των βράχων οι Ενετοί κατασκεύασαν έναν πύργο τα πρώτα χρόνια της κυριαρχίας τους στο νησί. Δεν έχει επιβεβαιωθεί αν στη θέση εκείνη υπήρχε παλαιότερα πύργος των βυζαντινών χρόνων ή των αραβικών χρόνων. Ο πύργος αυτός μάλλον ήταν κυκλικός και υπέστη σοβαρές ζημιές από το σεισμό του 1303, όπως ανέφερε ο δούκας Κίντο ντα Κανάλ στην αναφορά του στη Βενετία.
Στη θέση του κτίστηκε νέος πύργος, ο οποίος αναφερόταν ως πύργος του Κάστρου (Torre del Castello). Δεν είναι γνωστό τι μορφή είχε. Ο Κριστόφορο Μπουοντελμόντι το 1429 σχεδίασε ένα ψηλό τετράγωνο πύργο στην είσοδο του λιμανιού, ενώ ο Εράρντο Ρέβιτς το 1486 σχεδίασε ένα ψηλό κυκλικό πύργο με επάλξεις κτισμένο σε βαθμιδωτό κρηπίδωμα, με ένα μικρότερο κυκλικό πύργο στην άλλη πλευρά του λιμανιού. Ο πύργος αυτός υπέστη σημαντικές ζημιές από σεισμούς το 1508 και το 1517. 
Το καλοκαίρι 1523 ο μηχανικός Αντόνιο Σαρατσίνι, ο Τζοβάνι ντα Κόμο, ο αρχηγός του στρατού Τομάσο Μοτσενίγκο και ο δούκας Μάρκο Μίνιο έκριναν ότι ο πύργος ήταν ανεπαρκής να αντιμετωπίσει τις επιθέσεις με πυροβόλα όπλα και διέταξαν την κατεδάφισή του και την κατασκευή ενός νέου, ισχυρότερου φρουρίου.

Κατασκευή και συντήρηση
Η κατασκευή του νέου οχυρού άρχισε άμεσα. Δεν είναι γνωστό ποιος σχεδίασε το οχυρό, αλλά είναι πιθανόν να εκπονήθηκαν από τον Αντόνιο Σαρατσίνι ή τον Τζοβάνι ντα Κόμο. Ο Τομάσο Μοτσενίγκο πρότεινε ένα οχυρό στα πρότυπα του φρουρίου του Αγίου Νικολάου στη Ρόδο και ρώτησε αν το φρούριο θα έχει τη μορφή πύργου ή φορτέτσας, δηλαδή μεγάλου φρουρίου με προμαχώνες. Η απάντηση που έλαβε δεν είναι γνωστή.
Η κατασκευή άρχισε με τη δημιουργία της υποθαλάσσιας βάσης του φρουρίου. Οι Βενετοί για να τη φτιάξουν γέμιζαν παλιά καράβια και βάρκες με πέτρες και τα βύθιζαν. Οι πέτρες προέρχονταν από το νησί Ντία και τα Φρασκιά. Μέχρι τον Νοέμβριο του 1530 περίπου 16 μέτρα (9 passi) θεμελίωσης. Ο Αλεσσάντρο Κανταρίνι τρεις εβδομάδες αργότερα ανέφερε ότι είχαν προχωρήσει οι εργασίες κατασκευής των εξωτερικών τοίχων και μετά από λίγο θα άρχιζαν και οι εργασίες στο εσωτερικό. 
Οι εργασίες διακόπτονταν το χειμώνα λόγω των δυσμενών καιρικών συνθηκών. Το 1533 τοποθετήθηκε πάνω από την είσοδο του φρουρίου μεγάλο λευκό ανάγλυφο του λιονταριού του Αγίου Μάρκου. Το 1539 εντοιχίστηκε πάνω από τη σκάλα προς τον όροφο, που υποδεικνύει ότι είχε ολοκληρωθεί τότε. Οι εργασίες ολοκληρώθηκαν το 1540.
Στη συνέχεια δέχθηκε αλλεπάλληλες επισκευές λόγω φθοράς από τα κύματα. Οι Βενετοί ενίσχυαν συνεχώς τη βορειοδυτική πλευρά, την οποία υπέσκαυαν τα κύματα, με νέους ογκόλιθους και προστατευτικά κρηπιδώματα. Το 1552 κατέρρευσε μερικώς ο μόλος που βρισκόταν στη βόρεια πλευρά του φρουρίου και το προστάτευε από τα κύματα. Ένα άλλο πρόβλημα που αντιμετώπιζαν οι αρχές ήταν οι προσχώσεις στο λιμάνι. Για να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα, ο Τζανματτέο Μπέμπο πρότεινε την ανακατασκευή του φρουρίου, με την επέκτασή του προς τα βορειοανατολικά, σε μια περιοχή με ρηχά νερά. Τον Σεπτέμβριο του 1556 ο μόλος είχε σχεδόν ανακατασκευαστεί. Η βάση του αποτελούταν από δύο σειρές ογκόλιθων βάρους οχτώ με δέκα τόνων οι οποίοι ενώνονταν με μεταλλικούς συνδέσμους και μόλυβδο. Όμως δύο χρόνια αργότερα, ήδη σημαντικό τμήμα του είχε καταστραφεί ξανά.
Το 1566 ο Τζούλιο Σαβορνιάν πρότεινε ο εξωτερικός τοίχος του οχυρού να έχει κεκλιμένη επιφάνεια ώστε να είναι πιο ανθεκτικός στις ζημιές από τη θάλασσα, η οποία σε κακοκαιρία μπορούσε να μετακινήσει τους μεγάλους ογκόλιθους του κυματοθραύστη που προστάτευε το φρούριο για μεγάλη απόσταση. Το 1570, κατά τη διάρκεια εργασιών διαμόρφωσης της οροφής του φρουρίου, δημιουργήθηκε μεγάλη τρύπα στον μόλο, η οποία δεν ήταν δυνατόν να επισκευαστεί. Μέχρι το τέλος του 16ου αιώνα κατατίθενται πολλές προτάσεις για τη προστασία του φρουρίου από την κακοκαιρία, ενώ ο μόλος είχε σχεδόν καταστραφεί ολοσχερώς και είχαν εμφανιστεί ρωγμές στους τοίχους και τα θεμέλια είχαν υποσκαφεί σε τέτοιο βαθμό ώστε το νερό της θάλασσας να φτάνει μέχρι τη δεξαμενή γλυκού νερού της βόρειας πλευράς. Δημιουργήθηκε νέος κυματοθραύστης, αλλά παρασύρθηκε από τα κύματα σε μικρό χρονικό διάστημα. Λόγω των φθορών στη θεμελίωση του κάστρου, η Βενετία έστειλε σημαντικό οικονομικό ποσό για την επιδιόρθωσή του.
Ο φτερωτός λέων της Βενετίας στη βόρεια πλευρά του Κούλε.

