Η πρώτη αντιστασιακή οργάνωση "Ελευθερία"
Η 15η Μαΐου αποτελεί για τη Θεσσαλονίκη και για ολόκληρη την Ελλάδα ημέρα ιστορικής μνήμης και εθνικής υπερηφάνειας. Την ημέρα εκείνη του 1941, μόλις έναν μήνα μετά την είσοδο των γερμανικών στρατευμάτων κατοχής στην πόλη, ιδρύθηκε η εθνικοαπελευθερωτική οργάνωση «Ελευθερία», η πρώτη αντιστασιακή οργάνωση όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά σε ολόκληρη την κατεχόμενη από τους Ναζί Ευρώπη. Η «Ελευθερία» δεν υπήρξε απλώς ένα πρόπλασμα μελλοντικών αγώνων· υπήρξε η πρωτογενής σπίθα του αντιστασιακού πνεύματος και σημείο εκκίνησης για το οργανωμένο ελληνικό αντιστασιακό κίνημα.
Η ίδρυση της «Ελευθερίας» ήταν καρπός μιας πανεθνικής προσπάθειας, απότοκο της ανάγκης για ενότητα και συλλογική αντίδραση στην καταπίεση. Πρωτοστάτησαν τα στελέχη του Μακεδονικού Γραφείου του ΚΚΕ, όπως ο Απόστολος Τζανής, ο Σίμος Κερασίδης και ο Μωϋσής Πασχαλίδης, πλαισιωμένοι από πολιτικές προσωπικότητες ποικίλης ιδεολογικής προέλευσης: ο γιατρός Γιάννης Πασσαλίδης από το Σοσιαλιστικό Κόμμα, ο Θανάσης Φείδας από το Αγροτικό Κόμμα, ο Γιώργος Ευθυμιάδης από τη Δημοκρατική Ένωση και ο συνταγματάρχης Δημήτριος Ψαρρός, ο οποίος ανέλαβε τον ρόλο του στρατιωτικού υπευθύνου της οργάνωσης. Το πρωτόκολλο ίδρυσης φέρει τις υπογραφές αυτών των ανθρώπων της πράξης και της ιδέας, σηματοδοτώντας την έναρξη ενός σπουδαίου κεφαλαίου της Εθνικής Αντίστασης.
Η εγκατάσταση του πρώτου «στρατηγείου» της οργάνωσης έγινε στο ταπεινό σπιτάκι του Ιωακείμ Μπελίδη, δίπλα στα Κάστρα, το οποίο φιλοξένησε για αρκετό διάστημα τις συνεδριάσεις και τις επιχειρησιακές αποφάσεις της «Ελευθερίας». Ανάμεσα στα ιδρυτικά και πρώτα ενεργά στελέχη της οργάνωσης συγκαταλέγονται και ο Νίκος Δηλαβέρης, μηχανικός στη βιομηχανία «Αλλατίνι» και μετέπειτα Γραμματέας του ΕΑΜ Μακεδονίας, καθώς και ο Αναστάσιος Αναγνωστόπουλος, κομμουνιστής που είχε αποδράσει από το Σανατόριο Ασβεστοχωρίου.
Ήδη από την παραμονή της εισόδου των Γερμανών στη Θεσσαλονίκη, στις 8 Απριλίου 1941, είχαν αρχίσει να διαφαίνονται τα πρώτα δείγματα αντίστασης. Ο Αλέξανδρος Ζάννας, ηγετικό στέλεχος του βενιζελικού χώρου, μαζί με τον Βρετανό ταγματάρχη Μένζις, διενήργησαν μια εξαιρετικά ριψοκίνδυνη επιχείρηση δολιοφθοράς: με καΐκι μετέβησαν στην Τούζλα, όπου, με τη συνδρομή του διοικητή του Οχυρού του Μεγάλου Εμβόλου Ιωάννη Τούμπα, ανατίναξαν τα δύο φρούρια της περιοχής, στην Τούζλα και το Καραμπουρνού, ώστε να μην καταστούν χρηστικά από τους κατακτητές.
Ταυτόχρονα, την ίδια ημέρα, τα στελέχη του Μακεδονικού Γραφείου του ΚΚΕ διοργάνωσαν την απόδραση δώδεκα κομμουνιστών κρατουμένων από το Σανατόριο του Ασβεστοχωρίου — ανάμεσά τους και ο προαναφερθείς Αναγνωστόπουλος — οι οποίοι αποτέλεσαν το σπέρμα της επερχόμενης αντιστασιακής δραστηριότητας.
Η εισβολή των ναζί στη Θεσσαλονίκη, στις 9 Απριλίου 1941, έγινε μέσα σε ένα κλίμα αποτροπιασμού και τρόμου. Ο μεγάλος Μακεδόνας ποιητής Γιώργος Βαφόπουλος απαθανάτισε εκείνες τις πρώτες ώρες σε περιγραφή που στοιχειώνει ακόμα και σήμερα:
«Βούιζε όλο το στερέωμα πάνω από την πόλη... σμήνη ολόκληρα πετούσαν πάνω από τις στέγες... πλέκοντας ένα φοβερό δίχτυ από σίδερο, αγκυλωτούς σταυρούς και βρυχηθμούς τεράτων της Αποκαλύψεως...»