Παρά το μεγάλο κόστος συντήρησης, το φρούριο έπαιξε ελάσσονα ρόλο κατά τη πολιορκία του Χάνδακα από τους Οθωμανούς. Οι Οθωμανοί κατά το τέλος της πολιορκίας εξουδετέρωσαν τη δύναμη πυρός του φρουρίου με κανόνια που έστησαν στην περιοχή της Τρυπητής και πολιορκητικές μηχανές που έστησαν στη Σαμπιονάρα, και απέκτησαν έτσι τον έλεγχο του λιμανιού.

Ο Κούλες το 1919, από τον Φρεντερίκ Μπουασονά.

Οθωμανικοί και νεότεροι χρόνοι
Αμέσως μετά την κατάκτηση της πόλης, οι Τούρκοι επισκεύασαν τις φθορές από τα κανόνια και έκτισαν στον περίβολο του φρουρίου το τζαμί του αρχιναυάρχου Καπλάν Μουστάφα Πασά. Το φρούριο περιέγραψε ο Εβλιγιά Τσελεμπί κατά τις περιηγήσεις του, και αναφέρει ότι λεγόταν Σου Καλασί ή Σου Κουλεσί (φρούριο ή πύργος της θάλασσας). Οι συνεχείς επισκευές συνέχισαν και μετά την κατάληψη του Χάνδακα από τους Οθωμανούς το 1669. Το 1719 τμήμα της βορειοδυτικής πλευράς του Κούλε κατέρρευσε αλλά ξαναεπισκευάστηκε. Το κόστος της επισκευής, μαζί με άλλες εργασίες στο λιμάνι, ανήλθε σε 5.000 γρόσια. Παράλληλα λειτουργούσε ως φυλακή. Όταν το επισκέφτηκαν το 1783 οι Μπονβαλ και Ντουμάς το βρήκαν σε πολύ κατάσταση. Περιέγραψαν ότι είχε δύο σειρές πολυβολεία. Επί οθωμανικών χρόνων στον ανατολικό λιμενοβραχίονα κατασκευάστηκε ένας άλλος, μικρότερος πύργος, για την ενίσχυση της άμυνας. Σε κατάστιχο του 1703 αναφέρεται ως Νέος Πύργος, ενώ έμεινε γνωστός ως Μικρός Κούλες. Σωζόταν μέχρι το 1936, οπότε και κατεδαφίστηκε.

Στις αρχές του 20ού αιώνα κατασκευάστηκαν στην οροφή του Κούλε κτίρια για την εξυπηρέτηση του φαροφύλακα και των ναυτοπροσκόπων. Περί το 1920 προστέθηκαν στύλοι ηλεκτροδότησης και ένας γερανός. Η επέκταση του λιμενοβραχίονα βελτίωσε την στατικότητα του φρουρίου, το οποίο είχε υποσκαφεί ξανά από τη θάλασσα. Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πόλεμου και τον βομβαρδισμό του Ηρακλείου καταστράφηκε ο γερανός.

Οι πρώτες εργασίες αποκατάστασης του φρουρίου άρχισαν το 1959 και έγιναν υπό την επίβλεψη του Στυλιανού Αλεξίου. Περιελάμβαναν την αντικατάσταση των ετοιμόρροπων οθωμανικών επάλξεων από καινούργιες και την αφαίρεση νεότερων προσθηκών. Εντατικότερες εργασίες έλαβαν χώρα την περίοδο 1972-1975, που είχαν στόχο την μετατροπή του φρουρίου σε επισκέψιμο μνημείο, με εργασίες στο δώμα, όπως την κατασκευή των κανονιοθυρίδων, περιμετρικού υπερυψωμένου διαδρόμου και στηθαίων στους φωταγωγούς και διαμόρφωση των εσωτερικών χώρων. Το 2000 έγιναν εργασίες υποστήριξης της νότιας πλευράς επειδή είχε σπηλαιωθεί από τη θάλασσα.
Περιγραφή
Το φρούριο είναι κτισμένο στο δυτικό λιμενοβραχιόνα του λιμανιού του Ηρακλείου, στο βόρειο άκρο του μόλου του παλιού λιμανιού. Είναι διώροφο και κάλυπτε περίπου 3.600 τ.μ. Η κάτοψή του είναι τετράγωνη, με μια μεγάλη ημικυκλική προβολή στην ανατολική πλευρά. 
Η είσοδος του φρουρίου βρίσκεται στη δυτική πλευρά του φρουρίου, στην άκρη του μόλου. Μια μικρότερη είσοδος βρίσκεται στη βορειανατολική πλευρά, και οδηγούσε σε ημικυκλικό μόλο, και άλλη μια στη νότια πλευρά, προς το λιμάνι. Το φρούριο είναι κτισμένο με ογκώδεις δομούς που μεταφέρθηκαν από τα Φρασκιά και τη Ντία. Οι εξωτερικοί τοίχοι του φρουρίου έχουν μεγάλο πάχος. Το πάχος στην ανατολική, δυτική και βορειοανατολική πλευρά είναι 8,7 μέτρα, ενώ στη βόρεια πλευρά είναι περίπου 7 μέτρα. Οι εσωτερικοί τοίχοι είναι λεπτότεροι, με πάχος από 1,4 μέχρι 3 μέτρα, ανάλογα με τη θέση.
Από τη δυτική είσοδο αρχίζει ελαφρώς κατηφορικός διάδρομος μήκους 10,5 μέτρων και πλάτους 3 μέτρων, ο οποίος διέθετε τρεις πόρτες για την άμυνά του. Στη συνέχεια ο διάδρομος γίνεται πλατύτερος, με πλάτος 7 μέτρα, ο οποίος στη συνέχεια διακλαδίζεται σε δύο διαδρόμους. 
Ο ένας διάδρομος κατευθύνεται βόρεια, προς τη στενή πλευρά του κτιρίου, όπου υπήρχε επικουρική πόρτα, και ο άλλος προς τα ανατολικά, όπου βρίσκεται η ημικυκλική προβολή. Το δάπεδο του ισόγειου έχει μικρή κλίση, με τη δυτική πλευρά να είναι χαμηλότερα από την ανατολική. Το ισόγειο βρίσκεται 1,36 με 1,74 μέτρα πάνω από το επίπεδο της θάλασσας.