Οι Θεσσαλονικείς, συγκεντρωμένοι στην οδό Εγνατίας, παρατηρούσαν αποσβολωμένοι την παρέλαση των γερμανικών στρατευμάτων: άνδρες ψηλοί, αυστηροί, με συγχρονισμένο βηματισμό, έσφιγγαν τη γη με τις μπότες τους, ενώ η κόκκινη σημαία με τον μαύρο αγκυλωτό σταυρό κυμάτιζε απειλητικά.
Και όμως, η αρχική δυσφορία μετατράπηκε γρήγορα σε αποδοκιμασία και στη συνέχεια σε οργανωμένη αντίσταση. Ήταν η απαρχή ενός λαϊκού ξεσηκωμού που θα μετουσιωθεί σε πράξεις θάρρους και αυτοθυσίας.
Στις 20 Μαΐου 1941, σημειώνεται η πρώτη δολιοφθορά στην κατεχόμενη Ελλάδα: ο Αναγνωστόπουλος και ο Χατζηθωμάς Χορμούζης καταστρέφουν τις μηχανές γερμανικών φορτηγών στο Κορδελιό και ανατινάζουν τις εγκαταστάσεις καυσίμων της Βέρμαχτ κοντά στον σιδηροδρομικό σταθμό. Αυτή η πράξη δεν έμεινε ατιμώρητη: ο Αναγνωστόπουλος συλλαμβάνεται και εκτελείται από τους Γερμανούς στις 31 Δεκεμβρίου 1941.
Λίγο νωρίτερα, στις 13 Νοεμβρίου 1941, οι φοιτητές Ηλίας Καπέσης και Σωκράτης Διορινός, μέλη της «Ελευθερίας» στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, εκτελούνται σε ηλικία μόλις 23 ετών, τιμωρούμενοι για την αγωνιστική τους δράση.
Η ίδρυση της οργάνωσης «Ελευθερία» στη Θεσσαλονίκη δεν υπήρξε ένα μεμονωμένο γεγονός. Υπήρξε ο πρώτος χτύπος της καρδιάς μιας ολόκληρης ηπείρου που ήθελε να αντισταθεί, η πρώτη φωνή της Ευρώπης που είπε «όχι» στον φασισμό όχι με λόγια, αλλά με πράξεις.
Η Θεσσαλονίκη, η ελληνική Μακεδονία, και μαζί της όλος ο αγωνιζόμενος ελληνικός λαός, έγραψαν με το αίμα τους τις πρώτες σελίδες του βιβλίου της Εθνικής Αντίστασης και του ευρωπαϊκού αντιναζιστικού αγώνα.
Η δράση της οργάνωσης «Ελευθερία» στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
Από τις πρώτες σκοτεινές ημέρες της ναζιστικής Κατοχής, όταν η πατρίδα βρέθηκε κάτω από τη σιδερόφρακτη μπότα των εισβολέων, η νεοσύστατη εθνικοαπελευθερωτική οργάνωση «Ελευθερία» φρόντισε να ριζώσει σταθερά σε έναν από τους πιο ζωντανούς και πνευματικά ανήσυχους χώρους της Θεσσαλονίκης: το Πανεπιστήμιο. Το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, που ήδη από την ίδρυσή του το 1925 είχε διαμορφώσει ένα περιβάλλον πολιτικής και κοινωνικής ευαισθησίας, με τους φοιτητές του να πρωτοστατούν σε καίριους κοινωνικούς αγώνες – από τις εργατικές κινητοποιήσεις μέχρι τις φλόγες του Μάη του 1936 και την αντίσταση στη δικτατορία Μεταξά – ανέδειξε ξανά τη δυναμική του ως προπύργιο ελευθερίας.
Μέσα σε αυτό το πνευματικό και μαχητικό περιβάλλον, η «Ελευθερία» βρήκε θερμούς συμπαραστάτες και πολύτιμους συμμάχους. Ξεχωριστή μορφή υπήρξε ο καθηγητής της Βοτανικής Δημήτριος Καβάδας, αδελφός του μετέπειτα Οικουμενικού Πατριάρχη Αθηναγόρα. Ο Καβάδας, ο οποίος έμελλε να υπηρετήσει ως πρύτανης του Πανεπιστημίου, αγκάλιασε με θέρμη την αντίσταση. Όταν αργότερα ιδρύθηκε η ΕΠΟΝ στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, εκείνος ανέλαβε τη θέση του προέδρου της, καθοδηγώντας την νεολαία έως την απελευθέρωση, με πνεύμα ενότητας και αγωνιστικότητας.
Η δράση της «Ελευθερίας» όμως δεν περιορίστηκε στη φοιτητική κοινότητα· εξαπλώθηκε και στους κόλπους του διδακτικού προσωπικού. Ακαδημαϊκές μορφές κύρους και βαθιάς παιδείας εντάχθηκαν στην οργάνωση ή στήριξαν αργότερα τη γενικότερη αντιστασιακή προσπάθεια μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ. Ο φιλόσοφος Γιάννης Ιμβριώτης, με την οξύνοια και την ακατάβλητη πίστη του στην πνευματική αποστολή του δασκάλου, ο Γιάννης Τενεκίδης, καθηγητής του Διεθνούς Δικαίου, που συνέδεσε τη νομική επιστήμη με τις αρχές της ελευθερίας και της αυτοδιάθεσης των λαών, και ο Χαράλαμπος Θεοδωρίδης, καθηγητής Ιστορίας της Φιλοσοφίας, συνέβαλαν με τη σοφία τους στον αντιστασιακό λόγο και ήθος. Μαζί τους, ο καθηγητής Παλαιολογίας Αντώνιος Σιγάλας, καθώς και πλήθος άλλων ακαδημαϊκών, σμίλεψαν με τη στάση και τη δράση τους το ήθος της Αντίστασης μέσα στον ναό της γνώσης.
Το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, με την έντονη παρουσία της «Ελευθερίας», δεν υπήρξε απλώς παρατηρητής των ιστορικών εξελίξεων, αλλά ενεργό εργαστήρι πατριωτικής αφύπνισης. Στους διαδρόμους του, στις αίθουσες και τις αυλές του, φυτεύτηκαν οι πρώτοι σπόροι του αντιστασιακού πνεύματος που έμελλε να καρποφορήσει σε έναν ευρύτερο εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα. Εκεί, όπου η επιστήμη συναντούσε την πατρίδα, και η γνώση γινόταν πυρσός αντίστασης.
Η εφημερίδα που σάλπιζε το μήνυμα της «Ελευθερίας»
Αναπόσπαστο μέρος της πρωτοποριακής και εμβληματικής δράσης της πρώτης αντιστασιακής οργάνωσης κατά του ναζισμού στην κατεχόμενη Ευρώπη υπήρξε και το έντυπο όργανό της – η εφημερίδα «Ελευθερία». Η έκδοσή της δεν ήταν απλώς μια πράξη ενημέρωσης· υπήρξε πράξη ύψιστης πολιτικής και εθνικής σημασίας, μια χειρονομία θάρρους, φωτός και αντίστασης μέσα στο πιο βαθύ σκοτάδι της Κατοχής.
Λίγο καιρό μετά την ίδρυση της οργάνωσης, οι πρωτεργάτες της αποφασίζουν να δώσουν σχήμα και φωνή στον αγώνα τους μέσω του έντυπου λόγου. Έτσι γεννιέται η «Ελευθερία», η οποία καταγράφεται και ιστορικά ως η πρώτη μυστική αντιστασιακή εφημερίδα σε ολόκληρη την υπόδουλη από τους ναζί Ευρώπη. Μέσα από τις σελίδες της, μεταδίδεται το πατριωτικό σάλπισμα για εθνική εγρήγορση, πολιτική αφύπνιση και ενότητα στον αγώνα για απελευθέρωση.
Πίσω από αυτή τη γενναία πρωτοβουλία, κρυβόταν η ακούραστη προσπάθεια ενός νεαρού φοιτητή της Νομικής, του Γιάννη Κανάκη. Ήταν αυτός που ανέλαβε τη συγκρότηση και λειτουργία του μυστικού εκδοτικού μηχανισμού της εφημερίδας – ενός τολμηρού εγχειρήματος που απαιτούσε οργάνωση, ταχύτητα, ευρηματικότητα και κυρίως αυταπάρνηση. Ο Κανάκης, με τη φλόγα της νεότητας και την αφοσίωση ενός ιδεαλιστή, κατάφερε να μετατρέψει το χαρτί σε όπλο και τη λέξη σε αντίσταση.
Η «Ελευθερία» δεν υπήρξε απλώς μέσο πληροφόρησης. Υπήρξε το ηχηρό χτύπημα της πένας απέναντι στο ξίφος του κατακτητή. Με λόγο φλογερό, με ανάλυση νηφάλια αλλά και εμψυχωτική, με στόχο την καλλιέργεια του συλλογικού πατριωτικού αισθήματος, η εφημερίδα διακινούταν κρυφά, με τεράστιο κίνδυνο για όσους τη συνέτασσαν, τη διακινούσαν και τη διάβαζαν. Κάθε της φύλλο ήταν μια πράξη αντίστασης. Κάθε της άρθρο, μια κραυγή αδούλωτου ελληνικού φρονήματος.
Μέσα στις συνθήκες της απόλυτης τρομοκρατίας και του ελέγχου, η «Ελευθερία» στάθηκε σαν φάρος. Όχι μόνο για τη Θεσσαλονίκη και τη Μακεδονία, αλλά για ολόκληρη την υπόδουλη Ελλάδα. Και ο απόηχος του τίτλου της δεν ήταν τυχαίος – ήταν προφητικός. Γιατί η λέξη αυτή, ελευθερία, δεν έμεινε γράμμα σε χαρτί· έγινε πράξη, όραμα, και τελικά ιστορία.

Σχόλια