Στο ισόγειο χωρίζεται σε 26 διαμερίσματα που χρησίμευαν κυρίως ως αποθήκες τροφίμων και πολεμοφοδίων, αλλά και ως κελιά φυλακής. Επίσης υπήρχε μια μεγάλη δεξαμενή νερού. Η οροφή του ισογείου είναι θολωτή και φέρει μεγάλα ανοίγματα για τον φωτισμό και αερισμό. Στον όροφο υπήρχαν δωμάτια για τους αξιωματικούς μαζί και φούρνος, μύλος και μια μικρή εκκλησία. Στις τρεις πλευρές προς τη θάλασσα άνοιγαν θυρίδες για τα κανόνια που προστάτευαν το λιμάνι. Το 1630 υπήρχαν 18 μεγάλα κανόνια στο ισόγειο και 25 διαφόρων διαμετρημάτων στον όροφο. Στη ΒΑ, Δ και Ν πλευρά εξωτερικά ήταν εντοιχισμένες μαρμάρινες ανάγλυφες παραστάσεις του φτερωτού λέοντα της Βενετίας που σήμερα σώζονται ακρωτηριασμένες
Το ισόγειο επικοινωνούσε με τον όροφο με ένα κλιμακοστάσιο και ένα κεκλιμένο επίπεδο. Από το κεκλιμένο επίπεδο οι Βενετοί μπορούσαν να σύρουν κανόνια και πολεμοφόδια στον όροφο. Ο όροφος αποτελείται από μια μεγάλη αυλή και περιμετρικό παραπέτασμα. Το δάπεδο του ορόφου βρίσκεται 10,4 μέτρα πάνω από το επίπεδο της θάλασσας, ενώ η νοτιοδυτική του άκρη βρίσκεται σε χαμηλότερο επίπεδο, σε ύψος 8,7 μέτρα από το επίπεδο της θάλασσας. Πάνω στο παραπέτασμα ήταν το επίπεδο βολής του Κούλε. Το παραπέτασμα έχει δύο επίπεδα, με το δυτικό και νοτιοδυτικό τμήμα του να είναι ψηλότερα από το βόρειο. Οι επάλξεις του Κούλε κατασκευάστηκαν από τους Οθωμανούς. Στην ανατολική πλευρά υπάρχει ένα άνοιγμα απ'όπου μπορούσανe να φορτοεκφορτωθούν εφόδια από το λιμάνι κατευθείαν στο δώμα.

Κατά την περίοδο της αιγυπτιακής κυριαρχίας στην Κρήτη (1830-1840), κατασκευάστηκε πάνω στη βορειοανατολική γωνία του Κούλε ένας φάρος. Το 1930 προστίθενται στο φάρο τσιμεντένια υποστυλώματα. Ο φάρος καταστράφηκε στον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά επανακατασκευάστηκε και συνέχισε να λειτουργεί μέχρι το 1960, όταν ανακαινίστηκε και αφαιρέθηκαν τα τσιμεντένια υποστυλώματα.

Σήμερα
Σήμερα ο Κούλες είναι επισκέψιμος, ενώ χρησιμοποιείται και για πολιτιστικές εκδηλώσεις. Ανά περιόδους εκτελούνται εργασίες αναστήλωσης και το φρούριο μένει ανοιχτό για το κοινό.
Πηγές / Παραπομπές
 Τζομπανάκη 2012,
 «Η ιστορία της κατασκευής». koules.efah.gr. Εφορεία Αρχαιοτήτων Ηρακλείου. Ανακτήθηκε στις 16 Ιανουαρίου 2020.

 «Σου Κουλεσί». digitalcrete.ims.forth.gr. Ανακτήθηκε στις 18 Ιανουαρίου 2020
 «Μικρός Κούλες του λιμανιού του Χάνδικα». digitalcrete.ims.forth.gr. Ανακτήθηκε στις 18 Ιανουαρίου 2020.[νεκρός σύνδεσμος]
 «Η ιστορία των αναστηλωτικών επεμβάσεων του 20ού αι». koules.efah.gr. Εφορεία Αρχαιοτήτων Ηρακλείου. Ανακτήθηκε στις 18 Ιανουαρίου 2020.
 Το φρούριο Rocca al Mare (Κούλες Ηρακλείου) Αρχειοθετήθηκε 2013-11-28 στο Wayback Machine. www.cretanbeaches.com
 Κάλλια Νικολιδάκη. «Θαλάσσιο φρούριο (Κούλες)». Δήμος Ηρακλείου. Ανακτήθηκε στις 21 Ιουλίου 2013.
 Τζομπανάκη 2012, σελ. 463.
 Τζομπανάκη 2012, σελ. 466.
 «Υπουργείο Πολιτισμού - Περιγραφή». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 29 Αυγούστου 2012. Ανακτήθηκε στις 21 Ιουλίου 2013.
 Τζομπανάκη 2012, σελ. 466-467.
 Τζομπανάκη 2012, σελ. 467.
 Τι απέγινε ο...φάρος του Κούλε; Αρχειοθετήθηκε 2014-04-12 στο Wayback Machine. www.cretalive.gr
Βιβλιογραφία
Τζομπανάκη, Χρυσούλα (2012) [1996]. Χάνδακας: η πόλη και τα τείχη (2η έκδοση). Ηράκλειο: Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη Ηρακλείου.